ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ μεταγενέστερος τούτων βασιλεύοντος Ἀρταξέρξου τοῦ Περσῶν βασιλέως προσέβη Ἔσδρας Σαραίου, τοῦ Ἐζεχρίου, τοῦ Χελκίου τοῦ Σαλήμου,
Επειτα από τα γεγονότα αυτά, μετά πάροδον δηλαδή μερικών δεκαετιών, όταν βασιλεύς των Περσών ήτο ο Αρταξέρξης, επανήλθεν από την αιχμαλωσίαν εις την πατρίδα του ο Εσδρας ο υιός του Σαραίου, υιού του Εζεχρίου, υιού του Χελκίου, υιοί του Σαλήμου,
2 τοῦ Σαδδούκου, τοῦ Ἀχιτώβ, τοῦ Ἀμαρίου, τοῦ Ὀζίου, τοῦ Βοκκά, τοῦ Ἀβισαΐ, τοῦ Φινεές, τοῦ Ἐλεάζαρ, τοῦ Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως τοῦ πρώτου.
υιού του Σαδδούκου, υιού του Αχιτώβ, υιού του Αμαρίου, υιού του Οζίου, υιού του Βοκά, υιού του Αβισαΐ, υιού του Φινεές, υιού του Ελεάζαρ, υιού του Ααρών του πρώτου αρχιερέως.
3 οὗτος Ἔσδρας ἀνέβη ἐκ Βαβυλῶνος ὡς γραμματεὺς εὐφυὴς ὢν ἐν τῷ Μωυσέως νόμῳ τῷ ἐκδεδομένῳ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰσραήλ,
Αυτός ο Εσδρας επανήλθεν από την Βαβυλώνα εις την Ιερουσαλήμ και ήτο ευφυής γραμματεύς, βαθύς γνώστης του νόμου του Μωϋσέως, ο οποίος είχε δοθή από τον Θεόν στον ισραηλιτικόν λαόν.
4 καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ βασιλεὺς δόξαν, εὑρόντος χάριν ἐνώπιον αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἀξιώματα αὐτοῦ.
Ο βασιλεύς ιδιαιτέρως τον εδόξασε, διότι αυτός ευρήκε χάριν ενώπιον του βασιλέως, ώστε ο βασιλεύς να εκπληρώση όλα τα αιτήματά του.
5 καὶ συνανέβησαν ἐκ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ τῶν ἱερέων καὶ Λευιτῶν καὶ ἱεροψαλτῶν καὶ θυρωρῶν καὶ ἱεροδούλων εἰς Ἱερουσαλὴμ
Μαζή δέ με αυτόν ανέβησαν συγχρόνως εις την Ιερουσαλήμ και άλλοι Ισραηλίται, ιερείς, Λευίται, ιεροψάλται, θυρωροί και υπηρέται του ναού.
6 ἔτους ἑβδόμου βασιλεύοντος Ἀρταξέρξου ἐν τῷ πέμπτῳ μηνὶ (οὗτος ἐνιαυτὸς ἕβδομος τῷ βασιλεῖ). ἐξελθόντες γὰρ ἐκ Βαβυλῶνος τῇ νουμηνίᾳ τοῦ πρώτου μηνὸς παρεγένοντο εἰς Ἱερουσαλὴμ κατὰ τὴν δοθεῖσαν αὐτοῖς εὐοδίαν παρὰ τοῦ Κυρίου ἐπ᾿ αὐτῷ·
Ανέβησαν δε αυτοί κατά το έβδομον έτος της βασιλείας του Αρταξέρξου, τον πέμπτον μήνα (αυτό είναι το έβδομον έτος της βασιλείας του Αρταξέρξου). Ανεχώρησαν από την Βαβυλώνα την πρώτην ημέραν του πρώτου μηνός και έφθασαν απροσκόπτως εις την Ιερουσαλήμ, διότι ο Κυριος, μέσω του Εσδρα, κατευώδωσε την πορείαν αυτών.
7 ὁ γὰρ Ἔσδρας πολλὴν ἐπιστήμην περιεῖχεν εἰς τὸ μηδὲν παραλιπεῖν τῶν ἐκ τοῦ νόμου Κυρίου καὶ ἐκ τῶν ἐντολῶν διδάξαι πάντα τὸν Ἰσραὴλ δικαιώματα καὶ κρίματα.
Ο δε Εσδρας κατείχεν εις βάθος και πλάτος μεγάλην γνώσιν της Αγίας Γραφής. Δεν ήθελε δε τίποτε να παραλείψη από τον Νομον και τας εντολάς του Κυρίου, αλλά επιθυμούσε να διδάξη εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν τον Νομον και τας κρίσστου Κυρίου.
8 Προσπεσόντος δὲ τοῦ γραφέντος προστάγματος παρὰ Ἀρταξέρξου βασιλέως πρὸς Ἔσδραν τὸν ἱερέα καὶ ἀναγνώστην τοῦ νόμου Κυρίου, οὗ ἐστιν ἀντίγραφον τὸ ὑποκείμενον·
Από το υπογραφέν δε αυτό διάταγμα του βασιλέως Αρταξέρξου προς τον Εσδραν τον ιερέα και αναγνώστην του νόμου του Κυρίου, ευρέθη ένα αντίγραφον, το οποίον περιέχει τα εξής·
9 <Βασιλεὺς Ἀρταξέρξης Ἔδρᾳ τῷ ἱερεῖ καὶ ἀναγνώστῃ τοῦ νόμου Κυρίου χαίρειν.
“Ο βασιλεύς Αρταξέρξης χαιρετίζει τον Εσδραν, τον ιερέα και αναγνώστην του νόμου του Κυρίου.
10 καὶ τὰ φιλάνθρωπα ἐγὼ κρίνας προσέταξα τοὺς βουλομένους ἐκ τοῦ ἔθνους τῶν Ἰουδαίων αἱρετίζοντας καὶ τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν, καὶ τῶνδε ἐν τῇ ἡμετέρᾳ βασιλείᾳ, συμπορεύεσθαί σοι εἰς Ἱερουσαλήμ.
Επειδή εγώ τρέφω φιλάνθρωπα αισθήματα προς σας τους Ιουδαίους, διέταξα, όπως όσοι από το έθνος των Ιουδαίων, οι οποίοι ευρίσκονται στο βασίλειόν μου, επιθυμούν μαζή με τους ιερείς και τους Λευίτας να επανέλθουν εις την πατρίδα των, ας πορευθούν μαζή με σε εις την Ιερουσαλήμ.
11 ὅσοι οὖν ἐνθυμοῦνται, συνεξορμάσθωσαν καθάπερ δέδοκται ἐμοί τε καὶ τοῖς ἑπτὰ φίλοις συμβουλευταῖς,
Οσοι λοιπόν επιθυμούν ημπορούν να ξεκινήσουν μαζή σου, όπως εφάνη καλόν εις εμέ και στους επτά φίλους συμβούλους μου.
12 ὅπως ἐπισκέψωνται τὰ κατὰ τὴν Ἰουδαίαν καὶ Ἱερουσαλὴμ ἀκολούθως ᾧ ἔχει ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου,
Αυτοί θα επιστρέψουν μαζή σου, δια να φροντίσουν δια τα πράγματα της Ιουδαίας και της Ιερουσαλήμ, σύμφωνα με όσα περιέχονται στον νόμον του Κυρίου.
13 καὶ ἀπενεγκεῖν δῶρα τῷ Κυρίῳ τοῦ Ἰσραήλ, ἃ ηὐξάμην ἐγώ τε καὶ οἱ φίλοι, εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ πᾶν χρυσίον καὶ ἀργύριον, ὃ ἐὰν εὑρεθῇ ἐν τῇ χώρᾳ τῆς Βαβυλωνίας, τῷ Κυρίῳ εἰς Ἱερουσαλὴμ σὺν τῷ δεδωρημένῳ ὑπὸ τοῦ ἔθνους εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ Κυρίου Θεοῦ αὐτῶν τὸ ἐν Ἱερουσαλὴμ
Και θα μεταφέρουν, δια να προσφέρουν εκ μέρους μου, τα δώρα στον Κυριον τον Θεόν των Ισραηλιτών, τα οποία ετάξαμεν εγώ και οι φίλοι μου, όπως επίσης και κάθε χρυσίον και αργύριον, το οποίον ήθελεν εξευρεθή εις την χώραν της Βαβυλώνος, δια να προσφερθή στον Κυριον εις την Ιερουσαλήμ, μαζή με εκείνο το οποίον ο λαός θα προσέφερε δια τον ιερόν ναόν της Ιερουσαλήμ.
14 συναχθῆναι, τό τε χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον εἰς ταύρους καὶ κριοὺς καὶ ἄρνας καὶ τὰ τούτοις ἀκόλουθα,
Αυτοί επίσης θα φροντίσουν, να συγκεντρώσουν το χρυσίον και το αργύριον, ώστε να αγοράσουν ταύρους και κριους και αρνιά και όσα αλλά χρειάζονται δια τας σχετικάς θυσίας,
15 ὥστε προσενεγκεῖν θυσίας τῷ Κυρίῳ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τοῦ Κυρίου Θεοῦ αὐτῶν τὸ ἐν Ἱερουσαλήμ.
ώστε να ημπορέσουν να προσφέρουν θυσίας προς τον Κυριον επάνω στο θυσιαστήριον Κυρίου του Θεού των, εις την Ιερουσαλήμ.
16 καὶ πάντα, ὅσα ἐὰν βούλῃ μετὰ τῶν ἀδελφῶν σου ποιῆσαι χρυσίῳ καὶ ἀργυρίῳ, ἐπιτέλει κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σου,
Και όσα άλλα θέλεις μαζή με τους συμπατριώτας σου να προσφέρης χρυσόν και άργυρον, κάμε τα σύμφωνα με το θέλημα του Θεού σου.
17 καὶ τὰ ἱερὰ σκεύη τοῦ Κυρίου τὰ διδόμενά σοι εἰς τὴν χρείαν τοῦ ἱεροῦ τοῦ Θεοῦ σου τοῦ ἐν Ἱερουσαλὴμ
Και τα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου, τα οποία θα σου δοθούν δια τας ανάγκας του εις την Ιερουσαλήμ ναού του Θεού σου, θα τα παραλάβης μαζή σου.
18 καὶ τὰ λοιπὰ ὅσα ἂν ὑποπίπτῃ σοι εἰς τὴν χρείαν τοῦ ἱεροῦ τοῦ Θεοῦ σου δώσεις ἐκ τοῦ βασιλικοῦ γαζοφυλακίου.
Και όσα άλλα θα κρίνης απαραίτητα δια την ανάγκην του ναού του Θεού σου θα τα πάρης και θα τα προσφέρης από το βασιλικόν θησαυροφυλάκιον.
19 κἀγὼ ἰδοὺ Ἀρταξέρξης βασιλεὺς προσέταξας τοῖς γαζοφύλαξι Συρίας καὶ Φοινίκης, ἵνα ὅσα ἐὰν ἀποστείλῃ Ἔσδρας ὁ ἱερεὺς καὶ ἀναγνώστης τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, ἐπιμελῶς διδῶσιν ἕως ἀργυρίου ταλάντων ἑκατόν,
Εγώ δε ο ίδιος ο βασιλεύς Αρταξέρξης διέταξα τους θησαυροφύλακας της Συρίας και της Φοινίκης, όσα θα ζητήοη ο ιερεύς Εσδρας, ο αναγνώστης του νόμου του Θεού του Υψίστου να τα χορηγήσουν προθύμως μέχρι εκατόν τάλαντα αργυρίου.
20 ὁμοίως δὲ καὶ ἕως πυροῦ κόρων ἑκατὸν καὶ οἴνου μετρητῶν ἑκατὸν
Ομοίως δε να χορηγήσουν σίτον μέχρις εκατόν κόρους και οίνον μέχρις εκατόν μετρητάς·
21 καὶ ἄλλα ἐκ πλήθους· πάντα κατὰ τὸν τοῦ Θεοῦ νόμον ἐπιτελεσθήτω ἐπιμελῶς τῷ Θεῷ τῷ Ὑψίστῳ, ἕνεκεν τοῦ μὴ γενέσθαι ὀργὴν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ βασιλέως καὶ τῶν υἱῶν αὐτοῦ.
και πολλά άλλα. Ολα δε πρέπει να εκτελεσθούν με επιμέλειαν σύμφωνα με τον νόμον του Θεού του Υψίστου, δια να μη πέση οργή του Θεού εναντίον του βασιλέως και των υιών αυτού.
22 καὶ ὑμῖν δὲ λέγεται ὅπως πᾶσι τοῖς ἱερεῦσι καὶ τοῖς Λευίταις καὶ ἱεροψάλταις καὶ θυρωροῖς καὶ ἱεροδούλοις καὶ πραγματικοῖς τοῦ ἱεροῦ τούτου μηδὲ μία φορολογία μηδὲ ἄλλη ἐπιβουλὴ γίνηται, καὶ μηδένα ἔχειν ἐξουσίαν ἐπιβαλεῖν τι τούτοις.
Ακόμη δε διδώ εντολήν και καθιστώ γνωστόν εις σας, όπως εις όλους τους ιερείς, τους Λευίτας, τους ιεροψάλτας, τους θυρωρούς, τους υπηρέτας του ναού και το άλλο προσωπικόν που ασχολείται στο ιερόν τούτο, μη επιβληθή καμμία φορολογία, ούτε και καμμία άλλη ενόχλησις θα γίνεται εις αυτούς και κανείς δεν θα έχη την εξουσίαν να επιβάλη κάτι εις αυτούς.
23 καὶ σύ, Ἔσδρα, κατὰ τὴν σοφίαν τοῦ Θεοῦ ἀνάδειξον κριτὰς καὶ δικαστάς, ὅπως δικάζωσιν ἐν ὅλῃ Συρίᾳ καὶ Φοινίκῃ πάντας τοὺς ἐπισταμένους τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ σου· καὶ τοὺς μή ἐπισταμένους διδάξεις.
Και συ, Εσδρα, σύμφωνα με την σοφίαν του Θεού, πρέπει να αναδείξης διοικητάς και δικαστάς, δια να δικάζουν τους Ιουδαίους εις όλην την Συρίαν και την Φοινίκην, εκείνους οι οποίοι γνωρίζουν τον νόμον του Θεού, εκείνους δε οι οποίοι δεν γνωρίζουν τον Νομον θα τους διδάξης.
24 καὶ πάντες, ὅσοι ἂν παραβαίνωσι τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ σου καὶ τὸν βασιλικόν, ἐπιμελῶς κολασθήσονται, ἐάν τε καὶ θανάτῳ· ἐάν τε καὶ τιμωρίᾳ ἢ ἀργυρικῇ ζημίᾳ ἢ ἀπαγωγῇ>.
Ολοι δε εκείνοι, οι οποίοι παραβαίνουν τον νόμον του Θεού σου η τον βασιλικόν νόμον, θα τιμωρούνται αυστηρώς η με θάνατον η με άλλην σχετικήν τιμωρίαν, με χρηματικόν, δηλαδή, πρόστιμον η με εξορίαν”.
25 Καὶ εἶπεν Ἔσδρας ὁ γραμματεύς· εὐλογητὸς μόνος Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μου ὁ δοὺς ταῦτα εἰς τὴν καρδίαν τοῦ βασιλέως, δοξάσαι τὸν οἶκον αὐτοῦ τὸν ἐν Ἱερουσαλήμ,
Είπε τότε ο γραμματεύς Εσδρας· “ας είναι δοξασμένος ο μόνος Κυριος, ο Θεός των πατέρων μου, ο οποίος ενέβαλεν αυτά τα αισθήματα και αυτάς τας αποφάσεις εις την καρδίαν του βασιλέως, δια να δοξάση τον ναόν αυτού, που ευρίσκεται εις την Ιερουσαλήμ.
26 καὶ ἐμὲ ἐτίμησεν ἐναντίον τοῦ βασιλέως καὶ τῶν συμβουλευόντων καὶ πάντων τῶν φίλων καὶ μεγιστάνων αὐτοῦ.
Αλλά και εμέ εδόξασεν ο Θεός ενώπιον του βασιλέως και των συμβούλων του και όλων των φίλων και μεγιστάνων.
27 καὶ ἐγὼ εὐθαρσὴς ἐγενόμην κατὰ τὴν ἀντίληψιν Κυρίου τοῦ Θεοῦ μου καὶ συνήγαγον ἄνδρας ἐκ τοῦ Ἰσραὴλ ὥστε συναναβῆναί μοι.
Εγώ δε βλέπων ολοφάνερα την βοήθειαν αυτήν του Κυρίου επήρα θάρρος και συνεκέντρωσα ανθρώπους από τον Ισραηλιτικόν λαόν, δια να αναβούν μαζή με εμέ εις την Ιερουσαλήμ.
28 Καὶ οὗτοι οἱ προηγούμενοι κατὰ τὰς πατριὰς αὐτῶν καὶ τὰς μεριδαρχίας οἱ ἀναβάντες μετ᾿ ἐμοῦ ἐκ Βαβυλῶνος ἐν τῇ βασιλείᾳ Ἀρταξέρξου τοῦ βασιλέως·
Οι αρχηγοί δε του λαού κατά τας γενεάς και τας οικογενείας αυτών, οι οποίοι ανέβησαν μαζή με εμέ από την Βαβυλώνα εις την Ιερουσαλήμ επί της βασιλείας του βασιλέως Αρταξέρζου ήσαν οι εξής·
29 ἐκ τῶν υἱῶν Φινεές, Γηρσών· ἐκ τῶν υἱῶν Ἰαθαμάρου, Γαμαλιήλ· ἐκ τῶν υἱῶν Δαυίδ, Λαττοὺς ὁ Σεχενίου·
Από την γενεάν του Φινεές ο Γηρσών. Από την γενεάν του Ιαθαμάρου ο Γαμαλιήλ. Από την γενεάν του Δαυίδ ο Λαττούς, ο υιός του Σεχενίου.
30 ἐκ τῶν υἱῶν Φόρος, Ζαχαρίας καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἀπεγράφησαν ἄνδρες ἑκατὸν πεντήκοντα·
Από την γενεάν του Φορος ο Ζαχαρίας και άλλοι εκατόν πενήντα άνδρες, οι οποίοι κατεγράφησαν να επανέλθουν μαζή του.
31 ἐκ τῶν υἱῶν Φαὰθ Μωάβ, Ἐλιαωνίας Ζαραίου καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄνδρες διακόσιοι·
Από την γενεάν του Φαάθ Μωάβ, ο Ελιαωνίας, υιός του Ζαραίου και οι μαζή με αυτόν διακόσιοι άνδρες.
32 ἐκ τῶν υἱῶν Ζαθόης, Σεχενίας Ἰεζήλου καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄνδρες τριακόσιοι· ἐκ τῶν υἱῶν Ἀδίν, Ὠβὴθ Ἰωνάθου καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄνδρες διακόσιοι πεντήκοντα·
Από την γενεάν του Ζαθόης ο Σεχενίας, ο υιός του Ιεζήλου, και μαζή με αυτόν άλλοι τριακόσιοι άνδρες. Από την γενεάν του Αδίν, ο Ωβήθ, υιός του Ιωνάθου, και μαζή με αυτόν διακόσιοι πενήντα άνδρες.
33 ἐκ τῶν υἱῶν Ἠλάμ, Ἰεσίας Γοθολίου καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄνδρες ἑβδομήκοντα·
Από την γενεάν του Ηλάμ ο Ιεσίας υιός του Γοθολίου, και μαζή με αυτόν εβδομήκοντα άνδρες.
34 ἐκ τῶν υἱῶν Σαφατίου, Ζαραΐας Μιχαήλου καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄνδρες ἑβδομήκοντα·
Από την γενεάν του Σαφατίου ο Ζαραΐας, υιός του Μιχαήλου, και μαζή με αυτόν εβδομήκοντα άνδρες.
35 ἐκ τῶν υἱῶν Ἰωάβ, Ἀβαδίας Ἰεζήλου καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄνδρες διακόσιοι δεκαδύο·
Από την γενεάν του Ιωάβ ο Αβαδίας, υιός του Ιεζήλου, και μαζή με αυτόν άλλοι διακόσιοι δώδεκα άνδρες.
36 ἐκ τῶν υἱῶν Βανίας, Σαλιμὼθ Ἰωσαφίου καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄνδρες ἑξήκοντα καὶ ἑκατόν·
Από την γενεάν του Βανία ο Σαλιμώθ, υιός του Ιωσαφίου, και μαζή με αυτόν εκατόν εξήκοντα άνδρες.
37 ἐκ τῶν υἱῶν Βαβί, Ζαχαρίας Βηβαΐ καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄνδρες εἰκοσιοκτώ·
Από την γενεάν του Βαβί ο Ζαχαρίας, υιός του Βηβαΐ, και οι μαζή με αυτόν εικοσιοκτώ άνδρες.
38 ἐκ τῶν υἱῶν Ἀστάθ, Ἰωάννης Ἀκατὰν καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄνδρες ἑκατὸν δέκα·
Από την γενεάν του Αστάθ ο Ιωάννης, υιός του Ακατάν, και μαζή με αυτόν εκατόν δέκα άνδρες.
39 ἐκ τῶν υἱῶν Ἀδωνικάμ, οἱ ἔσχατοι καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα αὐτῶν· Ἐλιφαλὰ τοῦ Γεουὴλ καὶ Σαμαίας καὶ μετ᾿ αὐτῶν ἄνδρες ἑβδομήκοντα·
Από την γενεάν του Αδωνικάμ οι τελευταίοι, των οποίων τα ονόματα είναι· Ελιφαλά υιός του Γεουήλ και Σαμαίας και μαζή με αυτούς εβδομήκοντα άνδρες.
40 ἐκ τῶν υἱῶν Βαγώ, Οὐθὶ ὁ τοῦ Ἰσταλκούρου καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄνδρες ἑβδομήκοντα.
Από την γενεάν του Βαγώ ο Ουθί, υιός του Ισταλκούρου, και μαζή με αυτόν εβδομήκοντα άνδρες.
41 Καὶ συνήγαγον αὐτοὺς ἐπὶ τὸν λεγόμενον Θερὰν ποταμόν, καὶ παρενεβάλομεν ἡμέρας τρεῖς αὐτόθι, καὶ κατέμαθον αὐτούς.
Εγώ ο Εσδρας συνεκέντρωσα αυτούς εις ποταμόν τον λεγόμενον Θεράν. Εκεί κατεσκηνώσαμεν επί τρεις ημέρας, τους επεθεώρησα και τους εγνώρισα.
42 καὶ ἐκ τῶν ἱερέων καὶ ἐκ τῶν λευιτῶν οὐχ εὑρὼν ἐκεῖ
Επειδή όμως μεταξύ αυτών δεν ευρήκα αρκετούς από τους ιερείς και τους Λευίτας,
43 ἀπέστειλα πρὸς Ἐλεάζαρον καὶ Ἰδουῆλον καὶ Μαιὰ καὶ Μασμὰν καὶ Ἀλναθὰν καὶ Σαμαίαν καὶ Ἰώριβον, Νάθαν, Ἐννατάν, Ζαχαρίαν καὶ Μοσόλλαμον τοὺς ἡγουμένους καὶ ἐπιστήμονας
έστειλα προς τον Ελεάζαρον ανθρώπους, τον Ιδουήλον, τον Μαια, τον Μασμάν, τον Αλναθάν, τον Σαμαίαν, τον Ιώριβον, τον Ναθαν, τον Εννατάν, τον Ζαχαρίαν και τον Μοσόλλαμον, οι οποίοι ήσαν αρχηγοί και συνετοί, μορφωμένοι άνδρες.
44 καὶ εἶπα αὐτοῖς ἐλθεῖν πρὸς Λοδδαῖον τὸν ἡγούμενον τὸν ἐν τῷ τόπῳ τοῦ γαζοφυλακίου,
Τους έδωσα εντολήν να έλθουν να αναζητήσουν και να εύρουν τον Λοδδαίον, τον αρχηγόν, ο οποίος συνήθως ευρίσκετο εις την θέσιν του θησαυροφυλακίου.
45 ἐντειλάμενος αὐτοῖς διαλεχθῆναι Λοδδαίῳ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ καὶ τοῖς ἐν τῷ τόπῳ γαζοφύλαξιν ἀποστεῖλαι ἡμῖν τοὺς ἱερατεύσοντας ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν.
Εδωσα εντολήν εις αυτούς, όπως μαζή με τον Λοδδαίον και τους συντρόφους αυτού και τους εκεί αρχηγούς του θησαυροφυλακίου συνεννοηθούν, δια να αποστείλουν αυτοί προς ημάς ιερείς και Λευίτας, ώστε να υπηρετούν στον ναόν του Κυρίου και Θεού μας.
46 καὶ ἤγαγον ἡμῖν κατὰ τὴν κραταιὰν χεῖρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἄνδρας ἐπιστήμονας τῶν υἱῶν Μοολὶ τοῦ Λευὶ τοῦ Ἰσραήλ, Ἀσεβηβίαν καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ τοὺς ἀδελφούς, ὄντας δέκα καὶ ὀκτώ,
Εκείνοι υπό την κραταιάν χείρα του Κυρίου ημών ωδήγησαν προς ημάς συνετούς και μορφωμένους άνδρας από την γενεάν του Μοολί, απογόνου του Λευι, υιού του Ιακώβ· Τον 'Ασεβηβιαν με τους υιούς και τους αδελφούς του, οι οποίοι ήσαν εν όλω δέκα οκτώ.
47 καὶ Ἀσεβίαν καὶ Ἄννουον καὶ Ὠσαίαν ἀδελφὸν ἐκ τῶν υἱῶν Χανουναίου καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν, εἴκοσιν ἄνδρες·
Επίσης έφεραν προς ημάς τον Ασεβίαν, τον Αννουον και τον Ωσαίαν, αδελφόν από την γενεάν του Χανουναίου, μαζή με τους υιούς των, άνδρας εν όλω είκοσι.
48 καὶ ἐκ τῶν ἱεροδούλων, ὧν ἔδωκε Δαυίδ, καὶ οἱ ἡγούμενοι εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν Λευιτῶν, ἱεροδούλους διακοσίους καὶ εἴκοσι· πάντων ἐσημάνθη ἡ ὀνοματογραφία.
Τέλος από τους υπηρέτας του ναού, τους οποίους είχε χαρίσει και αφιερώσει ο Δαυίδ και οι αρχηγοί εις την υπηρεσιαν των Λευιτών, άνδρας εν όλω διακοσίους είκοσι. Ολων δε αυτών τα ονόματα κατεγράφησαν.
49 καὶ εὐξάμην ἐκεῖ νηστείαν τοῖς νεανίσκοις ἔναντι Κυρίου ἡμῶν
Εκεί λοιπόν, ωσάν τάξιμον, εκήρυξα δια τους νέους νηστείαν και προσευχήν προς τον Κυριον,
50 ζητῆσαι παρ᾿ αὐτοῦ εὐοδίαν ἡμῖν τε καὶ τοῖς συνοῦσιν ἡμῖν τέκνοις ἡμῶν καὶ κτήνεσιν·
δια να ζητήσωμεν από τον Θεόν κατευόδιον δι' ημάς και δι' εκείνους, οι οποίοι θα ευρίσκωνται μαζή μας, δια τα τέκνα μας και τα κτήνη.
51 ἐνετράπην γὰρ αἰτῆσαι τὸν βασιλέα πεζούς τε καὶ ἱππεῖς καὶ προπομπὴν ἕνεκεν ἀσφαλείας τῆς πρὸς τοὺς ἐναντιουμένους ἡμῖν·
Τούτο δέ, διότι ησθάνθην εντροπήν να ζητήσω εκ μέρους του βασιλέως πεζούς και ιππείς προς συνοδείαν μας, δια να μας ασφαλίσουν από όσους τυχόν θα επετίθεντο εναντίον μας στον δρόμον μας.
52 εἴπαμεν γὰρ τῷ βασιλεῖ, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἔσται μετά τῶν ἐπιζητούντων αὐτὸν εἰς πᾶσαν ἐπανόρθωσιν.
Είχομεν άλλωστε πει στον βασιλέα, ότι η προστατευτική δύναμις του Κυρίου μας θα είναι μαζή με όλους εκείνους, οι οποίοι τον επικαλούνται δια την πλήρη αποκατάστασίν των.
53 καὶ πάλιν ἐδεήθημεν τοῦ Κυρίου ἡμῶν πάντα ταῦτα καὶ ἐτύχομεν εὐϊλάτου.
Και πάλιν παρεκαλέσαμεν τον Κυριον ημών δι' όλα αυτά και η συνείδησις μας επληροφόρησεν, ότι ο Κυριος ευμενώς εδέχθη τα αιτήματά μας.
54 καὶ ἐχώρισα τῶν φυλάρχων τῶν ἱερέων ἄνδρας δεκαδύο, καὶ Ἐσερεβίαν καὶ Σαμίαν καὶ μετ᾿ αὐτῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν ἄνδρας δώδεκα,
Κατόπιν εξεχώρισα από τους αρχηγούς των ιερέων δώδεκα άνδρας τον Εσερεβίαν και τον Σαμίαν και μαζή με αυτούς δώδεκα άλλους άνδρας από τους αδελφούς των.
55 καὶ ἔστησα αὐτοῖς τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον καὶ τὰ ἱερὰ σκεύη τοῦ οἴκου τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἃ ἐδωρήσατο ὁ βασιλεύς, καὶ οἱ σύμβουλοι αὐτοῦ καὶ οἱ μεγιστᾶνες καὶ πᾶς Ἰσραήλ.
Εζύγισα και παρέδωκα εις αυτούς το αργύριον και το χρυσίον, τα ιερά σκεύη του ναού Κυρίου του Θεού ημών, τα οποία εδώρησεν ο βασιλεύς και οι σύμβουλοι αυτού και οι μεγιστάνες αυτού και όλος ο Ισραηλιτικός λαός.
56 καὶ στήσας παρέδωκα αὐτοῖς ἀργυρίου τάλαντα ἑξακόσια πεντήκοντα καὶ σκεύη ἀργυρᾶ ταλάντων ἑκατὸν καὶ χρυσίου τάλαντα ἑκατὸν καὶ χρυσώματα εἴκοσι καὶ σκεύη χάλκεα ἀπὸ χρηστοῦ χαλκοῦ στίλβοντα χρυσοειδῆ σκεύη δώδεκα.
Εζύγισα, λοιπόν, και παρέδωκα εις αυτούς εξακόσια πενήντα τάλαντα αργυρίου, αργυρά σκεύη αξίας εκατόν ταλάντων, εκατόν τάλαντα χρυσίου, είκοσι χρυσά ποτήρια, δώδεκα τεμάχια χάλκινα σκεύη από καθαρόν χαλκόν, τα οποία έλαμπαν όπως ο χρυσός.
57 καὶ εἶπα αὐτοῖς· καὶ ὑμεῖς ἅγιοί ἐστε τῷ Κυρίῳ καὶ τὰ σκεύη τὰ ἅγια, καὶ τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον εὐχὴ τῷ Κυρίῳ, Κυρίῳ τῶν πατέρων ἡμῶν·
Και είπα εις αυτούς· Οπως σεις είσθε άγιοι και αφιερωμένοι στον Κυριον, και τα άγια αυτά σκεύη, ο χρυσός και ο άργυρος, είναι άγια, αφιερωμένα και αυτά στον Κυριον, τον Κυριον των πατέρων ημών.
58 ἀγρυπνεῖτε καὶ φυλάσσετε ἕως τοῦ παραδοῦναι ὑμᾶς αὐτὰ τοῖς φυλάρχοις τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν καὶ τοῖς ἡγουμένοις τῶν πατριῶν τοῦ Ἰσραὴλ ἐν Ἱερουσαλήμ, ἐν τοῖς παστοφορίοις τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Λοιπόν, αγρυπνήσατε και φυλάξατε αυτά, μέχρις ότου τα παραδώσετε στους αρχηγούς των ιερέων και των Λευιτών, στους αρχηγούς των πατριών του Ισραήλ εις την Ιερουσαλήμ, δια να κατατεθούν αυτά εις τα θησαυροφυλάκια του ναού του Θεού μας.
59 καὶ οἱ παραλαβόντες οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον καὶ τὰ σκεύη τὰ ἐν Ἱερουσαλὴμ εἰσήνεγκαν εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ Κυρίου.
Οι ιερείς και οι Λευίται, οι οποίοι παρέλαβον το αργύριον και το χρυσίον και τα ιερά αυτά σκεύη, τα έφεραν πράγματι στον εν Ιερουσαλήμ ναόν του Κυρίου.
60 Καὶ ἀναζεύξαντες ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ Θερὰ τῇ δωδεκάτῃ τοῦ πρώτου μηνὸς ἕως εἰσήλθομεν εἰς Ἱερουσαλὴμ κατὰ τὴν κραταιὰν χεῖρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν τὴν ἐφ᾿ ἡμῖν· καὶ ἐρρύσατο ἡμᾶς ἀπὸ τῆς εἰσόδου ἀπὸ παντὸς ἐχθροῦ, καὶ ἤλθομεν εἰς Ἱερουσαλήμ.
Την δωδεκάτην δε ημέραν του πρώτου μηνός εξεκινήσαμεν από τον ποταμόν Θερά και επροχωρήσαμεν, έως ότου ήλθομεν εις την Ιερουσαλήμ κάτω από την παντοδύναμον προστατευτικήν χείρα του Κυρίου και Θεού μας. Ο Κυριος μας εφύλαξε και μας εγλύτωσεν στον δρόμον μας από επιθέσεις παντός εχθρού, ώστε εφθάσαμεν ασφαλείς εις την Ιερουσαλήμ.
61 καὶ γενομένης αὐτόθι ἡμέρας τρίτης, τῇ ἡμέρᾳ τῇ τετάρτῃ σταθὲν τὸ ἀργύριον καὶ τὸ χρυσίον παρεδόθη ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου ἡμῶν Μαρμωθὶ Οὐρίᾳ ἱερεῖ ~
Οταν επέρασαν τρεις ημέραι, κατά την τετάρτην ημέραν εζυγίσθη το αργύριον και το χρυσίον, παρεδόθη δε δια τον ναόν του Κυρίου στον ιερέα Μαρμωθί, τον υιόν του Ουρίου.
62 καὶ μετ᾿ αὐτοῦ Ἐλεάζαρ ὁ τοῦ Φινεές, καὶ ἦσαν μετ᾿ αὐτοῦ Ἰωσαβδὸς Ἰησοῦ καὶ Μωὲθ Σαβάννου, οἱ Λευῖται~ πρὸς ἀριθμὸν καὶ ὁλκὴν ἅπαντα, καὶ ἐγράφη πᾶσα ἡ ὁλκὴ αὐτῶν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ.
Μαζή με αυτόν ήτο ο Ελεάζαρ, ο υιός του Φινεές, όπως επίσης μαζή του ήσαν ο Ιωσαβδός υιός του Ιησού, και ο Μωέθ υιός του Σαδάννου, οι Λευίται- εκεί έγινεν αρίθμησις και ζύγισις όλων των ιερών σκευών και κατεγράφη το βάρος ενός εκάστου από αυτά την ώραν εκείνην.
63 οἱ δὲ παραγενόμενοι ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας προσήνεγκαν θυσίας τῷ Θεῷ τοῦ Ἰσραὴλ Κυρίῳ, ταύρους δώδεκα ὑπὲρ παντὸς Ἰσραήλ, κριοὺς ἐνενηκονταέξ, ἄρνας ἑβδομηκονταδύο, τράγους ὑπὲρ σωτηρίου δώδεκα· ἅπαντα θυσίαν τῷ Κυρίῳ.
Ολοι δε εκείνοι, οι οποίοι επανήλθαν από την αιχμαλωσίαν εις την Ιερουσαλήμ σώοι, προσέφεραν θυσίαν στον Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ δώδεκα ταύρους δι' όλον το ισραηλιτικόν έθνος, ενενηνταέξ κριούς, εβδομηνταδύο αμνούς και δώδεκα τράγους ως θυσίαν υπέρ της σωτηρίας· όλα θυσίαν προς τον Κυριον.
64 καὶ ἀπέδωκαν τὰ προστάγματα τοῦ βασιλέως τοῖς βασιλικοῖς οἰκονόμοις καὶ τοῖς ἐπάρχοις Κοίλης Συρίας καὶ Φοινίκης, καὶ ἐδόξασαν τὸ ἔθνος καὶ τὸ ἱερὸν τοῦ Κυρίου.
Κατόπιν ο Εσδρας και οι περί αυτόν αρχηγοί των πατριών παρέδωσαν τας διαταγάς του βασιλέως στους βασιλικούς υπαλλήλους και στους διοικητάς της Κοίλης Συρίας και Φοινίκης και εδόξασαν το ιουδαϊκόν έθνος και τον ιερόν ναόν του Κυρίου.
65 Καὶ τούτων τελεσθέντων προσήλθοσάν μοι οἱ ἡγούμενοι λέγοντες·
Οταν έγιναν και ετελείωσαν όλα αυτά, προσήλθον εις εμέ οι αρχηγοί του λαού και μου είπαν·
66 οὐκ ἐχώρισαν τὸ ἔθνος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται τὰ ἀλλογενῆ ἔθνη τῆς γῆς καὶ τὰς ἀκαθαρσίας αὐτῶν, Χαναναίων καὶ Χετταίων καὶ Φερεζαίων καὶ Ἰεβουσαίων καὶ Μωαβιτῶν καὶ Αἰγυπτίων καὶ Ἰδουμαίων·
“ούτε το έθνος των Ισραηλιτών, ούτε οι άρχοντες, ούτε οι ιερείς και οι Λευίται εχωρίσθησαν αυτό τους ξένους λαούς της χώρας και από τα αμαρτωλά μιάσματα αυτών, από τους Χαναναίους, τους Χετταίους, τους Φερεζαίους, τους Ιεδουσαίους, τους Μωαβίτας, τους Αιγυπτίους και τους Ιδουμαίους.
67 συνῴκησαν γὰρ μετὰ τῶν θυγατέρων αὐτῶν καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν, καὶ ἐπεμίγη τὸ σπέρμα τὸ ἅγιον εἰς τὰ ἀλλογενῆ ἔθνη τῆς γῆς, καὶ μετεῖχον οἱ προηγούμενοι καὶ οἱ μεγιστᾶνες τῆς ἀνομίας ταύτης ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ πράγματος.
Διότι.ήλθον εις γάμον με τας θυγατέρας αυτών, με τας οποίας και συγκατώκησαν και αυτοί και τα παιδιά των και έτσι το άγιον σπέρμα του Ισραήλ, ανεμίχθη και εμολύνθη με τα ξένα έθνη της γης. Και αυτοί ακόμη οι αρχηγοί και οι επίσημοι άνδρες του Ισραήλ συμμετείχον εις την ανομίαν αυτήν εξ αρχής”.
68 καὶ ἅμα τῷ ἀκοῦσαί με ταῦτα διέρρηξα τὰ ἱμάτια καὶ τὴν ἱερὰν ἐσθῆτα καὶ κατέτιλα τοῦ τριχώματος τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ πώγωνος καὶ ἐκάθισα σύννους καὶ περίλυπος.
Μολις ήκουσα αυτά, έσχισα τα ιμάτιά μου και αυτήν την ιερατικήν μου στολήν, απέσπασα τας τρίχας της κεφαλής και του πώγωνός μου και εκάθισα σκεπτικός και περίλυπος.
69 καὶ ἐπισυνήχθησαν πρός με ὅσοι ποτὲ ἐπικινοῦντο ἐπὶ τῷ ρήματι Κυρίου Θεοῦ τοῦ Ἰσραήλ, ἐμοῦ πενθοῦντος ἐπὶ τῇ ἀνομίᾳ, καὶ ἐκαθήμην περίλυπτος ἕως τῆς δειλινῆς θυσίας.
Ενῷ δε εγώ ήμην πενθών δια την αμαρτίαν αυτήν και εκαθήμην περίλυπος έως της απογευματινής θυσίας, συνεκεντρώθησαν προς εμέ όλοι εκείνοι, οι οποίοι ευλαβούντο το θέλημα Κυρίου του Θεού του Ισραήλ και εκινούντο εις εφαρμογήν του.
70 καὶ ἐξεγερθεὶς ἐκ τῆς νηστείας, διερρηγμένα ἔχων τὰ ἱμάτια καὶ τὴν ἱερὰν ἐσθῆτα, κάμψας τὰ γόνατα καὶ ἐκτείνας τὰς χεῖρας πρὸς τὸν Κύριον ἔλεγον·
Οταν ηγέρθην από την νηστείαν και την συντριβήν αυτήν με σχισμένα τα ενδύματά μου και την ιεράν στολήν, έκαμψα τα γόνατά μου, ύψωσα τας χείρας μου προς τον Κυριον και είπα
71 Κύριε, ᾔσχυμμαι καὶ ἐντέτραμμαι κατὰ πρόσωπόν σου·
Κυριε, έχω καταληφθή από μεγάλην έντροπην ενώπιόν σου.
72 αἱ γὰρ ἁμαρτίαι ἡμῶν ἐπλεόνασαν ὑπὲρ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν, αἱ δὲ ἄγνοιαι ἡμῶν ὑπερήνεγκαν ἕως τοῦ οὐρανοῦ
Διότι αι αμαρτίαι μας επληθύνθησαν και ηυξήθησαν υπέρ τας κεφαλάς μας, αι δε λόγω της αγνοίας μας παραβάσστου θείου σου θελήματος έφθασαν έως στον ουρανόν.
73 ἔτι ἀπὸ τῶν χρόνων τῶν πατέρων ἡμῶν, καί ἐσμεν ἐν μεγάλῃ ἁμαρτίᾳ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Από τους χρόνους των πατέρων μας και εν συνεχεία μέχρι της ημέρας αυτής αμαρτάνομεν.
74 καὶ διά τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ τῶν πατέρων ἡμῶν παρεδόθημεν σὺν τοῖς ἀδελφοῖς ἡμῶν καὶ σὺν τοῖς βασιλεῦσιν ἡμῶν καὶ σὺν τοῖς ἱερεῦσιν ἡμῶν τοῖς βασιλεῦσι τῆς γῆς εἰς ρομφαίαν καὶ αἰχμαλωσίαν καὶ προνομὴν μετὰ αἰσχύνης μέχρι τῆς σήμερον ἡμέρας.
Εξ αιτίας των προσωπικών μας αμαρτιών και των αμαρτιών των πατέρων μας, παρεδόθη μεν μαζή με τους αδελφούς μας και τους βασιλείς μας και τους ιερείς ημών, εις την κυριαρχίαν των βασιλέων της γης. Αλλοι από ημάς εσφάγησαν με ρομφαίαν, άλλοι ωδηγήθησαν εις αιχμαλωσίαν, άλλοι υπέστησαν λεηλασίας, όλα με πολύν εξευτελισμόν μέχρι της σημερινής ημέρας.
75 καὶ νῦν κατὰ πόσον τι ἐγενήθη ἡμῖν ἔλεος παρὰ σοῦ, Κύριε, καταλειφθῆναι ἡμῖν ρίζαν καὶ ὄνομα ἐν τῷ τόπῳ ἁγιάσματός σου
Και τώρα πόσον τάχα έλεός σου εδόθη από σε προς ημάς, Κυριε, ώστε να απομείνη κάποιον υπόλειμμα, κάποια ρίζα, κάποιο όνομά μας στον ιερόν τούτον τόπον του ναού σου
76 καὶ τοῦ ἀνακαλύψαι φωστῆρα ἡμῖν ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν δοῦναι ἡμῖν τροφὴν ἐν τῷ καιρῷ τῆς δουλείας ἡμῶν; καὶ ἐν τῷ δουλεύειν ἡμᾶς οὐκ ἐγκατελείφθημεν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἡμῶν,
και να αναλάμψη φως εις ημάς στον οίκον Κυρίου του Θεού ημών, οδηγητικόν ωσάν φωτεινόν άστρον, και να μας δώση τροφήν κατά τον καιρόν της δουλείας μας; Δοξασμένον το όνομά σου, διότι και κατά τους χρόνους της δουλείας μας δεν εγκατελείφθημεν από τον Κυριον τον Θεόν μας.
77 ἀλλὰ ἐποίησεν ἡμᾶς ἐν χάριτι ἐνώπιον τῶν βασιλέων Περσῶν δοῦναι ἡμῖν τροφὴν
Αλλά έφερεν ετσι τα πράγματα, ώστε ημείς να εύρωμεν χάριν ενώπιον των βασιλέων των Περσών και να μας δίδουν αυτοί τροφάς.
78 καὶ δοξάσαι τὸ ἱερὸν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ ἐγεῖραι τὴν ἔρημον Σιών, δοῦναι ἡμῖν στερέωμα ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Ἱερουσαλήμ.
Εκαμεν ώστε να ευλαβηθούν και να τιμήσουν αυτοί τον ναόν του Κυρίου μας και να ευδοκήσουν, ώστε να ανοικοδομηθή η ερημωθείσα Σιών, δια να δοθή εις ημάς κάποια σταθερά και ασφαλής παραμονή εις την Ιουδαίαν και την Ιερουσαλήμ.
79 καὶ νῦν τί ἐροῦμεν, Κύριε, ἔχοντες ταῦτα; παρέβημεν γὰρ τὰ προστάγματά σου, ἃ ἔδωκας ἐν χειρὶ τῶν παίδων σου τῶν προφητῶν λέγων,
Και τώρα ημείς οι αμαρτωλοί και παραβάται τι θα είπωμεν, Κυριε, έχοντες αυτά υπ' όψιν; Διότι παρέβημεν τα προστάγματά σου, τα οποία δια μέσου των δούλων σου των προφητών παρέδωσες λέγων·
80 ὅτι ἡ γῆ, εἰς ἣν εἰσέρχεσθε κληρονομῆσαι, ἔστι γῆ μεμολυσμένη μολυσμῷ τῶν ἀλλογενῶν τῆς γῆς, καὶ τῆς ἀκαθαρσίας αὐτῶν ἐνέπλησαν αὐτήν.
Οτι η γη, εις την οποίαν εισέρχεσθε δια να την κατακτήσετε και κληρονομήσετε, είναι μολυσμένη από τας ηθικάς ακαθαρσίας των ξένων λαών της χώρας αυτής και αι ασχημίαι των την έχουν πλημμυρίσει.
81 καὶ νῦν τὰς θυγατέρας ὑμῶν μὴ συνοικήσητε τοῖς υἱοῖς αὐτῶν καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν μὴ λάβητε τοῖς υἱοῖς ὑμῶν·
Και τώρα ακούσατέ με. Τας θυγατέρας σας να μη τας δώσετε ως συζύγους στους υιούς των ανδρών της χώρας αυτής και σεις να μη λάβετε τας θυγατέρας εκείνων ως συζύγους δια τα παιδιά σας.
82 καὶ οὐ ζητήσετε εἰρηνεῦσαι τὰ πρὸς αὐτοὺς τὸν ἅπαντα χρόνον, ἵνα ἰσχύσαντες φάγητε τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, καὶ κατακληρονομήσητε τοῖς τέκνοις ὑμῶν ἕως αἰῶνος.
Καθ' όλον τον χρόνον της ζωής σας δεν θα επιζητήσετε να έχετε ειρήνην με αυτούς, διότι έτσι θα ημπορέσετε να απολαύσετε τα αγαθά της χώρας αυτής και να τα αφήνετε ως κληρονομίαν εις τα παιδιά σας εις όλους τους αιώνας.
83 καὶ τὰ συμβαίνοντα πάντα ἡμῖν γίνεται διὰ τὰ ἔργα ἡμῶν τὰ πονηρὰ καὶ τὰς μεγάλας ἁμαρτίας ἡμῶν. σὺ γάρ, Κύριε, ἐκούφισας τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ
Αυτά είπες, Κυριε, δια τούτο και κάθε συμφορά, η οποία μας ευρίσκει, έρχεται ένεκα της κακής μας διαγωγής και των μεγάλων αμαρτιών μας. Και όμως συ, Κυριε, ο ελεήμων μας ανεκούφισες επανειλημμένως από τας αμαρτίας μας
84 ἔδωκας ἡμῖν τοιαύτην ρίζαν· πάλιν ἀνεκάμψαμεν παραβῆναι τὸν νόμον σου εἰς τὸ ἐπιμιγῆναι τῇ ἀκαθαρσίᾳ τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς.
και έδωσες εις ημάς αυτήν την εθνικήν ρίζαν. Ημείς όμως αδιόρθωτοι επανήλθομεν και πάλιν εις την παράβασιν του νόμου σου, διότι ανεμίχθημεν, δια των παρανόμων αυτών γάμων μας, με τους ακαθάρτους ειδωλολατρικούς λαούς αυτής της χώρας.
85 οὐχὶ ὠργίσθης ἡμῖν ἀπολέσαι ἡμᾶς ἕως τοῦ μὴ καταλιπεῖν ρίζαν καὶ σπέρμα καὶ ὄνομα ἡμῶν;
Και όμως συ, Κυριε,δεν ωργίσθης, ώστε να μας εξολοθρεύσης εξ ολοκλήρου και να μη μείνη από ημάς ούτε ρίζα, ούτε σπέρμα, ούτε καν τα όνομά μας;
86 Κύριε τοῦ Ἰσραήλ, ἀληθινὸς εἶ· κατελείφθημεν γὰρ ρίζα ἐν τῇ σήμερον.
Κυριε, Θεέ του Ισραήλ, συ είσαι αξιόπιστος και συνεπής εις τας υποσχέσεις σου. Δια τούτο και παρέμεινε μέχρι σήμερον κάποια ρίζα από ημάς.
87 ἰδοὺ νῦν ἐσμεν ἐνώπιόν σου ἐν ταῖς ἀνομίαις ἡμῶν· οὐ γάρ ἐστι στῆναι ἔτι ἔμπροσθέν σου ἐπὶ τούτοις.
Ιδού λοιπόν, Κυριε, είμεθα ενώπιόν σου με την συναίσθησιν των ανομιών μας. Δεν έχομεν το θάρρος να σταθώμεν όρθιοι ενώπιόν σου εξ αιτίας των ανομιών μας”.
88 Καὶ ὅτε προσευχόμενος Ἔσδρας ἀνθωμολογεῖτο κλαίων χαμαιπετὴς ἔμπροσθεν τοῦ ἱεροῦ, ἐπισυνήχθησαν πρὸς αὐτὸν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ ὄχλος πολὺς σφόδρα, ἄνδρες καὶ γυναῖκες καὶ νεανίαι· κλαυθμὸς γὰρ ἦν μέγας ἐν τῷ πλήθει.
Την ώραν κατά την οποίαν ο Εσδρας με δάκρυα στους οφθαλμούς και πρηνής ενώπιον του ναού, προσηύχετο και εξωμολογείτο αυτά τα αμαρτήματα, συνεκεντρώθη ολόγυρα προς αυτόν πάρα πολύς λαός από την Ιερουσαλήμ, άνδρες, γυναίκες και νέοι. Ολον δε αυτό το πλήθος συναισθανόμενον την βαρείαν ενοχήν του απέναντι του Κυρίου ανελύθη εις πολύ μεγάλον κλαυθμόν.
89 καὶ φωνήσας Ἰεχονίας Ἰεήλου τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ εἶπεν· Ἔσδρα, ἡμεῖς ἡμάρτομεν εἰς τὸν Κύριον καὶ συνῳκίσαμεν γυναῖκας ἀλλογενεῖς ἐκ τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς. καὶ νῦν ἐστιν ἐπάνω πᾶς Ἰσραήλ·
Τοτε ο Ιεχονίας, υιός του Ιεήλου, από τους απογόνους του Ισραήλ, ανεφώνησε με μεγάλων φωνήν και είπεν· “Εσδρα, ημείς ημαρτήσαμεν ενώπιον του Κυρίου και ελάβαμεν ως συζύγους γυναίκας αλλογενείς από τα ειδωλολατρικά έθνη της γης. Αλλά τώρα όλος ο ισραηλιτικός λαός είναι έτοιμος να επανορθώση το σφάλμα του.
90 ἐν τούτῳ γινέσθω ἡμῖν ὁρκωμοσία πρὸς τὸν Κύριον, ἐκβαλεῖν πάσας τὰς γυναῖκας ἡμῶν τὰς ἐκ τῶν ἀλλογενῶν σὺν τοῖς τέκνοις αὐτῶν, ὡς ἐκρίθη σοι, καὶ ὅσοι πειθαρχοῦσι τῷ νόμῳ Κυρίου.
Δια τούτο ενόρκως θα υποσχεθώμεν ενώπιον του Κυρίου, να εκδιώξωμεν όλας τας γυναίκας, τας οποίας επήραμεν από τους ξένους λαούς, όπως επίσης και τα παιδιά τα οποία εγεννήθησαν από αυτάς, όπως συ θέλεις. Αυτό θα κάμουν όλοι οι Ισραηλίται, οι οποίοι υπακούουν στον νόμον του Κυρίου.
91 ἀναστὰς ἐπιτέλει· πρός σε γὰρ τὸ πρᾶγμα, καὶ ἡμεῖς μετὰ σοῦ ἰσχὺν ποιεῖν.
Σηκω λοιπόν και κάμε εκείνο το οποίον πρέπει, και ημείς είμεθα μαζή σου, δια να σε βοηθήσωμεν”.
92 καὶ ἀναστὰς Ἔσδρας ὥρκισε τοὺς φυλάρχους τῶν ἱερέων καὶ Λευιτῶν παντὸς τοῦ Ἰσραὴλ ποιῆσαι κατὰ ταῦτα· καὶ ὤμοσαν.
Ο Εσδρας εσηκώθη και ώρκισε τους αρχηγούς των ιερέων, των Λευιτών και όλων των Ισραηλιτών να εφαρμόσουν όλα αυτά. Εκείνοι δε εδέχθησαν και ωρκίσθησαν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα