ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ βασιλεὺς Δαρεῖος ἐποίησε δοχὴν μεγάλην πᾶσι τοῖς ὑπ᾿ αὐτὸν καὶ πᾶσι τοῖς οἰκογενέσιν αὐτοῦ καὶ πᾶσι τοῖς μεγιστᾶσι τῆς Μηδίας καὶ τῆς Περσίδος
Ο βασιλεύς Δαρείος παρέθεσε συμπόσιον μέγα εις όλους τους υπό την εξουσίαν του, στους δούλους του, που είχαν γεννηθή στον οίκον του, εις όλους τους αυλικούς και τους μεγιστάνας της Μηδίας και της Περσίας,
2 καὶ πᾶσι τοῖς σατράπαις καὶ στρατηγοῖς καὶ τοπάρχαις τοῖς ὑπ᾿ αὐτόν, ἀπὸ τῆς Ἰνδικῆς μέχρις Αἰθιοπίας ἐν ταῖς ἑκατὸν εἰκοσιεπτὰ σατραπείαις.
εις όλους τους σατράπας, τους στρατηγούς, τους διοικητάς διαφόρων περιοχών της βασιλείας του από των Ινδιών μέχρι της Αιθιοπίας εις εκατόν είκοσι επτά διοικητικάς περιφερείας.
3 καὶ ἐφάγοσαν καὶ ἐπίοσαν καὶ ἐμπλησθέντες ἀνέλυσαν. ὁ δὲ Δαρεῖος ὁ βασιλεὺς ἀνέλυσεν εἰς τὸν κοιτῶνα ἑαυτοῦ καὶ ἐκοιμήθη καὶ ἔξυπνος ἐγένετο.
Αυτοί έφαγον, έπιον και, όταν εχόρτασαν, απεσύρθησαν, δια να αναπαυθούν. Ο βασιλεύς Δαρείος απεσύρθη και αυτός στον κοιτώνα του, δια να κοιμηθή, αλλά έμεινε ξυπνητός.
4 τότε οἱ τρεῖς νεανίσκοι οἱ σωματοφύλακες οἱ φυλάσσοντες τὸ σῶμα τοῦ βασιλέως εἶπαν ἕτερος πρὸς τὸν ἕτερον·
Τοτε οι τρεις νεαροί σωματοφύλακες, οι οποίοι εφύλασσαν τον βασιλέα, είπαν ο ένας προς τον άλλον·
5 εἴπωμεν ἕκαστος ἡμῶν ἕνα λόγον, ὃς ὑπερισχύσει· καὶ οὗ ἐὰν φανῇ τὸ ρῆμα αὐτοῦ σοφώτερον τοῦ ἑτέρου, δώσει αὐτῷ Δαρεῖος ὁ βασιλεὺς δωρεὰς μεγάλας καὶ ἐπινίκια μεγάλα
“ας πη ο καθένας από ημάς μίαν γνώμην, δια να ίδωμεν τίνος θα είναι η καλυτέρα. Εις εκείνον δέ, του οποίου η γνώμη θα είναι σοφωτέρα από την γνώμην των άλλων, ο βασιλεύς Δαρείος θα δώση μεγάλας δωρεάς και θα απονείμη μεγάλον έπαινον.
6 καὶ πορφύραν περιβαλέσθαι καὶ ἐν χρυσώμασι πίνειν καὶ ἐπὶ χρυσῷ καθεύδεν καὶ ἅρμα χρυσοχάλινον καὶ κίδαριν βυσσίνην καὶ μανιάκην περὶ τὸν τράχηλον,
Ο βασιλεύς θα εγκρίνη, ώστε αυτός να ενδυθή πορφύραν, να πίνη με χρυσά ποτήρια, να κοιμάται επάνω εις χρυσήν κλίνην, να έχη άρμα, του οποίου οι ίπποι θα φέρουν χρυσούς χαλινούς, να φορή κίδαριν εις την κεφαλήν του από βύσσον και περιδέραιον γύρω από τον τράχηλόν του.
7 καὶ δεύτερος καθιεῖται Δαρείου διὰ τὴν σοφίαν αὐτοῦ καὶ συγγενὴς Δαρείου κληθήσεται.
Αυτός θα έχη την δευτέραν μετά τον Δαρείον θέσιν ένεκα της σοφίας του και θα αναγνωρισθή συγγενής του Δαρείου”.
8 καὶ τότε γράψαντες ἕκαστος τὸν ἑαυτοῦ λόγον ἐσφραγίσαντο καὶ ἔθηκαν ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιον Δαρείου τοῦ βασιλέως καὶ εἶπαν·
Εγραψαν τότε ο καθένας από αυτούς την γνώμην του, την εσφράγισαν και έθεσαν αυτήν κάτω από το προσκεφάλαιον του βασιλέως και είπαν·
9 ὅταν ἐγερθῇ ὁ βασιλεύς, δώσουσιν αὐτῷ τὸ γράμμα, καὶ ὃν ἂν κρίνῃ ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ τρεῖς μεγιστᾶνες τῆς Περσίδος ὅτι οὗ ὁ λόγος αὐτοῦ σοφώτερος, αὐτῷ δοθήσεται τὸ νῖκος καθὼς γέγραπται.
“όταν εξυπνήση ο βασιλεύς, θα δώσωμεν εις αυτόν τας γραπτάς αυτάς γνώμας μας και εις εκείνον, του οποίου η γραπτή γνώμη ήθελε προκριθή ως σοφωτέρα από τον βασιλέα και τους τρεις μεγιστάνας της Περσίας, θα δοθή η νίκη, όπως έχομεν γραπτώς συμφωνήσει”.
10 ὁ εἷς ἔγραψεν, ὑπερισχύει ὁ οἶνος.
Ο ένας από αυτούς έγραψεν ότι το κρασί είναι το ισχυρότερον.
11 ὁ ἕτερος ἔγραψεν, ὑπερισχύει ὁ βασιλεύς.
Ο άλλος έγραψεν ισχυρότερος είναι ο βασιλεύς,
12 ὁ τρίτος ἔγραψεν, ὑπερισχύουσιν αἱ γυναῖκες, ὑπὲρ δὲ πάντα νικᾷ ἡ ἀλήθεια.
ο δε τρίτος έγραψεν, ισχυρότεροι από όλους είναι αι γυναίκες, αλλά υπεράνω από όλα νικά η αλήθεια.
13 καὶ ὅτε ἐξηγέρθη ὁ βασιλεύς, λαβόντες τὸ γράμμα ἔδωκαν αὐτῷ, καὶ ἀνέγνω.
Οταν ο βασιλεύς εσηκώθη, επήραν τα γραπτά αυτά κείμενα και τα έδωσαν στον βασιλέα, ο δε βασιλεύς τα ανέγνωσε.
14 καὶ ἐξαποστείλας ἐκάλεσε πάντας τοὺς μεγιστᾶνας τῆς Περσίδος καὶ τῆς Μηδείας καὶ τοὺς σατράπας καὶ στρατηγοὺς καὶ τοπάρχας καὶ ὑπάτους καὶ ἐκάθισεν ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, καὶ ἀνεγνώσθη τὸ γράμμα ἐνώπιον αὐτῶν.
Ο βασιλεύς έστειλε τότε αγγελιαφόρους και εκάλεσεν όλους τους μεγιστάνας της Περσίας και της Μηδίας, τους σατράπας, τους στρατηγούς, τους διοικητάς χωρών και τους άλλους ανωτάτους άρχοντας, τους ώρισε να καθίσουν εις την αίθουσαν του ανακτόρου του και ενώπιον αυτών ανεγνώσθησαν αι γραπταί γνώμαι.
15 καὶ εἶπε· καλέσατε τοὺς νεανίσκους, καὶ αὐτοὶ δηλώσουσι τοὺς λόγους ἑαυτῶν· καὶ ἐκλήθησαν καὶ εἰσήλθοσαν.
Κατόπιν διέταξεν ο βασιλεύς· “καλέσατε τους νεαρούς δούλους μου, δια να αποσαφηνίσουν εδώ τας γνώμας των”. Αυτοί εκλήθησαν και εισήλθον εις την αίθουσαν του ανακτόρου.
16 καὶ εἶπαν αὐτοῖς· ἀπαγγείλατε ἡμῖν περὶ τῶν γεγραμμένων.
Ο βασιλεύς και οι άρχοντες είπαν προς αυτούς· “αναλύσατέ μας αυτά, τα οποία έχετε γράψει”.
17 Καὶ ἤρξατο ὁ πρῶτος ὁ εἴπας περὶ τῆς ἰσχύος τοῦ οἴνου καὶ ἔφη οὕτως· ἄνδρες, πῶς ὑπερισχύει ὁ οἶνος; πάντας τοὺς ἀνθρώπους τοὺς πιόντας αὐτὸν πλανᾷ τὴν διάνοιαν·
Πρώτος ήρχισεν εκείνος, που είχε γράψει ότι ο οίνος είναι ο ισχυρότερος και είπεν ως εξής· “άνδρες, ερωτάτε πως ο οίνος είναι ο ισχυρότερος; Ακούσατε. Αυτός πλανά την σκέψιν όλων των ανθρώπων, οι οποίοι τον πίνουν.
18 τοῦ τε βασιλέως καὶ τοῦ ὀρφανοῦ ποιεῖ τὴν διάνοιαν μίαν, τήν τε τοῦ οἰκέτου καὶ τὴν τοῦ ἐλευθέρου, τήν τε τοῦ πένητος καὶ τὴν τοῦ πλουσίου.
Αυτός κάμνει την σκέψιν του βασιλέως και του ορφανού, του δούλου και του ελευθέρου ίσην, του πτωχού και του πλουσίου μίαν και την αυτήν.
19 καὶ πᾶσαν διάνοιαν μεταστρέφει εἰς εὐωχίαν καὶ εὐφροσύνην καὶ οὐ μέμνηται πᾶσαν λύπην καὶ πᾶν ὀφείλημα.
Καθε σκέψιν την μεταβάλλει εις χαράν και ευφροσύνην. Αυτός κάμνει τον άνθρωπον να μη ενθυμήται ούτε λύπην ούτε χρέος.
20 καὶ πάσας καρδίας ποιεῖ πλουσίας καὶ οὐ μέμνηται βασιλέα οὐδὲ σατράπην καὶ πάντα διὰ ταλάντων ποιεῖ λαλεῖν.
Καμνει τας καρδίας πλουσίας, ώστε αυτός, που πίνει οίνον, να μη λαμβάνη υπ' όψιν ούτε βασιλείς ούτε σατράπας. Και κάμνει τον καθένα να ομιλή περί πάντων κατά πλούσιον και γενναιόδωρον τρόπον.
21 καὶ οὐ μέμνηται, ὅταν πίνωσι, φιλιάζειν φίλοις καὶ ἀδελφοῖς, καὶ μετ᾿ οὐ πολὺ σπῶνται τὰς μαχαίρας·
Αυτός κάμνει φίλους και αδελφούς, όταν πίνουν οίνον, να μη ενθυμούνται την φιλίαν και την συγγένειάν των και έπειτα από ολίγον να ανασπούν τας μαχαίρας ο ενας εναντίον του άλλου.
22 καὶ ὅταν ἀπὸ τοῦ οἴνου ἐγερθῶσιν, οὐ μέμνηνται ἃ ἔπραξαν.
Και όταν συνέλθουν από την μέθην, δεν ενθυμούνται εκείνα που έπραξαν.
23 ὦ ἄνδρες, οὐχ ὑπερισχύει ὁ οἶνος, ὅτι οὕτως ἀναγκάζει ποιεῖν; καὶ ἐσίγησεν οὕτως εἴπας.
Ω άνδρες, δεν είναι ισχυρότερος ο οίνος, αφού αναγκάζει όλους μας να πράττωμεν τέτοια πράγματα;” Αυτά είπε και εσιώπησε.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα