ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἤγαγέ με ἐπὶ τὴν πύλην τὴν βλέπουσαν κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἐξήγαγέ με,
Ο ανήρ, που με ωδηγούσε, με έφερεν εις την ανατολικήν πύλην και δι' αυτής με έβγαλε προς το έξω μέρος.
2 καὶ ἰδοὺ δόξα Θεοῦ Ἰσραὴλ ἤρχετο κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πύλης τῆς βλεπούσης πρὸς ἀνατολάς, καὶ φωνὴ τῆς παρεμβολῆς ὡς φωνὴ διπλασιαζόντων πολλῶν, καὶ ἡ γῆ ἐξέλαμπεν ὡς φέγγος ἀπὸ τῆς δόξης κυκλόθεν.
Και ιδού, η δόξα του Θεού του ισραηλιτικού λαού ήρχετο από την οδόν, που ωδηγούσε εις την ανατολικήν πύλην. Ηκουσα βοήν αλαλαγμού στρατεύματος, την οποίαν κάτι ωσάν αντίλαλος την επολλαπλασίαζεν. Ολη η γη ελαμψεν από το φεγγοβόλημα της θείας αυτής δόξης.
3 καὶ ἡ ὅρασις, ἣν εἶδον, κατὰ τὴν ὅρασιν, ἣν εἶδον ὅτε εἰσεπορευόμην τοῦ χρῖσαι τὴν πόλιν, καὶ ἡ ὅρασις τοῦ ἅρματος, οὗ εἶδον, κατὰ τὴν ὅρασιν, ἣν εἶδον ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ τοῦ Χοβάρ· καὶ πίπτω ἐπὶ πρόσωπόν μου.
Το όραμα, το οποίον είδα, ήτο όμοιον, με το όραμα, που είχα ίδει όταν εισηρχόμην άλλοτε εις την πόλιν Ιερουσαλήμ, δια να χρίσω ωρισμένους κατοίκους της. Και το όραμα του άρματος, το οποίον είδον, ήτο όμοιον με το όραμα, που είχα ίδει πλησίον του ποταμού Χοβάρ. Αμέσως έπεσα με το πρόσωπον κάτω στο έδαφος.
4 καὶ δόξα Κυρίου εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πύλης τῆς βλεπούσης κατὰ ἀνατολάς.
Η δόξα του Κυρίου εισήλθεν στον ιερόν χώραν του ναού, από την είσοδον της ανατολικής πύλης.
5 καὶ ἀνέλαβέ με πνεῦμα καὶ εἰσήγαγέ με εἰς τὴν αὐλὴν τὴν ἐσωτέραν, καὶ ἰδοὺ πλήρης δόξης Κυρίου ὁ οἶκος.
Το Πνεύμα του Θεού με εσήκωσε και με εισήγαγε εις την εσωτερικήν αυλήν και ιδού, όλος ο οίκος του Κυρίου ήτο πλήρης από την Θείον δόξαν.
6 καὶ ἔστην, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τοῦ οἴκου λαλοῦντος πρός με, καὶ ὁ ἀνὴρ εἱστήκει ἐχόμενός μου.
Εστάθην εκεί περιδεής και ιδού, ακούω φωνήν από τον ναόν ενός ανθρώπου, που ωμιλούσε προς εμέ. Ο ανήρ, που με ωδηγούσε, είχε σταθή πλησίον μου.
7 καὶ εἶπε πρός με· υἱὲ ἀνθρώπου, ἑώρακας τὸν τόπον τοῦ θρόνου μου καὶ τὸν τόπον τοῦ ἴχνους τῶν ποδῶν μου, ἐν οἷς κατασκηνώσει τὸ ὄνομά μου ἐν μέσῳ οἴκου Ἰσραὴλ τὸν αἰῶνα· καὶ οὐ βεβηλώσουσιν οὐκέτι οἶκος Ἰσραὴλ τὸ ὄνομα τὸ ἅγιόν μου, αὐτοὶ καὶ οἱ ἡγούμενοι αὐτῶν, ἐν τῇ πορνείᾳ αὐτῶν καὶ ἐν τοῖς φόνοις τῶν ἡγουμένων ἐν μέσῳ αὐτῶν,
Και είπε προς εμέ η φωνή· “υιέ ανθρώπου, είδες τον τόπον, όπου ο θρόνος μου, και τον τόπον, όπου θα πατούν οι πόδες μου, τα μέρη όπου θα κατασκηνώση το Ονομά μου, ανάμεσα στον ισραηλιτικόν λαόν εις όλους τους αιώνας. Τοτε δεν θα μολύνουν πλέον οι Ισραηλίται το άγιόν μου Ονομα, τόσον οι άνθρωποι του λαού όσον και οι άρχοντές των, με το να εκτρέπωνται εις πορνείας και να διαπράττουν φόνους μεταξύ των οι άρχοντες του λαού και οι άνθρωποι του λαού.
8 ἐν τῷ τιθέναι αὐτοὺς τὸ πρόθυρόν μου ἐν τοῖς προθύροις αὐτῶν καὶ τὰς φλιάς μου ἐχομένας τῶν φλιῶν αὐτῶν καὶ ἔδωκαν τὸν τοῖχόν μου ὡς συνεχόμενον ἐμοῦ καὶ αὐτῶν καὶ ἐβεβήλωσαν τὸ ὄνομα τὸ ἅγιόν μου ἐν ταῖς ἀνομίαις αὐτῶν, αἷς ἐποίουν· καὶ ἐξέτριψα αὐτοὺς ἐν θυμῷ μου καὶ ἐν φόνῳ.
Ούτε θα θέτουν το κατώφλιον των οικιών των πλησίον εις τα πρόθυρα του ναού μου και τα ανώφλια των οικιών των πλησίον εις τα ανώφλια του οίκου μου, πλησιάζοντες τον τοίχον των οικιών των προς τον τοίχον του ναού μου, όπως έκαναν άλλοτε και εβεβήλωναν το άγιον Ονομά μου με τας παρανομίας, τας οποίας διέπραττον. Δια τας παρανομίας των ακριβώς αυτάς τους συνέτριψα τότε επάνω εις την έκκρηξιν του δικαίου θυμού μου και τους παρέδωσα εις φόνον μαχαίρας.
9 καὶ νῦν ἀπωσάσθωσαν τὴν πορνείαν αὐτῶν καὶ τοὺς φόνους τῶν ἡγουμένων αὐτῶν ἀπ' ἐμοῦ, καὶ κατασκηνώσω ἐν μέσῳ αὐτῶν τὸν αἰῶνα.
Τωρα, λοιπόν, ας απωθήσουν όλοι μακράν τας πορνείας των, οι αρχηγοί των μακράν από εμέ τους αδίκους φόνους, που διέπραττον. Και τότε εγώ θα κατασκηνώσω εν μέσω αυτών εις όλους τους αιώνας.
10 καὶ σύ, υἱὲ ἀνθρώπου, δεῖξον τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ τὸν οἶκον, καὶ κοπάσουσιν ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν· καὶ τὴν ὅρασιν αὐτοῦ καὶ τὴν διάταξιν αὐτοῦ,
Και συ, υιέ ανθρώπου, δείξε και φανέρωσε αυτά τα σχετικά με τον Ναόν στον ισραηλιτικόν λαόν, δια να καταπαύσουν πλέον τας αμαρτίας των. Δείξε το όραμα τούτο του Θεού με όλας τας λεπτομερείας του,
11 καὶ αὐτοὶ λήψονται τὴν κόλασιν αὐτῶν περὶ πάντων, ὧν ἐποίησαν. καὶ διαγράψεις τὸν οἶκον καὶ τὰς ἐξόδους αὐτοῦ καὶ τὴν ὑπόστασιν αὐτοῦ καὶ πάντα τά προστάγματα αὐτοῦ καὶ πάντα τὰ νόμιμα αὐτοῦ γνωριεῖς αὐτοῖς καὶ διαγράψεις ἐναντίον αὐτῶν, καὶ φυλάξονται πάντα τὰ δικαιώματά μου καὶ πάντα τὰ προστάγματά μου καὶ ποιήσουσιν αὐτά·
δια να ίδουν το μεγαλείον του και καταισχυνθούν δι' όλα εκείνα, τα οποία είχαν διαπράξει. Θα περιγράψης και θα καταστήσης εις αυτούς γνωστόν τον ναόν τούτον, τας εισόδους και τας εξόδους, την όλην υπόστασιν και μορφήν του. Θα ανακοινώσης εις αυτούς όλα τα προστάγματά μου σχετικώς με τον ναόν και τους δι' αυτόν νόμους μου. Θα κατάστησης όλα αυτά γνωστά εις αυτούς, θα τα περιγράψης ενώπιον των. Εκείνοι θα προσέξουν όλας αυτάς τας εντολάς μου και όλα τα προστάγματά μου και θα τα εκτελέσουν.
12 καὶ τὴν διαγραφὴν τοῦ οἴκου ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους, πάντα τὰ ὅρια αὐτοῦ κυκλόθεν ἅγια ἁγίων.
Θα περιγραψης εις αυτούς τον ναόν μου, που είναι κτισμένος εις την κορυφήν του όρους, και όλα τα γύρω από αυτόν αγιώτατα αντικείμενα”.
13 Καὶ ταῦτα τὰ μέτρα τοῦ θυσιαστηρίου ἐν πήχει τοῦ πήχεως καὶ παλαιστῆς· κόλπωμα βάθους ἐπὶ πῆχυν καὶ πῆχυς τὸ εὖρος, καὶ γεῖσος ἐπὶ τὸ χεῖλος αὐτοῦ κυκλόθεν σπιθαμῆς. καὶ τοῦτο τὸ ὕψος τοῦ θυσιαστηρίου·
Αυτά είναι τα μέτρα του θυσιαστηρίου, με μέτρον τον πήχυν συν μίαν παλάμην. Η κολπωτή βάσις είναι ενός πήχεως ύψους. Το πλάτος γύρω από την βάσιν ένας πήχυς. Γυρω από την βάσιν εξέχει γείσος μιας σπιθαμής- ήτοι, ημίσεως πήχεως- το δε ύψος του θυσιαστηρίου είναι το εξής·
14 ἐκ βάθους τῆς ἀρχῆς τοῦ κοιλώματος αὐτοῦ πρὸς τὸ ἱλαστήριον τὸ μέγα τὸ ὑποκάτωθεν πηχῶν δύο καὶ τὸ εὖρος πήχεως· καὶ ἀπὸ τοῦ ἱλαστηρίου τοῦ μικροῦ ἐπὶ τὸ ἱλαστήριον τὸ μέγα πήχεις τέσσαρες καὶ εὖρος πῆχυς·
Από την βάσιν του και ειδικωτερα από την αρχήν του κοιλώματος αυτής προς το μέγα ιλαστήριον, το υποκατω τμήμα είναι ύψους δυο πήχεων, τα δε γύρω της βάσεως πλάτους ενός πήχεως. Από το μικρόν ιλαστήριον μέχρι το μέγα ιλαστήριον ύψος τέσσαρες πήχεις. Ο γύρος της βάσεως πλάτος ένας πήχυς.
15 καὶ τῷ ἀριὴλ πηχῶν τεσσάρων, καὶ ἀπὸ τοῦ ἀριὴλ καὶ ὑπεράνω τῶν κεράτων πῆχυς·
Το επάνω τμήμα του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων, το Αριήλ, ήτο ύψους τεσσάρων πήχεων. Επάνω από το Αριήλ υπάρχουν τα κέρατα του θυσιαστηρίου ύψους ενός πήχεως.
16 καὶ τὸ ἀριὴλ πηχῶν δώδεκα μήκους ἐπὶ πήχεις δώδεκα πλάτους, τετράγωνον ἐπὶ τὰ τέσσαρα μέρη αὐτοῦ.
Το Αριήλ, τετράγωνον το σχήμα είχεν· εκάστη πλευρά του ήτο μήκους δώδεκα πήχεων, εις τετράγωνον σχήμα δώδεκα επί δώδεκα.
17 καὶ τὸ ἱλαστήριον πηχῶν δεκατεσσάρων τὸ μῆκος ἐπὶ πήχεις δεκατέσσαρας τὸ εὖρος ἐπὶ τέσσαρα μέρη αὐτοῦ· καὶ τὸ γεῖσος αὐτῷ κυκλόθεν κυκλούμενον αὐτῷ. ἥμισυ πήχεως, καὶ τὸ κύκλωμα αὐτοῦ πῆχυς κυκλόθεν· καὶ οἱ κλιμακτῆρες αὐτοῦ βλέποντες κατὰ ἀνατολάς.
Του κάτω του θυσιαστηρίου μέρους της βάσεως, εκάστη πλευρά ήτο μήκους δώδεκα πήχεων. Γυρω δε από την βάσιν από όλας τας πλευράς υπήρχε γείσος πλάτους ημίσεος πήχεως και άλλος εσωτερικός γύρος κύκλω αυτού πλάτος ενός πήχεως. Αι βαθμίδες του θυσιαστηρίου ευρίσκοντο προς το ανατολικόν μέρος.
18 καὶ εἶπε πρός με· υἱὲ ἀνθρώπου, τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ταῦτα τὰ προστάγματα τοῦ θυσιαστηρίου ἐν ἡμέρᾳ ποιήσεως αὐτοῦ τοῦ ἀναφέρειν ἐπ' αὐτοῦ ὁλοκαυτώματα καὶ προσχέειν πρὸς αὐτὸ αἷμα.
Ο ανήρ εκείνος μου είπεν· “υιέ ανθρώπου, αυτά λέγει ο Κυριος ο Θεός του Ισραήλ· αυταί είναι αι εντολαί μου σχετικώς με τα μέτρα και την μορφήν του θυσιαστηρίου κατά την ημέραν, κατά την οποίαν θα κατασκευασθή. Εις αυτό θα προσφέρωνται ολοκαυτώματα και θα το ραντίζουν με το αίμα των θυσιαζομένων ζώων.
19 καὶ δώσεις τοῖς ἱερεῦσι τοῖς Λευίταις τοῖς ἐκ τοῦ σπέρματος Σαδδοὺκ τοῖς ἐγγίζουσι πρός με, λέγει Κύριος ὁ Θεός, τοῦ λειτουργεῖν μοι, μόσχον ἐκ βοῶν περὶ ἁμαρτίας·
Εις δε τους ιερείς, τους λευίτας, οι οποίοι κατάγονται από τους απογόνους του Σαδδούκ, εις αυτούς οι οποίοι με πλησιάζουν, λέγει ο Κυριος, δια να με υπηρετούν, θα δώσης ένα μόσχον από τα βόϊδια, δια να τον προσφέρουν ως θυσίαν δια τας αμαρτίας του λαού.
20 καὶ λήψονται ἐκ τοῦ αἵματος αὐτοῦ καὶ ἐπιθήσουσιν ἐπὶ τὰ τέσσαρα κέρατα τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἐπὶ τὰς τέσσαρας γωνίας τοῦ ἱλαστηρίου καὶ ἐπὶ τὴν βάσιν κύκλῳ καὶ ἐξιλάσονται αὐτό·
Οι ιερείς αυτοί θα πάρουν από το αίμα του μόσχου και θα θέσουν εις τα τέσσερα άκρα του θυσιαστηρίου, εις τας τέσσαρας γωνίας του ιλαστηρίου και στον γείσον της βάσεως γύρω-γύρω και θα το εξαγνίσουν.
21 καὶ λήψονται τὸν μόσχον τὸν περὶ ἁμαρτίας, καὶ κατακαυθήσεται ἐν τῷ ἀποκεχωρισμένῳ τοῦ οἴκου ἔξωθεν τῶν ἁγίων.
Θα πάρουν έπειτα τον μόσχον, που έχει προσφερθή θυσία δια τας αμαρτίας του λαού, και θα τον καύσουν εις χωριστόν τόπον έξω από τον ιερόν χώρον.
22 καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ δευτέρᾳ λήψονται ἐρίφους δύο αἰγῶν ἀμώμους ὑπὲρ ἁμαρτίας καὶ ἐξιλάσονται τὸ θυσιαστήριον καθότι ἐξιλάσαντο ἐν τῷ μόσχῳ·
Κατά την δευτέραν ημέραν θα πάρουν δύο ερίφια από τας αίγας αρτιμελή και υγιή, τα οποία θα προσφέρουν θυσίας δια τας αμαρτίας του λαού και με αυτά θα εξαγνίσουν και θα καθαγιάσουν το θυσιαστήριον, όπως το καθηγίασαν με τον μόσχον.
23 καὶ μετὰ τὸ συντελέσαι τὸν ἐξιλασμὸν προσοίσουσι μόσχον ἐκ βοῶν ἄμωμον καὶ κριὸν ἐκ προβάτων ἄμωμον,
Και όταν τελείωση αυτός ο καθαγιασμός, θα πάρουν ένα αρτιμελή και υγιή μόσχον από τα βόϊδια και ένα κριον επίσης υγιή και αρτιμελή από τα αιγοπρόβατα
24 καὶ προσοίσετε ἐναντίον Κυρίου, καὶ ἐπιρρίψουσιν οἱ ἱερεῖς ἐπ' αὐτὰ ἅλα καὶ ἀνοίσουσιν αὐτὰ ὁλοκαυτώματα τῷ Κυρίῳ.
και θα προσφέρουν αυτά θυσίαν προς τον Κυριον. Επάνω εις αυτά οι ιερείς θα ρίψουν άλατι και θα τα προσφέρουν ολοκαυτώματα προς τον Κυριον.
25 ἑπτὰ ἡμέρας ποιήσεις ἔριφον ὑπὲρ ἁμαρτίας καθ' ἡμέραν καὶ μόσχον ἐκ βοῶν καὶ κριὸν ἐκ προβάτων, ἄμωμα ποιήσουσιν
Επί επτά δε ημέρας θα προσφέρης θυσίαν ένα ερίφιον δια τας αμαρτίας του λαού, ένα καθ' εκάστην ημέραν. Επίσης κατά τας επτά αυτάς ημέρας θα προσφέρης ένα μόσχον από τα βόϊδια και ένα κριον από τα αιγοπρόβατα, υγιή και αρτιμελή. Ενα κάθε ημέραν θα προσφέρης θυσίαν.
26 ἑπτὰ ἡμέρας· καὶ ἐξιλάσονται τὸ θυσιαστήριον καὶ καθαριοῦσιν αὐτὸ καὶ πλήσουσι χεῖρας αὐτῶν.
Αυτό δε επί επτά ημέρας. Ετσι θα εξαγνίσουν και θα καθαγιάσουν οι ιερείς το θυσιαστήριον, θα το καθαρίσουν προσφέροντες με τα χέρια των θυσίας.
27 καὶ ἔσται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὀγδόης καὶ ἐπέκεινα ποιήσουσιν οἱ ἱερεῖς ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ τὰ τοῦ σωτηρίου ὑμῶν. καὶ προσδέξομαι ὑμᾶς, λέγει Κύριος.
Από την ογδόην δε ημέραν και έπειτα οι ιερείς θα προσφέρουν κανονικώς πλέον επάνω στο θυσιαστήριον αυτό τα ολοκαυτώματά σας και τας θυσίας του σωτηρίου σας. Τοτε θα σας δεχθώ” λέγει ο Κυριος.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα