ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ο Κυριος ωμιληοε προς εμέ και είπεν·
2 Υἱὲ ἀνθρώπου, λάλησον τοῖς υἱοῖς τοῦ λαοῦ σου καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· γῆ, ἐφ' ἣν ἂν ἐπάγω ρομφαίαν, καὶ λάβῃ ὁ λαὸς τῆς γῆς ἄνθρωπον ἕνα ἐξ αὐτῶν καὶ δῶσιν αὐτὸν ἑαυτοῖς εἰς σκοπόν,
“υιέ ανθρώπου, λάλησον προς τους ανθρώπους του λαού σου και είπε προς αυτούς· Εάν εγώ αποστείλω εις κάποιαν χώραν εχθρικήν μάχαιραν, ο δε λαός της χώρας αυτής εκλέξη ένα άνθρωπον από τους πολίτας της και καταστήση αυτόν ως φρουρόν του,
3 καὶ ἴδῃ τὴν ρομφαίαν ἐρχομένην ἐπὶ τὴν γῆν καὶ σαλπίσῃ τῇ σάλπιγγι καὶ σημάνῃ τῷ λαῷ,
όταν ο φρουρός εκείνος ίδη την εχθρικήν μάχαιραν να επέρχεται εναντίον της χώρας του και σαλπίση με την σάλπιγγα, αναγγείλη και επισημάνη στον λαόν τον κίνδυνον
4 καὶ ἀκούσῃ ὁ ἀκούσας τὴν φωνὴν τῆς σάλπιγγος καὶ μὴ φυλάξηται, καὶ ἐπέλθῃ ἡ ρομφαία καὶ καταλάβῃ αὐτόν, τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ἔσται·
και ο λαός, αν και θα ακούση την φωνήν της σάλπιγγας, δεν θα προφυλαχθή, επέλθη δε κατόπιν φονική η ρομφαία του εχθρού εναντίον αυτού και τον καταλάβη και σφάξη τον λαόν αυτόν, η ευθύνη του αίματος θα πέση βεβαίως πάνω εις την κεφαλήν του λαού αυτού.
5 ὅτι τὴν φωνὴν τῆς σάλπιγγος ἀκούσας οὐκ ἐφυλάξατο, τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐπ' αὐτοῦ ἔσται, καὶ οὗτος ὅτι ἐφυλάξατο, τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐξείλατο.
Τούτο δέ, διότι ο λαός μολονότι ήκουσε την φωνήν της σάλπιγγος, δεν προεφυλάχθη, δεν έλαβε τα μέτρα του. Δι' αυτό η ευθύνη του χυθέντος αίματός του θα πέση επάνω του. Ο φρουρός όμως, επειδή αγρύπνως εφύλαττε την πόλιν, θα σώση την ζωήν του.
6 καὶ ὁ σκοπός, ἐὰν ἴδῃ τὴν ρομφαίαν ἐρχομένην καὶ μὴ σημάνῃ τῇ σάλπιγγι, καὶ ὁ λαὸς μὴ φυλάξηται, καὶ ἐλθοῦσα ἡ ρομφαία λάβῃ ἐξ αὐτῶν ψυχήν, αὕτη διὰ τὴν αὐτῆς ἀνομίαν ἐλήφθη, καὶ τὸ αἷμα ἐκ χειρὸς τοῦ σκοποῦ ἐκζητήσω.
Εάν όμως ο φρουρός ίδη την επερχομένην έχθρικην δύναμιν και δεν σαλπίση με την σάλπιγγά του, ώστε να ειδοποίηση και προφυλαχθή ο λαός, και ένας ακόμη από τους πολίτας να φονευθή από την επελθούσαν εχθρικήν μάχαιραν, έστω και αν αυτός ο φονευθείς έχασε την ζωήν του εξ αιτίας άλλων αμαρτιών του, θα ζητήσω εγώ ευθύνας από τον αμελή εκείνον φρουρόν της χώρας.
7 καὶ σύ, υἱὲ ἀνθρώπου, σκοπὸν δέδωκά σε τῷ οἴκῳ Ἰσραήλ, καὶ ἀκούσῃ ἐκ στόματός μου λόγον.
Και σένα, ω υιέ του ανθρώπου, σε έχω εγκαταστήσει φρουρόν στον ισραηλιτικόν λαόν, δια να ακούσης από το ιδικόν μου στόμα λόγον, τον οποίον και να αναγγείλης εις αυτούς.
8 ἐν τῷ εἰπεῖν με τῷ ἁμαρτωλῷ· θανάτῳ θανατωθήσῃ, καὶ μὴ λαλήσῃς τοῦ φυλάξασθαι τὸν ἀσεβῆ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ, αὐτὸς ὁ ἄνομος τῇ ἀνομίᾳ αὐτοῦ ἀποθανεῖται, τὸ δὲ αἷμα αὐτοῦ ἐκ τῆς χειρός σου ἐκζητήσω.
Οταν εγώ είπω εις κάποιον αμαρτωλόν, ότι ασφαλώς θα θανατωθής δια τας αμαρτίας σου, συ όμως δεν αναγγείλης τον λόγον αυτόν, ώστε να απομακρυνθή ο αμαρτωλός από τον αμαρτωλόν τρόπον της ζωής του, αυτός μεν ο παράνομος θα αποθάνη εν τη παρανομία του, αλλά την ευθύνην του χυθέντος αίματός του θα την εκζητήσω εγώ από τα χέρια σου.
9 σὺ δὲ ἐὰν προαπαγγείλῃς τῷ ἀσεβεῖ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ τοῦ ἀποστρέψαι ἀπ' αὐτῆς, καὶ μὴ ἀποστρέψῃ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ, οὗτος τῇ ἀσεβείᾳ αὐτοῦ ἀποθανεῖται, καὶ σὺ τὴν ψυχὴν σεαυτοῦ ἐξήρησαι. ~
Εξ αντιθέτου, εάν συ εκ των προτέρων του καταστήσης γνωστήν την παράνομον οδόν του και συστήσης στον ασεβή να την εγκαταλείψη, αυτός όμως δεν μετανοήση και δεν αφήση τους αμαρτωλούς τρόπους της ζωής του, αυτός μεν θα θανατωθή εξ αιτίας της ασεβείας του, συ όμως, διότι δεν θα φέρης καμμίαν ευθύνην, θα σώσης την ζωήν σου.
10 Καὶ σύ, υἱὲ ἀνθρώπου, εἰπὸν τῷ οἴκῳ Ἰσραήλ· οὕτως ἐλαλήσατε λέγοντες· αἱ πλάναι ἡμῶν καὶ αἱ ἀνομίαι ἡμῶν ἐφ' ἡμῖν εἰσι καὶ ἐν αὐταῖς ἡμεῖς τηκόμεθα· καὶ πῶς ζηζόμεθα;
Και συ, υιέ ανθρώπου, ειπέ στον ισραηλιτικόν λαόν· Είπατε και ξαναείπατε ότι αι πλάναι μας μας απεμάκρυναν από τον Θεόν, και αι παρανομίαι μας έχουν πέσει επάνω μας και εξ αιτίας αυτών ημείς λυώνομεν. Πως είναι δυνατόν τώρα να αποκτήσωμεν εκ νέου την ζωήν;
11 εἰπὸν αὐτοῖς· ζῶ ἐγώ, τάδε λέγει Κύριος, οὐ βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἀσεβοῦς ὡς τὸ ἀποστρέψαι τὸν ἀσεβῆ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ καὶ ζῆν αὐτόν. ἀποστροφῇ ἀποστρέψατε ἀπὸ τῆς ὁδοῦ ὑμῶν· καί ἱνατί ἀποθνήσκετε, οἶκος Ἰσραήλ;
Είπε λοιπόν εις αυτούς· ορκίζομαι, λέγει ο Κυριος, ότι δεν θέλω εγώ τον θάνατον του ασεβούς, όσον θέλω να επιστρέψη και να απομακρυνθή ο ασεβής από τον αμαρτωλόν του δρόμον και να ζήση ευτυχής. Παρετε, λοιπόν, την απόφασιν και σεις οι Ισραηλίται να απομακρυνθήτε πλέον από την αμαρτωλόν οδόν σας. Διατί, ω Ισραηλίται, να αποθνήσκετε εξ αιτίας των ανομιών σας;
12 εἰπὸν πρὸς τοὺς υἱοὺς τοῦ λαοῦ σου· δικαιοσύνη δικαίου οὐ μὴ ἐξελεῖται αὐτὸν ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ πλανηθῇ, καὶ ἀνομία ἀσεβοῦς οὐ μὴ κακώσῃ αὐτὸν ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἀποστρέψῃ ἀπὸ τῆς ἀνομίας αὐτοῦ· καὶ δίκαιος οὐ μὴ δύνηται σωθῆναι.
Ειπέ ακόμη προς τα παιδιά του λαού σου· η αρετή δεν είναι δυνατόν να απαλλάξη τον δίκαιον από την ενοχήν και την ευθύνην, εάν αυτός παραπλανηθή εις την αμαρτίαν. Επίσης και η αμαρτία ενός αμαρτωλού ανθρώπου δεν θα βαρύνη και δεν θα βλάψη αυτόν, εάν μετανοήση και απομακρυνθή από τας παρανομίας του, όπως και ο δίκαιος δεν είναι δυνατόν να σωθή δια την αρετήν του, εάν παρεκτροπή εις παρανομίας.
13 ἐν τῷ εἰπεῖν με τῷ δικαίῳ· οὗτος πέποιθεν ἐπὶ τῇ δικαιοσύνῃ αὐτοῦ, καὶ ποιήσει ἀνομίαν, πᾶσαι αἱ δικαιοσύναι αὐτοῦ οὐ μὴ ἀναμνησθῶσιν· ἐν τῇ ἀδικίᾳ αὐτοῦ, ᾗ ἐποίησεν, ἐν αὐτῇ ἀποθανεῖται.
Εάν εγώ είπω στον δίκαιον, ότι θα ζήση, αυτός δε έχη πεποίθησιν και θεωρήση στήριγμα του την προτέραν του αρετήν, παρασυρθή δε εις παρανομίαν, όλαι αι δικαιοσύναι αυτού δεν θα ληφθούν υπ' όψιν, αλλά θα θανατωθή εξ αιτίας της αμαρτίας, την οποίαν διέπραξεν.
14 καὶ ἐν τῷ εἰπεῖν με τῷ ἀσεβεῖ· θανάτῳ θανατωθήσῃ, καὶ ἀποστρέψει ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ καὶ ποιήσει κρίμα καὶ δικαιοσύνην
Εάν επίσης εγώ είπω στον ασεβή· ασφαλώς και βεβαίως θα θανατωθής εξ αιτίας των αμαρτιών σου, εκείνος δε μετανοήση και απομακρυνθή από τας αμαρτίας του και εφαρμόση πλέον δικαιοσύνην εις την ζωήν του,
15 καὶ ἐνεχύρασμα ἀποδῷ καὶ ἅρπαγμα ἀποτίσει, ἐν προστάγμασι ζωῆς διαπορεύηται τοῦ μὴ ποιῆσαι ἄδικον, ζωῇ ζήσεται καὶ οὐ μὴ ἀποθάνῃ.
επιστρέψη, επί παραδείγματι, στον πτωχόν το ενέχυρον, αποδώση εκείνο το οποίον ήρπασε, και γενικώς πορεύεται σύμφωνα με τας ορθάς εντολάς της ζωής και δεν διαπράξη πλέον αδικίαν, αυτός θα ζήση ευτυχής και δεν θα τιμωρηθή δια θανάτου.
16 πᾶσαι αἱ ἁμαρτίαι αὐτοῦ, ἃς ἥμαρτεν, οὐ μὴ ἀναμνησθῶσιν, ὅτι κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐποίησεν, ἐν αὐτοῖς ζήσεται.
Ολαι αι αμαρτίαι, τας οποίας είχε διαπράξει δεν θα ληφθούν υπ' όψιν, διότι τηρεί το δίκαιον και ζη με δικαιοσύνην. Χαρις δε εις αυτά θα ζήση ευτυχής.
17 καὶ ἐροῦσιν οἱ υἱοὶ τοῦ λαοῦ σου· οὐκ εὐθεῖα ἡ ὁδὸς τοῦ Κυρίου· καὶ αὕτη ἡ ὁδὸς αὐτῶν οὐκ εὐθεῖα.
Τα παιδιά του λαού σου, εσκοτισμένα από την αμαρτωλότητά των, θα είπουν· Δεν είναι δικαία και ευθεία η οδός αυτή του Κυρίου. Εγώ όμως λέγω ότι η ιδική των οδός και νοοτροπία δεν είναι ευθεία.
18 ἐν τῷ ἀποστρέψαι δίκαιον ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ καὶ ποιήσει ἀνομίας, καὶ ἀποθανεῖται ἐν αὐταῖς·
Διότι, όταν ο δίκαιος απομακρυνθή από την οδόν της αρετής και της δικαιοσύνης και διαπράξη παρανομίας, είναι δίκαιον και πρέπον να θανατωθή εξ αιτίας αυτών·
19 καὶ ἐν τῷ ἀποστρέψαι τὸν ἁμαρτωλὸν ἀπὸ τῆς ἀνομίας αὐτοῦ καὶ ποιήσει κρίμα καὶ δικαιοσύνην, ἐν αὐτοῖς αὐτὸς ζήσεται.
όπως επίσης, όταν ο αμαρτωλός απομακρυνθή από τας παρανομίας αυτού και ζήση με δικαιοσύνην, είναι δίκαιον να ζήση ευτυχής δια την αρετήν του αυτήν.
20 καὶ τοῦτό ἐστιν, ὃ εἴπατε· οὐκ εὐθεῖα ἡ ὁδὸς Κυρίου· ἕκαστον ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ κρινῶ ὑμᾶς, οἶκος Ἰσραήλ.
Σεις όμως είπατε και τούτο· “δεν είναι ορθή η οδός, την οποίαν ακολουθεί ο Κυριος”. Αλλα λησμονείτε όμως, ω Ισραηλίται, ότι εγώ θα κρίνω τον καθένα από σας ανάλογα με τους δρόμους της ζωής του”.
21 Καὶ ἐγενήθη ἐν τῷ δωδεκάτῳ ἔτει, ἐν τῷ δωδεκάτῳ μηνί, πέμπτῃ τοῦ μηνὸς τῆς αἰχμαλωσίας ἡμῶν, ἦλθε πρός με ὁ ἀνασωθεὶς ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ λέγων· ἑάλω ἡ πόλις.
Κατά το δωδέκατον έτος από της αιχμαλωσίας μας, τον δωδέκατον μήνα, την πέμπτην του μηνός αυτού, ήλθε κάποιος, που διεσώθη από την κατηληφθείσαν Ιερουσαλήμ, και μου είπεν· “η πόλις εκυριεύθη”.
22 καὶ χεὶρ Κυρίου ἐγενήθη ἐπ' ἐμὲ ἑσπέρας πρὶν ἐλθεῖν αὐτὸν καὶ ἤνοιξέ μου τὸ στόμα, ἕως ἦλθε πρός με τὸ πρωΐ, καὶ ἀνοιχθὲν τὸ στόμα μου οὐ συνεσχέθη ἔτι.
Αλλα το χέρι, η δύναμις και ο φωτισμός του Κυρίου ετέθη επάνω μου την εσπέραν, πριν η έλθη ο άνθρωπος αυτός. Αυτός ήλθε το πρωϊ της επομένης και ο Κυριος μου ήνοιξε το στόμα, το έως τότε κλεισμένον, και το οποίον δεν εκλείσθη πλέον.
23 καὶ ἐγενήθη λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και είπεν·
24 υἱὲ ἀνθρώπου, οἱ κατοικοῦντες τὰς ἠρημωμένας ἐπὶ τῆς γῆς τοῦ Ἰσραὴλ λέγουσιν· εἷς ἦν Ἁβραὰμ καὶ κατέσχε τὴν γῆν, καὶ ἡμεῖς πλείους ἐσμέν, ἡμῖν δέδοται ἡ γῆ εἰς κατάσχεσιν.
“υιέ ανθρώπου, οι Ιουδαίοι, οι οποίοι κατοικούν την ερημωθείσαν χώραν του ισραηλιτικοί λαού, λέγουν· Ενας ήτο ο Αβραάμ και εκληρονόμησε ολόκληρον την χώραν. Ημείς είμεθα πολύ περισσότεροι και εις ιδικήν μας κληρονομίαν έχει δοθή η χώρα αυτή.
25 διὰ τοῦτο εἰπὸν αὐτοῖς·
Δια τούτο είπε εις αυτούς·
27 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ζῶ ἐγώ, εἰ μὴν οἱ ἐν ταῖς ἠρημωμέναις μαχαίρᾳ πεσοῦνται, καὶ οἱ ἐπὶ προσώπου τοῦ πεδίου τοῖς θηρίοις τοῦ ἀγροῦ δοθήσονται εἰς κατάβρωμα, καὶ τοὺς ἐν ταῖς τετειχισμέναις καὶ τοὺς ἐν τοῖς σπηλαίοις θανάτῳ ἀποκτενῶ.
αυτά λέγει ο Κυριος ο Κυριος· ορκίζομαι ότι οι Ισραηλίται, οι οποίοι κατοικούν σήμερον την εξερημωθείσαν χώραν της Ιουδαίας, θα πέσουν εν στόματι μαχαίρας, εξ αιτίας της πλεονεξίας και υπερηφανείας των. Και όσοι από αυτούς ευρίσκονται εις την υπαιθρον, θα παραδοθούν ως τροφή εις τα αγρία θηρία του αγρού. Αυτούς δέ, που ευρίσκονται εις ωχυρωμένας περιοχάς η εις απρόσιτα σπήλαια, εγώ θα τους παραδώσω εις θάνατον.
28 καὶ δώσω τὴν γῆν ἔρημον, καὶ ἀπολεῖται ἡ ὕβρις τῆς ἰσχύος αὐτῆς, καὶ ἐρημωθήσεται τὰ ὄρη τοῦ Ἰσραὴλ διὰ τὸ μὴ εἶναι διαπορευόμενον.
Ετσι θα καταστήσω την χώραν του Ισραήλ έρημον και θα συντριβή η υπερηφάνεια της δυνάμεώς της. Θα ερημωθούν τα όρη της περιοχής Ισραήλ, διότι δεν θα υπάρχη ούτε και διερχόμενος από αυτά.
29 καὶ γνώσονται ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος· καὶ ποιήσω τὴν γῆν αὐτῶν ἔρημον, καὶ ἐρημωθήσεται διὰ πάντα τὰ βδελύγματα αὐτῶν, ἃ ἐποίησαν.
Και θα μάθουν, ότι εγώ είμαι ο Κυριος. Θα καταστήσω έρημον την χώραν των. Θα γίνη δε έρημος και ακατοίκητος εξ αιτίας των βδελυρών ειδώλων, τα οποία κατεσκεύασαν και προσεκύνησαν.
30 καὶ σύ, υἱὲ ἀνθρώπου, οἱ υἱοὶ τοῦ λαοῦ σου οἱ λαλοῦντες περὶ σοῦ παρὰ τὰ τείχη καὶ ἐν τοῖς πυλῶσι τῶν οἰκιῶν καὶ λαλοῦσιν ἄνθρωπος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ λέγοντες· συνέλθωμεν καὶ ἀκούσωμεν τὰ ἐκπορευόμενα παρὰ Κυρίου,
Και συ, υιέ ανθρώπου, μάθε ότι τα παιδιά του λαού σου ομιλούν συνεχώς δια σε πλησίον εις τα τείχη και εις τας θύρας των οικιών και λέγει ο καθένας προς τον άλλον· Ας πάμε μαζή να ακούσωμεν τα λόγια του Κυρίου, τα οποία εξέρχονται από το στόμα του ανθρώπου αυτού.
31 ἔρχονται πρός σε, ὡς συμπορεύεται λαός, καὶ κάθηνται ἐναντίον σου καὶ ἀκούουσι τὰ ρήματά σου, καὶ αὐτὰ οὐ μὴ ποιήσουσιν, ὅτι ψεῦδος ἐν τῷ στόματι αὐτῶν, καὶ ὀπίσω τῶν μιασμάτων ἡ καρδία αὐτῶν.
Ερχονται προς σέ, όπως, έρχεται ο όχλος. Καθηνται ενώπιόν σου, δια να ακούσουν τα λόγια σου. Θα τα ακούσουν, αλλά δεν θα τα πράξουν, διότι υπάρχει πάντοτε το ψεύδος στο στόμα των, και η καρδία των ακολουθεί τα μολύσματα των ειδωλολατρικών θεών.
32 καὶ γίνῃ αὐτοῖς ὡς φωνὴ ψαλτηρίου ἡδυφώνου, εὐαρμόστου, καὶ ἀκούσονταί σου τὰ ρήματα καὶ οὐ μὴ ποιήσουσιν αὐτά.
Ιδού, είσαι δι' αυτούς ωσάν γλυκεία μελωδία μουσικού οργάνου, ψαλτηρίου, με συντονισμένας τας χορδάς του. Θα ακούσουν, λοιπόν, τα ωραία σου λόγια, αλλά δεν θα τα εφαρμόσουν.
33 καὶ ἡνίκα ἐὰν ἔλθῃ, ἐροῦσιν· ἰδοὺ ἥκει· καὶ γνώσονται ὅτι προφήτης ἦν ἐν μέσῳ αὐτῶν.
Οταν όμως επέλθη η καταστροφή, τότε θα ειπούν· Ιδού, ήλθεν η καταστροφή. Τοτε θα μάθουν και θα πεισθούν, ότι συ ήσο προφήτης ανάμεσα εις αυτούς, αλλά δεν σε επρόσεξαν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα