ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐγένετο ἐν τῷ ἑνδεκάτῳ ἔτει, ἐν τῷ τρίτῳ μηνί, μιᾷ τοῦ μηνός, ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Κατά το ενδέκατον έτος από της αιχμαλωσίας μου, τον τρίτον μήνα, την πρώτην του μηνός, ωμίλησεν ο Κυριος προς εμέ και ειπεν·
2 υἱὲ ἀνθρώπου, εἰπὸν πρὸς Φαραὼ βασιλέα Αἰγύπτου καὶ τῷ πλήθει αὐτοῦ· τίνι ὡμοίωσας σεαυτὸν ἐν τῷ ὕψει σου;
“υιέ ανθρώπου, ειπέ στον Φαραώ, τον βασιλέα της Αιγύπτου, και στον πολυάριθμον λαόν του· Με ποίον έχεις παρομοιάσει τον εαυτόν σου κατά την μεγαλοπρέπειαν και την δύναμιν;
3 ἰδοὺ Ἀσσοὺρ κυπάρισσος ἐν τῷ Λιβάνῳ καὶ καλὸς ταῖς παραφυάσι καὶ ὑψηλὸς τῷ μεγέθει, εἰς μέσον νεφελῶν ἐγένετο ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ.
Ιδού, οι Ασσύριοι ομοιάζουν με κυπάρισσον στο όρος Λιβανον, ωραίαν και πλουσίαν εις κλάδους, μεγάλην και υψηλήν, της οποίας η κορυφή φθάνει ως εις τα σύννεφα.
4 ὕδωρ ἐξέθρεψεν αὐτόν, ἡ ἄβυσσος ὕψωσεν αὐτόν, τοὺς ποταμοὺς αὐτῆς ἤγαγε κύκλῳ τῶν φυτῶν αὐτοῦ καὶ τὰ συστέματα αὐτῆς ἐξαπέστειλεν εἰς πάντα τὰ ξύλα τοῦ πεδίου.
Η βροχή με τα νερά της την επότισε και την έθρεψεν, η γη έφερον ολόγυρα εις τας ρίζας της πλούσια τα νερά της και την εμεγάλωσε, τα δε υπόλοιπα νερά της τα διεμοίρασεν εις όλα τα άλλα δένδρα της πεδιάδος.
5 ἕνεκεν τούτου ὑψώθη τὸ μέγεθος αὐτοῦ παρὰ πάντα τὰ ξύλα τοῦ πεδίου, καὶ ἐπλατύνθησαν οἱ κλάδοι αὐτοῦ ἀφ' ὕδατος πολλοῦ.
Δια τούτο ηυξήθη εις ύψος και μέγεθος περισσότερον από όλα τα άλλα δένδρα της πεδιάδος. Ηπλωσεν εις πλάτος τους κλάδους αυτής από το πολύ νερό, με το οποίον εποτίζετο.
6 ἐν ταῖς παραφυάσιν αὐτοῦ ἐνόσσευσαν πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ὑποκάτω τῶν κλάδων αὐτοῦ ἐγεννῶσαν πάντα τὰ θηρία τοῦ πεδίου, ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ κατῴκησε πᾶν πλῆθος ἐθνῶν.
Τα πτηνά του ουρανού έκτισαν τας φωλεάς των και εκλώσσησαν τους νεοσσούς των στους κλάδους της. Κατω δε από τους κλάδους της εγέννησαν τα τέκνα των όλα τα θηρία της υπαίθρου και υπό την σκιαν της ανεπαύθησαν πλήθη λαών.
7 καὶ ἐγένετο καλὸς ἐν τῷ ὕψει αὐτοῦ διὰ τὸ πλῆθος τῶν κλάδων αὐτοῦ, ὅτι ἐγενήθησαν αἱ ρίζαι αὐτοῦ εἰς ὕδωρ πολύ.
Ωραιοτάτη ήτο η κυπάρισσος αυτή δια το ύψος της και δια το πλήθος των κλάδων της. Τούτο δέ, διότι αι ρίζαι της ευρίσκοντο εις άφθονον ύδωρ.
8 κυπάρισσοι τοιαῦται οὐκ ἐγενήθησαν ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ πίτυες οὐχ ὅμοιαι ταῖς παραφυάσιν αὐτοῦ, καὶ ἐλάται οὐκ ἐγένοντο ὅμοιαι τοῖς κλάδοις αὐτοῦ· πᾶν ξύλον ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὡμοιώθη αὐτῷ ἐν τῷ κάλλει αὐτοῦ
Τέτοιαι κυπάρισσοι, όμοιαι με αυτήν, δεν ευρέθησαν, ας είπω, ούτε στον παράδεισον του Θεού! Ούτε και πεύκαι όμοιαι προς αυτήν ως προς τους κλάδους. Ούτε και έλατα όμοια προς αυτήν ως προς τους κλώνους των. Ας είπω ότι κανένα δένδρον στον παράδεισον, που είχε φυτεύσει ο Θεός, δεν υπήρξεν όμοιον με την κυπάρισσον ως προς την ωραιότητα της.
9 διὰ τὸ πλῆθος τῶν κλάδων αὐτοῦ, καὶ ἐζήλωσαν αὐτὸν τὰ ξύλα τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς τοῦ Θεοῦ.
Δια τους πολυάριθμους και πλουσίους κλάδους της την εζήλευσαν τα δένδρα και αυτού ακόμα του παραδείσου της τρυφής, του φυτευθέντος υπό του Θεού”.
10 διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἀνθ' ὧν ἐγένου μέγας τῷ μεγέθει καὶ ἔδωκας τὴν ἀρχήν σου εἰς μέσον νεφελῶν, καὶ εἶδον ἐν τῷ ὑψωθῆναι αὐτόν,
Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος· “επειδή οι Ασσύριοι εμεγάλωσαν και εκραταιώθησαν πολύ, η δόξα και η δύναμίς των έφθασεν έως τα σύννεφα, τους είδα εις την αλαζονικήν των αυτήν ύψωσιν
11 καὶ παρέδωκα αὐτὸν εἰς χεῖρας ἄρχοντος ἐθνῶν, καὶ ἐποίησε τὴν ἀπώλειαν αὐτοῦ.
και τους παρέδωκα εις τα χέρια του άρχοντος όλων των εθνών, ο οποίος και παρέδωσεν αυτούς εις όλεθρον.
12 καὶ ἐξωλόθρευσαν αὐτὸν ἀλλότριοι λοιμοὶ ἀπὸ ἐθνῶν καὶ κατέβαλον αὐτὸν ἐπὶ τῶν ὀρέων, ἐν πάσαις ταῖς φάραγξιν ἔπεσαν οἱ κλάδοι αὐτοῦ, καὶ συνετρίβη τὰ στελέχη αὐτοῦ ἐν παντὶ πεδίῳ τῆς γῆς, καὶ κατέβησαν ἀπὸ τῆς σκέπης αὐτῶν πάντες οἱ λαοὶ τῶν ἐθνῶν καὶ ἠδάφισαν αὐτόν.
Ξένοι κακοποιοί από αλλά έθνη εξωλόθρευσαν τους Ασσυρίους. Ερριψαν αυτούς νεκρούς εις τα όρη. Εις όλας τας φάραγγας έστρωσαν κομμένους τους κλάδους του έθνους αυτού. Εις όλας τας περιοχάς της γης συνετρίβησαν τα στελέχη της ασσυριακής αυτοκρατορίας. Οι λαοί, οι οποίοι έως τώρα εύρισκαν ασφάλειαν υπό την σκέπην των Ασσυρίων, εγκατέλειψαν αυτήν την σκέπην, συνείργησαν δε και εις την κατεδάφισίν της.
13 ἐπὶ τὴν πτῶσιν αὐτοῦ ἀνεπαύσαντο πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐπὶ τὰ στελέχη αὐτοῦ ἐγένοντο πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ,
Αλλά και μέσα εις τα πολυάριθμα και μεγάλα συντρίμματα της κυπαρίσσου αυτής, ανεπαύθησαν όλα τα πτηνά του ουρανού, και στους κλάδους της ευρήκαν καταφύγιον όλα τα θηρία της υπαίθρου!
14 ὅπως μὴ ὑψωθῶσιν ἐν τῷ μεγέθει αὐτῶν πάντα τὰ ξύλα τὰ ἐν τῷ ὕδατι· καὶ ἔδωκαν τὴν ἀρχὴν αὐτῶν εἰς μέσον νεφελῶν καὶ οὐκ ἔστησαν ἐν τῷ ὕψει αὐτῶν πρὸς αὐτὰ πάντες οἱ πίνοντες ὕδωρ. πάντες ἐδόθησαν εἰς θάνατον, εἰς γῆς βάθος, ἐν μέσῳ υἱῶν ἀνθρώπων πρὸς καταβαίνοντας εἰς βόθρον. ~
Ετιμωρήθη η ασσυριακή αυτοκρατορία, αυτή η κυπάρισσος, δια να μη υπερηφανευθούν και περιπέσουν εις αλαζονείαν δια το μέγεθος και την δόξαν των όλα τα αλλά έθνη, τα δένδρα που ποτίζονται εις πλούσια νερά· να μη υψώσουν τας κορυφάς των με υπερηφάνειαν έως εις τα νέφη του ουρανού. Αλλωστε κανένα από τα άλλα δένδρα, που ποτίζονται εις πλούσια νερά, δεν ημπορεί να συγκριθή προς το μεγαλείον της κυπαρίσσου. Ολοι βαδίζουν προς τον θάνατον, προς τον άδην στο βάθος της γης, ανάμεσα στους άλλους υιούς των ανθρώπων, οι οποίοι καταβαίνουν εις τα καταχθόνια”.
15 Τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ἐν ᾗ ἡμέρᾳ κατέβη εἰς ᾅδου, ἐπένθησεν αὐτὸν ἡ ἄβυσσος, καὶ ἐπέστησα τοὺς ποταμοὺς αὐτῆς καὶ ἐκώλυσα πλῆθος ὕδατος, καὶ ἐσκότασεν ἐπ' αὐτὸν ὁ Λίβανος, πάντα τὰ ξύλα τοῦ πεδίου ἐπ' αὐτῷ ἐξελύθησαν.
Αυτά λέγει ο Κυριος ο Κυριος· “κατά την ημέραν, κατά την οποίαν κατέβη στον άδην η μεγαλοπρεπής αυτή κυπάρισσος, η ασσυριακή αυτοκρατορία, την επένθησαν τα απροσμετρητα ύδατα, εγώ δέ, λέγει ο Κυριος, εσταμάτησα τους ποταμούς της, ημπόδισα το πλήθος των υδάτων. Εσκοτείνιασε δι' αυτήν το όρος Λιβανος, παρέλυσαν δι' αυτήν όλα τα άλλα δένδρα της πεδιάδος. Πολλοί λαοί παρέλυσαν από τον φόβον.
16 ἀπὸ τῆς φωνῆς τῆς πτώσεως αὐτοῦ ἐσείσθησαν τὰ ἔθνη, ὅτε κατεβίβαζον αὐτὸν εἰς ᾅδου μετὰ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον, καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἐν γῇ πάντα τὰ ξύλα τῆς τρυφῆς καὶ τὰ ἐκλεκτὰ τοῦ Λιβάνου, πάντα τὰ πίνοντα ὕδωρ.
Από τον κρότον και την βοήν της πτώσεώς της συνεκλονίσθησαν τα έθνη, όταν κατεβίβαζα αυτήν στον άδην μαζή με τους άλλους κοινούς ανθρώπους, που κατεβαίνουν στον τάφον. Παρηγορούσαν όμως αυτόν, την ασσυριακήν αυτρκρατορίαν, όλα τα ωραία καρποφόρα δένδρα, οι άρχοντες δηλαδή άλλων λαών, τα εκλεκτά δένδρα του Λιβάνου, όλα όσα ποτίζονται από το ύδωρ, ζουν και μεγαλώνουν.
17 καὶ γὰρ αὐτοὶ κατέβησαν μετ' αὐτοῦ εἰς ᾅδου ἐν τοῖς τραυματίαις ἀπὸ μαχαίρας, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ, οἱ κατοικοῦντες ὑπὸ τὴν σκέπην αὐτοῦ, ἐν μέσῳ τῆς ζωῆς αὐτῶν ἀπώλοντο.
Διότι και αυτοί κατέβησαν μαζή της στον άδην μαζή με άλλους φονευθέντας από μαχαίρας, οι οποίοι ήσαν από το σπέρμα της και ευρίσκοντο υπό την προστασίαν της. Απέθανον δε στο μέσον της ζωής των, χωρίς να ολοκληρωθή ο βίος των.
18 τίνι ὡμοιώθης; κατάβηθι καὶ καταβιβάσθητι μετὰ τῶν ξύλων τῆς τρυφῆς εἰς γῆς βάθος· ἐν μέσῳ ἀπεριτμήτων κοιμηθήσῃ μετὰ τραυματιῶν μαχαίρας. οὕτως Φαραὼ καὶ τὸ πλῆθος τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, λέγει Κύριος Κύριος.
Προς ποίον, λοιπόν, λαέ της Αιγύπτου, θέλεις να παρομοιάσης τον εαυτόν σου, ως προς την δόξαν και την δύναμιν; Κατέβα τώρα και συ, πέσε στο βάθος της γης μαζή με τα εκλεκτά καρποφόρα δένδρα, μαζή με επισήμους άλλους ανθρώπους. Θα ταφής ανάμεσα με άλλους απεριτμήτους ανθρώπους, οι οποίοι έπεσαν εν στόματι μαχαίρας. Αυτό θα είναι το κατάντημα του Φαραώ και του πλήθους της δυνάμεως του”, λέγει ο Κυριος, Κυριος.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα