ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐγενήθη ἐν τῷ ἑνδεκάτῳ ἔτει, μιᾷ τοῦ μηνός, ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Την πρώτην ημέραν του μηνός, του ενδεκάτου έτους από της ημέρας της αιχμαλωσίας, ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και είπε·
2 υἱὲ ἀνθρώπου, ἀνθ' ὧν εἶπε Σὸρ ἐπὶ Ἱερουσαλήμ· εὖγε, συνετρίβη, ἀπόλωλε τὰ ἔθνη, ἐπεστράφη πρός με, ἡ πλήρης ἠρήμωται,
“υιέ ανθρώπου, επειδή η Τυρος, μοχθηρώς χαίρουσα, είπεν εναντίον της Ιερουσαλήμ· “εύγε ! η πόλις συνετρίβη, κατεστράφη, τα έθνη και το εμπόριόν των εστράφησαν προς εμέ, η άλλοτε πολυάριθμος Ιερουσαλήμ έχει πλέον ερημωθή”,
3 διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐπὶ σέ, Σόρ, καὶ ἀνάξω ἐπὶ σὲ ἔθνη πολλά, ὡς ἀναβαίνει ἡ θάλασσα τοῖς κύμασιν αὐτῆς.
δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος εναντίον της Τυρου· Ιδού, εγώ επέρχομαι εναντίον σου, Τυρος, και θα οδηγήσω εναντίον σου έθνη πολλά, όπως ακριβώς έρχονται τα κύματα της θαλάσσης το ένα κατόπιν του άλλου.
4 καὶ καταβαλοῦσι τὰ τείχη Σὸρ καὶ καταβαλοῦσι τοὺς πύργους σου, καὶ λικμήσω τὸν χοῦν αὐτῆς ἀπ' αὐτῆς καὶ δώσω αὐτὴν εἰς λεωπετρίαν.
Θα κρημνίσουν τα τείχη σου, θα ρίψουν κάτω εις ερείπια τους πολεμικούς πύργους σου, θα επιτρέψω εγώ να λιχνίσουν και εξαφανίσουν και αυτό το χώμα από το έδαφός της και θα καταστήσουν αυτήν ξηράν ωσάν την λείαν πέτραν.
5 ψυγμὸς σαγηνῶν ἔσται ἐν μέσῳ θαλάσσης, ὅτι ἐγὼ λελάληκα, λέγει Κύριος· καὶ ἔσται εἰς προνομὴν τοῖς ἔθνεσι.
Ανάμεσα εις τας άλλας παραλίους περιοχάς θα γίνη η ερημωμένη Τυρος χώρος, όπου θα στεγνώνουν οι αλιείς τα δίκτυά των. Εγώ ελάλησα, λέγει ο Κυριος και αυτό θα γίνη. Η Τυρος θα γίνη λεία των ειδωλολατρικών εθνών.
6 καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς αἱ ἐν τῷ πεδίῳ μαχαίρᾳ ἀναιρεθήσονται, καὶ γνώσονται ὅτι ἐγὼ Κύριος.
Αι ανά την πεδιάδα κωμοπόλεις αυτής θα καταληφθούν από τους εχθρούς και οι κάτοικοί των θα θανατωθούν εν στόματι μαχαίρας, και θα μάθουν, ότι εγώ είμαι ο Κυριος.
7 ὅτι τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐπάγω ἐπὶ σέ, Σόρ, τὸν Ναβουχοδονόσορ βασιλέα Βαβυλῶνος ἀπὸ τοῦ βορρᾶ (βασιλεὺς βασιλέων ἐστί) μεθ' ἵππων καὶ ἁρμάτων καὶ ἱππέων καὶ συναγωγῆς ἐθνῶν πολλῶν σφόδρα.
Αυτά λέγει ο Κυριος· ιδού εγώ επιφέρω εναντίον σου, Τυρος, τον Ναβουχοδονόσορα βασιλέα της Βαβυλώνος, από την περιοχήν του βορρά (αυτός είναι βασιλεύς των βασιλέων) με ιππικόν, με άρματα, με ιππείς, με πολύ μεγάλο πλήθος εθνών.
8 οὗτος τὰς θυγατέρας σου τὰς ἐν τῷ πεδίῳ μαχαίρᾳ ἀνελεῖ καὶ δώσει ἐπὶ σὲ προφυλακὴν καὶ περιοικοδομήσει καὶ ποιήσει ἐπὶ σὲ κύκλῳ χάρακα καὶ περίστασιν ὅπλων καὶ τὰς λόγχας αὐτοῦ ἀπέναντί σου δώσει·
Αυτός εν στόματι μαχαίρας θα φονεύση τους κατοίκους των κωμοπόλεών σου ανά την πεδιάδα, θα εγκαταστήση εις την περιοχήν σου στρατιωτικάς φρουράς, θα οικοδομήση ολόγυρα οχυρούς πύργους, θα ανοίξη γύρω σου χαρακώματα, θα εγκαταστήση απέναντί σου οπλοφόρους και λογχοφόρους.
9 τὰ τείχη σου καὶ τοὺς πύργους σου καταβαλεῖ ἐν ταῖς μαχαίραις αὐτοῦ.
Θα κρημνίση τα τείχη και τους οχυρούς πύργους σου με τα πολεμικά του όργανα.
10 ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἵππων αὐτοῦ κατακαλύψει σε ὁ κονιορτὸς αὐτῶν, καὶ ἀπὸ τῆς φωνῆς τῶν ἱππέων αὐτοῦ καὶ τῶν τροχῶν τῶν ἁρμάτων αὐτοῦ σεισθήσεται τὰ τείχη σου εἰσπορευομένου αὐτοῦ τὰς πύλας σου, ὡς εἰσπορευόμενος εἰς πόλιν ἐκ πεδίου.
Από το πολυάριθμον πλήθος του ιππικού του θα εγερθή κονιορτός, ο οποίος θα σε σκεπάση εξ ολοκλήρου. Και από τον θόρυβον των ιππέων του και των τροχών των αρμάτων του θα συγκλονισθούν τα τείχη σου, καθώς αυτός θα εισέργεται δια των πυλών σου, με τόσην ευκολίαν μ όση εισέρχεται εις την πόλιν ο ερχόμενος από την πεδιάδα.
11 ἐν ταῖς ὁπλαῖς τῶν ἵππων αὐτοῦ καταπατήσουσί σου πάσας τὰς πλατείας· τὸν λαόν σου μαχαίρᾳ ἀνελεῖ καὶ τὴν ὑπόστασιν τῆς ἰσχύος σου ἐπὶ τὴν γῆν κατάξει.
Αι οπλαί των ίππω του θα καταπατήσουν και θα καταστρέψουν όλας τας ωραίας πλατείας σου. Εν στόματι μαχαίρας θα φονεύση τους ανθρώπους σου και ολόκληρον την δύναμίν σου θα καταρρίψη εις την γην.
12 καὶ προνομεύσει τὴν δύναμίν σου καὶ σκυλεύσει τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ καταβαλεῖ τὰ τείχη σου καὶ τοὺς οἴκους σου τοὺς ἐπιθυμητοὺς καθελεῖ, καὶ τοὺς λίθους σου καὶ τὰ ξύλα σου καὶ τὸν χοῦν σου εἰς μέσον τῆς θαλάσσης σου ἐμβαλεῖ.
Ο εχθρός αυτός θα αιχμαλωτίση την στρατιωτικήν σου δύναμιν, θα πάρη ως λάφυρα όλα τα υπάρχοντά σου, θα ρίψη ερείπια στο έδαφος τα τείχη σου, θα κρημνίση τους ωραίους οίκους σου· τους λίθους σου και τα ξύλα σου και αυτό ακόμη το χώμα θα τα ρίψη στο μέσον της θαλάσσης.
13 καὶ καταλύσει τὸ πλῆθος τῶν μουσικῶν σου, καὶ ἡ φωνὴ τῶν ψαλτηρίων σου οὐ μὴ ἀκουσθῇ ἔτι.
Θα διαλύση και θα κατάργηση τους πολυάριθμους μουσκούς σου και δεν θα ακούεται πλέον μελωδία των μουσικών οργάνων των.
14 καὶ δώσω σε εἰς λεωπετρίαν, ψυγμὸς σαγηνῶν ἔσῃ, οὐ μὴ οἰκοδομηθῇς ἔτι, ὅτι ἐγὼ Κύριος ἐλάλησα, λέγει Κύριος.
Θα παραχωρήσω να γίνης ξηρά και γυμνή όπως η λεία πέτρα και ο τόπος σου θα γίνη μέρος, όπου οι αλιείς θα στεγνώνουν τα δίκτυά των. Δεν θα ανοικοδομηθής πλέον. Εγώ ο Κυριος είπα και ετσι θα γίνη”, λέγει ο Κυριος.
15 διότι τάδε λέγει Κύριος Κύριος τῇ Σόρ· οὐκ ἀπὸ φωνῆς τῆς πτώσεώς σου ἐν τῷ στενάξαι τραυματίας, ἐν τῷ σπάσαι μάχαιραν ἐν μέσῳ σου σεισθήσονται αἱ νῆσοι;
Αυτά λέγει ο Κυριος εναντίον της Τυρου. “Από τον θόρυβον και την βοήν της πτώσεώς σου, από τους στεναγμούς των φονευομένων, όταν φονική ανασπασθη η μάχαιρα της σφαγής, εν μέσω της περιοχής σου, δεν θα συγκλονισθούν αι άλλαι νήσοι;
16 καὶ καταβήσονται ἀπὸ τῶν θρόνων αὐτῶν πάντες οἱ ἄρχοντες ἐκ τῶν ἐθνῶν τῆς θαλάσσης καὶ ἀφελοῦνται τὰς μίτρας ἀπὸ τῶν κεφαλῶν αὐτῶν καὶ τὸν ἱματισμὸν τὸν ποικίλον αὐτῶν ἐκδύσονται. ἐκστάσει ἐκστήσονται, ἐπὶ γῆν καθεδοῦνται καὶ φοβηθήσονται τὴν ἀπώλειαν αὐτῶν καὶ στενάξουσιν ἐπὶ σέ·
Τρομαγμένοι και πανικόβλητοι όλοι οι άρχοντες των εθνών της Μεσογείου θαλάσσης, θα κατέβουν από τους θρόνους των, θα αφαιρέσουν από τας κεφαλάς των τας βασιλικάς μίτρας των, θα εκδυθούν τον ποικιλόχρωμον πολυτελή ιματισμόν των, θα μείνουν κατάπληκτοι εμπρός εις τα φοβερά γεγονότα, θα καθίσουν κάτω στο έδαφος, θα φοβηθούν δι' επικειμένην ιδικήν των καταστροφήν και θα στενάξουν δια σέ.
17 καὶ λήψονται ἐπὶ σὲ θρῆνον καὶ ἐροῦσί σοι· πῶς κατελύθης ἐκ θαλάσσης, ἡ πόλις ἡ ἐπαινετή, ἡ δοῦσα τὸν φόβον αὐτῆς πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν αὐτήν;
Θα αναλάβουν βρήνον και θα σου πουν· Πως διελύθης και εξηφανίσθης ανάμεσα από την θάλασσαν συ, η ονομαστή πόλις, η οποία ενέπνεες τον φόβον σου εις όλας τας νήσους και τας παραλίους περιοχάς της Μεσογείου Θαλάσσης;
18 καὶ φοβηθήσονται αἱ νῆσοι ἀπὸ ἡμέρας πτώσεώς σου·
Ολαι αι νήσοι θα φοβηθούν από την ημέραν της πτώσεώς σου”.
19 ὅτι τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ὅταν δῶ σε πόλιν ἠρημωμένην ὡς τὰς πόλεις τὰς μὴ κατοικισθησομένας, ἐν τῷ ἀναγαγεῖν με ἐπὶ σὲ τὴν ἄβυσσον καὶ κατακαλύψει σε ὕδωρ πολύ,
Διότι αυτά λέγει ο Κυριος Κυριος. “Οταν σε καταστήσω έρημον πόλιν, όπως είναι αι πόλεις, αι οποίαι δεν κατοικούνται από τους ανθρώπους, όταν εγώ αναβιβάσω την θάλασσαν εναντίον σου και σε σκεπάση εξ ολοκλήρου με τους απροσμετρήτους όγκους των υδάτων της,
20 καὶ καταβιβάσω σε πρὸς τοὺς καταβαίνοντας εἰς βόθρον πρὸς λαὸν αἰῶνος καὶ κατοικιῶ σε εἰς βάθη τῆς γῆς ὡς ἔρημον αἰώνιον μετὰ καταβαινόντων εἰς βόθρον, ὅπως μὴ κατοικηθῇς μηδὲ ἀναστῇς ἐπὶ γῆς ζωῆς.
θα σε κατεβάσω μαζή με εκείνους, που κατεβαίνουν εις τα καταχθόνια του άδου, προς λαόν που από αιώνων πολλών ευρίσκεται εκεί. Θα σε εγκαταστήσω εις τα βάθη της γης, αιωνίως έρημον μαζή με εκείνους, που καταβαίνουν εις τα βάραθρα του άδου, δια να μη κατοικηθής πλέον, δια να μη αναστηθής εις ζωήν επί της γης.
21 ἀπώλειάν σε δώσω, καὶ οὐχ ὑπάρξεις ἔτι εἰς τὸν αἰῶνα, λέγει Κύριος Κύριος.
Θα σε παραδώσω εις όλεθρον και δεν θα υπάρξης ποτέ πλέον στον αιώνα”, λέγει ο Κυριος Κυριος.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα