ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με ἐν τῷ ἔτει τῷ ἐνάτῳ, ἐν τῷ μηνὶ τῷ δεκάτῳ, δεκάτῃ τοῦ μηνός, λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ κατά το ένατον έτος, τον δέκατον μήνα, δεκάτην του μηνός και είπεν·
2 υἱὲ ἀνθρώπου, γράψον σεαυτῷ εἰς ἡμέραν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης, ἀφ' ἧς ἀπηρείσατο βασιλεὺς Βαβυλῶνος ἐπὶ Ἱερουσαλήμ, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς σήμερον,
“υιέ ανθρώπου, γράψε με το ίδιο σου το χέρι από όλας τας άλλας ημέρας ως ξεχωριστήν αυτήν την ημέραν, κατά την οποίαν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος έβαλε το χέρι του εναντίον της Ιερουσαλήμ κατά την σημερινήν ημέραν.
3 καὶ εἰπὸν ἐπὶ τὸν οἶκον τὸν παραπικραίνοντα παραβολὴν καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· τάδε λέγει Κύριος· ἐπίστησον τὸν λέβητα καὶ ἔγχεον εἰς αὐτὸν ὕδωρ
Ειπέ στον ισραηλιτικόν λαόν, ο οποίος συνεχώς με παραπικραίνει και με παροργίζει, αυτήν την παραβολικήν εικόνα· αυτά λέγει ο Κυριος· Στήσε ένα λέβητα και χύσε μέσα εις αυτόν νερό.
4 καὶ ἔμβαλε εἰς αὐτὸν τὰ διχοτομήματα, πᾶν διχοτόμημα καλόν, σκέλος καὶ ὦμον ἐκσεσαρκισμένα ἀπὸ τῶν ὀστῶν
Βαλε μέσα στον λέβητα τεμαχισμένα μέρη ζώου, τα καλύτερα τεμάχια, τους μηρούς και την πλάτην, τας σάρκας μόνον χωρισμένος από τα οστά.
5 ἐξ ἐπιλέκτων κτηνῶν εἰλημμένων καὶ ὑπόκαιε τὰ ὀστᾶ ὑποκάτω αὐτῶν· ἔζεσεν ἔζεσε, καὶ ἥψηται τὰ ὀστᾶ αὐτῆς ἐν μέσῳ αὐτῆς.
Αυτά θα ληφθούν από εκλεκτά ζώα. Τα οστά βάλε τα κάτω από τας σάρκας και άναψε φωτιά κάτω από τον λέβητα. Εβρασεν, εβρασεν, εψήθησαν και εκάησαν και αυτά ακόμη τα οστά, που υπήρχον μέσα στον λέβητα.
6 διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ὦ πόλις αἱμάτων, λέβης ἐν ᾧ ἐστιν ἰὸς ἐν αὐτῷ, καὶ ὁ ἰὸς οὐκ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτῆς· κατὰ μέλος αὐτῆς ἐξήνεγκεν, οὐκ ἔπεσεν ἐπ' αὐτὴν κλῆρος.
Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος· Ιερουσαλήμ, πόλις γεμάτη από ανθρώπινα αίματα, συ είσαι ο λέβης, μέσα στον οποίον υπάρχει σκουριά, και η σκουριά δεν φεύγει από επάνω σου. Ενα προς ένα έβγαλες τους κατοίκους σου εις αφανισμόν. Εγινε κλήρωσις, μήπως και σωθή κανείς, και δεν έπεσε κλήρος σωτηρίας εις κανένα.
7 ὅτι αἷμα αὐτῆς ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐστιν, ἐπὶ λεωπετρίαν τέταχα αὐτό. οὐκ ἐκκέχυκα αὐτὸ ἐπὶ τὴν γῆν τοῦ καλύψαι ἐπ' αὐτὸ γῆν·
Τα αίματα των αθώων, που εχύθησαν εν μέσω σου, εγώ διέταξα να ευρίσκωνται επάνω εις λείαν πέτραν. Δεν αφήκα να χυθούν στο έδαφος, ώστε να τα σκεπάση και να τα κρύψη το χώμα.
8 τοῦ ἀναβῆναι θυμὸν εἰς ἐκδίκησιν ἐκδικηθῆναι δέδωκα τὸ αἷμα αὐτῆς ἐπὶ λεωπετρίαν τοῦ μὴ καλύψαι αὐτό.
Η συνεχής παρουσία του αίματος των αθώων επάνω εις την λείαν πέτραν, ώστε να μη σκεπασθούν από το χώμα του εδάφους, έχει γίνει, δια να εξεγείρη τον θυμόν μου και να αποστείλω αυστηράς τιμωρίας εναντίον σας
9 διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· κἀγὼ μεγαλυνῶ τὸν δαλὸν
Δια τούτο αυτό λέγει ο Κυριος· εγώ θα ανάψω μεγάλο δαυλί,
10 καὶ πληθυνῶ τὰ ξύλα καὶ ἀνακαύσω τὸ πῦρ, ὅπως τακῇ τὰ κρέα καὶ ἐλαττωθῇ ὁ ζωμὸς
θα προσθέσω πλήθος από ξύλα, θα αναζωπυρήσω και θα ενισχύσω τη φωτιά, ώστε να λυώσουν τα κρέατα, να ελαττωθή και να εξαντληθή ο ζωμός.
11 καὶ στῇ ἐπὶ τοὺς ἄνθρακας, ὅπως προσκαυθῇ καὶ θερμανθῇ ὁ χαλκὸς αὐτῆς καὶ τακῇ ἐν μέσῳ ἀκαθαρσίας αὐτῆς, καὶ ἐκλίπῃ ὁ ἰὸς αὐτῆς,
Και έτσι ο λέβης, ωχυρωμένη πόλις, θα μείνη επάνω στου άνθρακας αδειανός, δια να θερμανθή πολύ και πυρακτωθή ο χαλκός του λέβητος, και να λυώση εν μέσω αυτού, εν μέσω δηλαδή της πόλεως, η ακαθαρσία της και να εξαλειφθή εντελώς η σκουριά τω κατοίκων της.
12 καὶ οὐ μὴ ἐξέλθῃ ἐξ αὐτῆς πολὺς ὁ ἰὸς αὐτῆς, καταισχυνθήσεται ὁ ἰὸς αὐτῆς,
Ετσι δεν θα εξέλθη πλέον από αυτήν άφθονος σκουριά, αλλά θα καταισχυνθή η σκουριά της κακία της, οι πονηροί δηλαδή κάτοικοί της.
13 ἀνθ' ὧν ἐμιαίνου σύ. καὶ τί ἐὰν μὴ καθαρισθῇς ἔτι, ἕως οὗ ἐμπλήσω τὸν θυμόν μου;
Από εκείνα, με τα οποία συ, η πόλις τους κατοίκους σου εμολύνεσο, ποίαν θα έχης τώρα συνέπειαν, εάν δεν καθαρισθήτε εντελώς έως την ώραν, κατά την οποίαν θα αφήσω να εκσπάση ο θυμός μου εναντίον σας;
14 ἐγὼ Κύριος λελάληκα, καὶ ἥξει, καὶ ποιήσω, οὐ διαστελῶ οὐδὲ μὴ ἐλεήσω· κατὰ τὰς ὁδούς σου, καὶ κατὰ τὰ ἐνθυμήματά σου κρινῶ σε, λέγει Κύριος. διὰ τοῦτο ἐγὼ κρινῶ σε κατὰ τὰ αἵματά σου καὶ κατὰ τὰ ἐνθυμήματά σου κρινῶ σε, ἡ ἀκάθαρτος, ἡ ὀνομαστὴ καὶ πολλὴ τοῦ παραπικραίνειν.
Εγώ, ο Κυριος ωμίλησα και αι τιμωρίαι, τας οποίας είπα θα επέλθουν εναντίον σας. Θα τα πραγματοποιήσω, δεν θα υποστείλω την τιμωρίαν, ούτε θα σας λυπηθώ. Ανάλογα με τους δρόμους και τους τρόπους της ζωής σου, ανάλογα με τας ειδωλολατρικάς διαθέσεις και επιθυμίας σου, εγώ θα σε κρίνω και θα σε δικάσω, λέγει ο Κυριος. Δια την αμετανοησίαν σου εγώ θα σε κρίνω και θα σε καταδικάσω σύμφωνα με την δικαιοσύνην, που απαιτούν τα χυθέντα αθώα αίματα. Συμφωνα με τα ειδωλολατρικάς διαθέσεις και επιθυμίας σου θα σε δικάσω, σε την ακάθαρτον, τη διαβόητον πόλιν, η οποία πολύ με έχη πικράνει και εξοργίσει”, λέγει ο Κυριος.
15 Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και μου είπε·
16 υἱὲ ἀνθρώπου, ἰδοὺ ἐγὼ λαμβάνω ἐκ σοῦ τὰ ἐπιθυμήματα τῶν ὀφθαλμῶν σου ἐν παρατάξει· οὐ μὴ κοπῇς οὐδ' οὐ μὴ κλαυσθῇς.
“υιέ ανθρώπου, ιδού εγώ παίρνω με την σειράν το ένα μετά το άλλο και αφαιρώ από σε όλα, όσα επιθυμούν οι οφθαλμοί σου. Δι' αυτά δεν θα εκσπάσης εις κοπετούς, ούτε και θα κλαύσης
17 στεναγμὸς αἵματος, ὀσφύος, πένθους ἐστίν· οὐκ ἔσται τὸ τρίχωμά σου συμπεπλεγμένον ἐπὶ σὲ καὶ τὰ ὑποδήματά σου ἐν τοῖς ποσί σου, οὐ μὴ παρακληθῇς ἐν χείλεσιν αὐτῶν καὶ ἄρτον ἀνδρῶν οὐ μὴ φάγῃς.
Μονον βαθύν εσωτερικόν στεναγμόν θα αισθανθής, που θα παραλύη την οσφύν σου, στεναγμόν πένθους. Αι τρίχες της κεφαλής σου δεν θα πλεχθούν, όπως συνηθίζεται εις περιστάσεις πένθους, και τα υποδήματά σου θα ευρίσκωνται πάντοτε στους πόδας σου. Δεν θα δεχθής παρηγορίαν από χείλη ανθρώπων και άρτον τον οποίον συνήθως άνδρες φέρουν εις περιστάσεις πένθους προς παρηγορίαν, δε θα φάγης”.
18 καὶ ἐλάλησα πρὸς τὸν λαὸν τὸ πρωΐ, ὃν τρόπον ἐνετείλατό μοι, καὶ ἀπέθανεν ἡ γυνή μου ἑσπέρας, καὶ ἐποίησα τὸ πρωΐ ὃν τρόπον ἐπετάγη μοι.
Εγώ ο προφήτης τα είπα αυτά στον ισραηλιτικόν λαόν κατά την πρωΐαν, όπως ο Κυριος με είχε διατάξει. Την εσπέραν της ιδίας ημέρας πέθανεν η γυνή μου και την επομενην πρωΐαν έπραξα ο,τι με είχε διατάξει ο Κυριος.
19 καὶ εἶπε πρός με ὁ λαός· οὐκ ἀναγγελεῖς ἡμῖν τί ἐστι ταῦτα, ἃ σὺ ποιεῖς;
Τοτε ο ισραηλιτικός λαός με ηρώτησε· “δεν θα εξηγήσης εις ημάς τι είναι αυτά, τα οποία συ πράττεις;”
20 καὶ εἶπα πρὸς αὐτούς· λόγος Κυρίου ἐγένετο πρός με λέγων·
Και είπα προς αυτούς· “ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και μου είπε·
21 εἰπὸν πρὸς τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ βεβηλῶ τὰ ἅγιά μου, φρύαγμα ἰσχύος ὑμῶν, ἐπιθυμήματα ὀφθαλμῶν ὑμῶν, καὶ ὑπὲρ ὧν φείδονται αἱ ψυχαὶ ὑμῶν· καὶ οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν, οὓς ἐγκατελίπετε, ἐν ρομφαίᾳ πεσοῦνται.
ειπέ στον ισραηλιτικόν λαόν, αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού εγώ θα παραχωρήσω, ώστε να βεβηλωθούν τα άγια πράγματά μου, του ναού και του θυσιαστηρίου, αυτά που αποτελούν την μεγάλην δύναμίν σας· πόθους και επιθυμίας των οφθαλμών σας, αυτά δια τα οποία πονούν και λυπούνται αι ψυχαί σας. Οι υιοί σας και αι θυγατέρες σας, τας οποίας εγκαταλείψατε εις τα χέρια των εχθρών σας, θα πέσουν εν στόματι μαχαίρας.
22 καὶ ποιήσετε ὃν τρόπον πεποίηκα· ἀπὸ στόματος αὐτῶν οὐ παρακληθήσεσθε καὶ ἄρτον ἀνδρῶν οὐ φάγεσθε,
Τοτε θα κάμετε και σεις εκείνο, το οποίον εγώ έπραξα. Δεν θα ακούσετε παρηγορίαν από το στόμα άλλων και άρτον, τον οποίον συνήθως φέρουν προς παρηγορίαν εις περιστάσεις πένθους, δεν θα φάγετε.
23 καὶ αἱ κόμαι ὑμῶν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν, καὶ τὰ ὑποδήματα ὑμῶν ἐν τοῖς ποσὶν ὑμῶν· οὔτε μὴ κόψησθε οὔτε μὴ κλαύσητε, καὶ ἐντακήσεσθε ἐν ταῖς ἀδικίαις ὑμῶν καὶ παρακαλέσετε ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ.
Η κόμη σας θα ευρίσκεται, όπως και προηγουμένως, επάνω στο κεφάλι σας, δεν θα πλεχθή κατά πένθιμον τρόπον και τα υποδήματά σας θα υπάρχουν, όπως και προηγουμένως, εις τα πόδια σας. Ούτε εις κοπετούς θα εκσπάσετε, ούτε και θα θρηνήσετε. Θα λυώσετε εξ αιτίας των παρανομιών σας και ο καθένας θα προσπαθή να παρηγορή τον αδελφόν του”.
24 καὶ ἔσται Ἰεζεκιὴλ ὑμῖν εἰς τέρας· κατὰ πάντα, ὅσα ἐποίησα, ποιήσετε, ὅταν ἔλθῃ ταῦτα· καὶ ἐπιγνώσεσθε διότι ἐγὼ Κύριος. ~
Ετσι εγώ, ο Ιεζεκιήλ, θα είμαι για σας ένα καταπληκτικόν και τρομερόν σημείο· εις όλα, όσα εγώ έκαμα και σεις θα πράξετε, όταν θα συμβούν αυτά. Τοτε θα μάθετε καλά, λέγει ο Κυριος, ότι εγώ είμαι ο Κυριος.
25 Καὶ σὺ υἱὲ ἀνθρώπου, οὐχὶ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ὅταν λαμβάνων τὴν ἰσχὺν παρ' αὐτῶν, τὴν ἔπαρσιν τῆς καυχήσεως αὐτῶν, τὰ ἐπιθυμήματα ὀφθαλμῶν αὐτῶν καὶ τὴν ἔπαρσιν ψυχῆς αὐτῶν, υἱοὺς αὐτῶν καὶ θυγατέρας αὐτῶν,
“Ως προς σε δέ, υιέ ανθρώπου, κατά την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν εγώ θα αφαιρέσω την δύναμιν από τους Ισραηλίτας, την έπαρσιν της αλαζονικής καυχήσεώς των, τα αντικείμενα τα οποία λαχταρούν οι οφθαλμοί των και το καμάρι της ψυχής των, τους υιούς δηλαδή και τας θυγατέρας των, τότε
26 ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἥξει ὁ ἀνασῳζόμενος πρὸς σὲ τοῦ ἀναγγεῖλαί σοι εἰς τὰ ὦτα;
κατά την ημέραν εκείνην δεν θα έλθη προς σε κάποιος, ο οποίος θα διαφύγη την καταστροφήν και θα αναγγείλη αυτά προς σέ;
27 ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ διανοιχθήσεται τὸ στόμα σου πρὸς τὸν ἀνασῳζόμενον καὶ λαλήσεις καὶ οὐ μὴ ἀποκωφωθῇς οὐκέτι· καὶ ἔσῃ αὐτοῖς εἰς τέρας, καὶ ἐπιγνώσονται διότι ἐγὼ Κύριος.
Κατά την ημέραν εκείνην θα ανοίξης πλατύ το στόμα σου, δια να ομιλήσης προς εκείνους, οι οποίοι θα έχουν διασωθή, θα ομιλήσης και δεν θα σιωπήσης πλέον. Θα είσαι δε δι' αυτούς έως τότε ένα καταπληκτικόν και φοβερόν σημείον. Και οι Ισραηλίται θα μάθουν τότε, ότι εγώ είμαι ο Κυριος”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα