ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και είπε·
2 καὶ σὺ υἱὲ ἀνθρώπου, εἰ κρινεῖς τὴν πόλιν τῶν αἱμάτων; καὶ παράδειξον αὐτῇ πάσας τὰς ἀνομίας αὐτῆς
“υιέ ανθρώπου, συ δεν θα κρίνης και δεν θα καταδικάσης την πάλιν των εγκλημάτων; Φανέρωσε καθαρά εις αυτήν όλας τας παρανομίας της.
3 καὶ ἐρεῖς· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ὦ πόλις ἐκχέουσα αἵματα ἐν μέσῳ αὐτῆς τοῦ ἐλθεῖν καιρὸν αὐτῆς καὶ ποιοῦσα ἐνθυμήματα καθ' ἑαυτῆς, τοῦ μιαίνειν αὐτήν,
Και θα είπης· Αυτά λέγει ο Κυριος Κυριος· Ω αμαρτωλή πόλις, της οποίας οι κάτοικοι χύνουν αθώα αίματα εν μέσω αυτής, ώστε να έλθη πλέον ο καιρός της τιμωρίας των. Πολις, της οποίας οι κάτοικοι έχουν πάντοτε στον νουν και εις την καρδίαν τα είδωλα, δια να την βεβηλώνουν.
4 ἐν τοῖς αἵμασιν αὐτῶν, οἷς ἐξέχεας, παραπέπτωκας καὶ ἐν τοῖς ἐνθυμήμασί σου, οἷς ἐποίεις, ἐμιαίνου, καὶ ἤγγισας τὰς ἡμέρας σου καὶ ἤγαγες καιρὸν ἐτῶν σου. διὰ τοῦτο δέδωκά σε εἰς ὀνειδισμὸν τοῖς ἔθνεσι, καὶ εἰς ἐμπαιγμὸν πάσαις ταῖς χώραις
Με τα αίματα των αθώων ανθρώπων, τα οποία εχύσατε, έχετε περιπέσει εις βαρύτατα αμαρτήματα και με τα είδωλα, τα οποία κατεσκευάσατε, εμολυνθήκατε και έτσι συ, αμαρτωλή πόλις, έγινες αιτία να πλησιάσουν αι ημέραι της καταστροφής σου. Εφερες το τέλος της υπάρξεώς σου. Δια τούτο εγώ θα σε παραδώσω εις τα ειδωλολατρικά έθνη προς εξευτελισμόν σου, προς εμπαιγμόν σου εις όλας τας χώρας,
5 ταῖς ἐγγιζούσαις πρὸς σὲ καὶ ταῖς μακρὰν ἀπεχούσαις ἀπὸ σοῦ, καὶ ἐμπαίξονται ἐν σοί· ἀκάθαρτος ἡ ὀνομαστὴ καὶ πολλὴ ἐν ταῖς ἀνομίαις.
αι οποίαι συνορεύουν προς σε και προς εκείνας ακόμη, που ευρίσκονται μακράν από σέ. Ολαι θα σε περιγελάσουν και θα σε εξευτελίσουν, θα είσαι η διαβόητος δια την ηθικήν ακαθαρσίαν σου, δια την πλησμονήν των παρανομιών σου πόλις.
6 ἰδοὺ οἱ ἀφηγούμενοι οἴκου Ἰσραήλ, ἕκαστος πρὸς τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ συνανεφύροντο ἐν σοί, ὅπως ἐκχέωσιν αἷμα·
Ιδού, οι άρχοντες του ισραηλιτικού λαού, ο καθένας από αυτούς συνεφύρετο με τους συγγενείς του και συνωμοτούσαν, δια να χύσουν αίμα αθώων ανθρώπων.
7 πατέρα καὶ μητέρα ἐκακολόγουν ἐν σοί, καὶ πρὸς τὸν προσήλυτον ἀνεστρέφοντο ἐν ἀδικίαις ἐν σοί, ὀρφανὸν καὶ χήραν κατεδυνάστευον ἐν σοί·
Οι πολίται σου ύβριζαν τον πατέρα και την μητέρα των και με σκοπόν την αδικίαν συνανεστρέφοντο τον προσήλυτον. Τον ορφανόν και την χήραν κατεδυνάστευον εντός της περιοχής σου.
8 καὶ τὰ ἅγιά μου ἐξουθένουν καὶ τὰ σάββατά μου ἐβεβήλουν ἐν σοί.
Εξηυτέλιζαν τα ιερά μου, εβεβήλωναν μέσα εις αυτήν ταύτην την πόλιν την αργίαν και τον αγιασμόν του Σαββάτου.
9 ἄνδρες λῃσταὶ ἦσαν ἐν σοί, ὅπως ἐκχέωσιν ἐν σοὶ αἷμα, καὶ ἐπὶ τῶν ὀρέων ἤσθιον ἐν σοί, ἀνόσια ἐποίουν ἐν μέσῳ σου.
οι κάτοικοί σου ήταν άνδρες λησταί, δια να χύνουν μέσα εις σέ, ω πόλις, αθώον αίμα. Επάνω εις τα όρη έτρωγαν ειδωλικάς θυσίας και γενικώς εν μέσω σου εξετρέποντο εις ανοσιουργίας.
10 αἰσχύνην πατρὸς ἀπεκάλυψαν ἐν σοὶ καὶ ἐν ἀκαθαρσίαις ἀποκαθημένην ἐταπείνουν ἐν σοί·
Υπήρξαν κάτοικοί σου, οι οποίοι προσέβαλαν την τιμήν του πατρός των, και άλλοι ήρχοντο εις ένωσιν και εξηυτέλιζαν γυναίκα η οποία ευρίσκετο εις την ακάθαρτον αυτής ρύσιν.
11 ἕκαστος τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον αὐτοῦ ἠνομοῦσαν, καὶ ἕκαστος τὴν νύμφην αὐτοῦ ἐμίαινεν ἐν ἀσεβείᾳ, καὶ ἕκαστος τὴν ἀδελφὴν αὐτοῦ θυγατέρα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐταπείνουν ἐν σοί.
Καθένας παρανομούσε με την γυναίκα του πλησίον και άλλοι εμόλυναν εν τη ασεβεία των την νύμφην των. Αλλοι ημάρταναν και με αυτήν ακόμη την αδελφήν των, την θυγατέρα του πατρός των.
12 δῶρα ἐλαμβάνοσαν ἐν σοί, ὅπως ἐκχέωσιν αἷμα, τόκον καὶ πλεονασμὸν ἐλαμβάνοσαν ἐν σοί· καὶ συνετελέσω συντέλειαν κακίας σου τὴν ἐν καταδυναστείᾳ, ἐμοῦ δὲ ἐπελάθου, λέγει Κύριος.
Οι κάτοικοί σου ελάμβαναν δώρα, δια να χύσουν αδίκως αίματα αθώων, έπαιρναν τόκον, ελάμβανον όσον το δυνατόν περισσότερα από τους συμπολίτας των. Εφθασες εις ολοκλήρωσιν της κακίας σου καταδυναστεύουσα τα θύματά σου, εμέ δέ με ελησμόνησες, λέγει ο Κυριος.
13 ἐὰν δὲ πατάξω χεῖρά μου πρὸς χεῖρά μου ἐφ' οἷς συντετέλεσαι, οἷς ἐποίησας, καὶ ἐπὶ τοῖς αἵμασί σου τοῖς γεγενημένοις ἐν μέσῳ σου,
Εάν όμως εγώ κτυπήσω με αγανάκτησιν το ένα χέρι μου προς το άλλο και αποστείλω τιμωρίαν, δι' όσα κακά έχουν πραγματοποιηθή εντός σου, δια τα κακά τα οποία συ διέπραξες, και δια τα αίματα των αθώων, τα οποία εχύθησαν εις τας οδούς σου,
14 εἰ ὑποστήσεται ἡ καρδία σου; εἰ κρατήσουσιν αἱ χεῖρές σου ἐν ταῖς ἡμέραις, αἷς ἐγὼ ποιῶ ἐν σοί; ἐγὼ Κύριος λελάληκα καὶ ποιήσω.
θα άνθεξη η καρδία σου αυτήν την τιμωρίαν; Τα χεριά σου κατά τας ημέρας εκείνας, που εγώ θα αποστείλω φοβεράς τας τιμωρίας, θα έχουν την δύναμιν να κρατηθούν και να μη παραλύσουν από τον φόβον; Εγώ ο Κυριος ωμίλησα και έτσι θα κάμω.
15 καὶ διασκορπιῶ σε ἐν τοῖς ἔθνεσι καὶ διασπερῶ σε ἐν ταῖς χώραις, καὶ ἐκλείψει ἡ ἀκαθαρσία σου ἐκ σοῦ,
Θα σε διασκορπίσω ανάμεσα εις τα έθνη, θα διασπείρω τα τέκνα σου εις όλας τας χώρας και έτσι θα λείψη ο μολυσμός μέσα από την πόλιν.
16 καὶ κατακληρονομήσω ἐν σοὶ κατ' ὀφθαλμοὺς τῶν ἐθνῶν· καὶ γνώσεσθε διότι ἐγὼ Κύριος. ~
Κατόπιν όμως θα σε αποκαταστήσω και πάλιν εις την κληρονομίαν σου ενώπιον όλων των ειδωλολατρικών εθνών και θα μάθετε, ότι εγώ είμαι ο Κυριος”.
17 Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ο Κυριος μου ωμίλησε και είπε·
18 υἱὲ ἀνθρώπου, ἰδοὺ γεγόνασί μοι ὁ οἶκος Ἰσραὴλ ἀναμεμειγμένοι πάντες χαλκῷ καὶ σιδήρῳ καὶ κασσιτέρῳ καὶ μολίβῳ, ἐν μέσῳ ἀργυρίου ἀναμεμειγμένος ἐστί.
“υιέ ανθρώπου, ιδού ο ισραηλιτικός μου λαός έγινε λαός ανάμικτος, όπως είναι το μίγμα ευγενών και αγενών μετάλλων, χαλκού, σιδηρού, κασσιτέρου και μολύδδου αναμεμιγμένων με άργυρον.
19 διὰ τοῦτο εἰπόν· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ἀνθ' ὧν ἐγένεσθε εἰς σύγκρασιν μίαν, διὰ τοῦτο ἐγὼ εἰσδέχομαι ὑμᾶς εἰς μέσον Ἱερουσαλήμ.
Δια τούτο ειπέ· αυτά λέγει ο Κυριος· Επειδή αι κακίαι και αι αρεταί σας έγιναν ένα μίγμα, δια τούτο εγώ θα σας μαζέψω στο μέσον της Ιερουσαλήμ,
20 καθὼς εἰσδέχεται ἄργυρος καὶ χαλκὸς καὶ σίδηρος καὶ κασσίτερος καὶ μόλιβος εἰς μέσον καμίνου τοῦ ἐκφυσῆσαι εἰς αὐτὸ πῦρ τοῦ χωνευθῆναι, οὕτως εἰσδέξομαι ἐν ὀργῇ μου καὶ συνάξω καὶ χωνεύσω ὑμᾶς
όπως ακριβώς εισάγεται ο μίγμα του αργύρου, του σιδήρου, κασσιτέρού και μολύδδου μέσα στο χωνευτήριον, δια να λυώση και διαλυθή με το ξάναμμα του πυρός. Κατά παρόμοιον τρόπον θα σας μαζέψω και εγώ εν τη οργή μου εντός της πόλεως και εκεί θα σας τιμωρήσω δια του πυρός.
21 καὶ ἐκφυσήσω ἐφ' ὑμᾶς ἐν πυρὶ ὀργῆς μου, καὶ χωνευθήσεσθε ἐν μέσῳ αὐτῆς.
Με το φύσημά μου θα ξανάψω τη φωτιά της οργής μου και θα χωνευθήτε μέσα εις αυτήν ταύτην την πόλιν.
22 ὃν τρόπον χωνεύεται ἀργύριον ἐν μέσῳ καμίνου, οὕτως χωνευθύσεσθε ἐν μέσῳ αὐτῆς· καὶ ἐπιγνώσεσθε διότι ἐγὼ Κύριος ἐξέχεα τὸν θυμόν μου ἐφ' ὑμᾶς. ~
Οπως ο άργυρος χωνεύεται μέσα εις την πυρακτωμένην κάμινον, έτσι και σεις θα χωνευθήτε εν μέσω της πόλεως. Και τότε θα μάθετε καλά, ότι εγώ ο Κυριος αφήκα να εκσπάση εναντίον σας η δικαία οργή μου”.
23 Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε εις εμέ και είπε·
24 υἱὲ ἀνθρώπου, εἰπὸν αὐτῇ· σὺ εἶ γῆ ἡ οὐ βρεχομένη, οὐδὲ ὑετὸς ἐγένετο ἐπὶ σὲ ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς·
“υιέ ανθρώπου ειπέ εις αυτήν την χώραν του Ισραήλ· Συ είσαι μία ξηρά χώρα, η οποία δεν ποτίζεται και δεν καρποφορεί, διότι εξ αιτίας της οργής μου κατά τας ημέρας αυτάς δεν έπεσε βροχή εις σέ.
25 ἧς οἱ ἀφηγούμενοι ἐν μέσῳ αὐτῆς ὡς λέοντες ὠρυόμενοι ἁρπάζοντες ἁρπάγματα, ψυχὰς κατεσθίοντες ἐν δυναστείᾳ, καὶ τιμὰς λαμβάνοντες ἐν ἀδικίᾳ, καὶ αἱ χῆραί σου ἐπληθύνθησαν ἐν μέσῳ σου.
Οι άρχοντές σου εν μέσω σου είναι λέοντες, που ωρύονται εναντίον των θυμάτων των. Αρπάζουν και ληστεύουν συνεχώς. Κατατρώγουν μ την δύναμίν των περιουσίας αδυνάτων ανθρώπων, καταλαμβάνουν αξιώματα με αδικίας και εξ αιτίας των πολλών φόνων έχουν πληθυνθή εν μέσω σου αι χήραι.
26 καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτῆς ἠθέτησαν νόμον μου καὶ ἐβεβήλουν τὰ ἅγιά μου· ἀναμέσον ἁγίου καὶ βεβήλου οὐ διέστελλον καὶ ἀναμέσον ἀκαθάρτου καὶ τοῦ καθαροῦ οὐ διέστελλον καὶ ἀπὸ τῶν σαββάτων μου παρεκάλυπτον τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, καὶ ἐβεβηλούμην ἐν μέσῳ αὐτῶν.
Και αυτοί ακόμη οι ιερείς της πόλεως παρέβησαν τον Νομον μου, εβεβήλωσαν τους ιερούς τόπους, τον ναόν και το θυσιαστήριον. Δεν έχαναν διάκρισιν μεταξύ ιερού πράγματος και βεβήλου. Δεν εξεχώριζαν το νομικώς καθαρόν από το ακάθαρτον. Εσκέπαζαν τα μάτια των και δεν επρόσεχαν τα Σαββατα μου και ετσι εβεβηλωνετο από αυτούς το Ονομά μου εν μέσω των κατοίκων.
27 οἱ ἄρχοντες αὐτῆς ἐν μέσῳ αὐτῆς ὡς λύκοι ἁρπάζοντες ἁρπάγματα τοῦ ἐκχέαι αἷμα, ὅπως πλεονεξίᾳ πλεονεκτῶσι.
Οι άρχοντες εν μέσω της πόλεως είναι ωσάν τους λύκους. Αρπάζουν τα θύματα των, χύνουν το αίμα, δια να αποκτήσουν με την αχόρταστον πλεονεξίαν των όσον το δυνατόν περισσότερα.
28 καὶ οἱ προφῆται αὐτῆς ἀλείφοντες αὐτοὺς πεσοῦνται, ὁρῶντες μάταια, μαντευόμενοι ψευδῆ, λέγοντες· τάδε λέγει Κύριος, καὶ Κύριος οὐκ ἐλάλησε.
Και οι ψευδοπροφήται της πόλεως, οι οποίοι κολακεύουν και διαφημίζουν τους κακούς άρχοντάς σας, θα καταστραφούν και αυτοί· όλοι αυτοί οι οποίοι βλέπουν ψευδή οράματα και εξαγγέλλουν ψευδείς μαντείας και οι οποίοι λέγουν· “αυτά λέγει ο Κυριος”, ενώ ο Κυριος δεν ωμίλησε καθόλου προς αυτούς.
29 λαὸν τῆς γῆς ἐκπιεζοῦντες ἀδικίᾳ καὶ διαρπάζοντες ἁρπάγματα, πτωχὸν καὶ πένητα καταδυναστεύοντες καὶ πρὸς τὸν προσήλυτον οὐκ ἀναστρεφόμενοι μετὰ κρίματος.
Και αυτοί καταπιέζουν με τας αδικίας των τον λαόν της χώρας, ληστεύουν και αρπάζουν τα ξένα πράγματα, πτωχόν και πεινώντα κατατυραννούν και προς τον ξένον δεν αναστρέφονται και δεν φέρονται με δικαιοσύνην.
30 καὶ ἐζήτουν ἐξ αὐτῶν ἄνδρα ἀναστρεφόμενον ὀρθῶς καὶ ἑστῶτα πρὸ προσώπου μου ὁλοσχερῶς ἐν τῷ καιρῷ τῆς γῆς τοῦ μὴ εἰς τέλος ἐξαλεῖψαι αὐτήν, καὶ οὐχ εὗρον.
Εζήτησα μεταξύ αυτών άνθρωπον, ο οποίος να συμπεριφέρεται ορθώς και δικαίως, να σταθή άρτιος και ακατηγόρητος ενώπιόν μου κατά την κρίσιμον εποχήν της χώρας αυτής, δια να μη την καταστρέψω τελείως, και δεν ευρήκα.
31 καὶ ἐξέχεα ἐπ' αὐτὴν θυμόν μου ἐν πυρὶ ὀργῆς μου τοῦ συντελέσαι· τὰς ὁδοὺς αὐτῶν εἰς κεφαλὰς αὐτῶν δέδωκα, λέγει Κύριος Κύριος.
Δια τούτο αφήκα να ξεσπάση εναντίον της ο δίκαιος θυμός μου και η φωτιά της οργής μου, ώστε να τους εξόντωση. Ερριψα επάνω εις τας κεφαλάς των την ευθύνην δια τους παρανόμους τρόπους και δρόμους της ζωής των”, λέγει ο Κυριος Κυριος.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα