ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και είπε·
2 διὰ τοῦτο προφήτευσον, υἱὲ ἀνθρώπου, καὶ στήρισον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐπίβλεψον ἐπὶ τὰ ἅγια αὐτῶν καὶ προφητεύσεις ἐπὶ τὴν γῆν τοῦ Ἰσραὴλ
“δια τούτο, υιέ ανθρώπου, προφήτευσε και στρέψε απειλητικόν το πρόσωπόν σου εναντίον της Ιερουσαλήμ. Ριψε το βλέμμα σου στους ιερούς τόπους και θα προφητεύσης καθ όλην την χώραν της Ιουδαίας.
3 καὶ ἐρεῖς πρὸς τὴν γῆν τοῦ Ἰσραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ πρὸς σὲ καὶ ἐκσπάσω τὸ ἐγχειρίδιόν μου ἐκ τοῦ κολεοῦ αὐτοῦ καὶ ἐξολοθρεύσω ἐκ σοῦ ἄνομον καὶ ἄδικον·
Εναντίον της χώρας του Ισραήλ θα είπης· αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού εγώ έρχομαι εναντίον σου, θα ανασπάσω την μάχαιράν μου από την θήκην της και θα εξολοθρεύσω από σε κάθε παράνομον και άδικον άνθρωπον.
4 ἀνθ' ὧν ἐξολοθρεύσω ἐκ σοῦ ἄδικον καὶ ἄνομον, οὕτως ἐξελεύσεται τὸ ἐγχειρίδιόν μου ἐκ τοῦ κολεοῦ αὐτοῦ ἐπὶ πᾶσαν σάρκα ἀπὸ ἀπηλιώτου ἕως βορρᾶ·
Επαναλαμβάνω δια να εξολοθρεύσω από σε κάθε άδικον και παράνομον άνθρωπον, δι' αυτόν τον σκοπόν θα εξέλθη η μαχαίρα μου από την θήκην αυτής, δια να εξοντώση κάθε αμαρτωλόν ανθρωπον από ανατολών έως βορρά.
5 καὶ ἐπιγνώσεται πᾶσα σὰρξ διότι ἐγὼ Κύριος ἐξέσπασα τὸ ἐγχειρίδιόν μου ἐκ τοῦ κολεοῦ αὐτοῦ καὶ οὐκ ἀποστρέψει οὐκέτι.
Ετσι κάθε άνθρωπος θα μάθη, ότι εγώ ο Κυριος ανέσπασα την μάχαιράν μου από την θήκην αυτής και δεν θα επιστρέψη πλέον εις αυτήν.
6 καὶ σὺ υἱὲ ἀνθρώπου, καταστέναξον ἐν συντριβῇ ὀσφύος σου καὶ ἐν ὀδύναις στενάξεις κατ' ὀφθαλμοὺς αὐτῶν.
Και συ, υιέ ανθρώπου, στέναξε και ξαναστέναξε πολύ, εν συντριβή καρδίας. Βγάλε οδυνηρούς στεναγμούς ενώπιον των οφθαλμών των.
7 καὶ ἔσται ἐὰν εἴπωσι πρὸς σέ· ἕνεκα τίνος σὺ στενάζεις; καὶ ἐρεῖς· ἐπὶ τῇ ἀγγελίᾳ, διότι ἔρχεται, καὶ θραυσθήσεται πᾶσα καρδία, καὶ πᾶσαι χεῖρες παραλυθήσονται, καὶ ἐκψύξει πᾶσα σὰρξ καὶ πᾶν πνεῦμα, καὶ πάντες μηροὶ μολυνθήσονται ὑγρασίᾳ· ἰδοὺ ἔρχεται καὶ ἔσται λέγει Κύριος.
Εάν δε και σε ερωτήσουν, διατί συ στενάζεις; Θα πης· δια την αναγγελίαν, ότι έρχεται η καταστροφή και θα θρυμματισθή κάθε καρδία και όλαι αι χείρες θα παραλύσουν από τον τρόμον. Καθε ζωντανή σαρξ και κάθε πνεύμα θα λιποψυχήσουν και ένεκα του τρόμου θα μολυνθούν οι μηροί όλων από το ακάθαρτον υγρόν του σώματος. Ιδού, έρχεται η σύμφορα· και ετσι θα γίνη”, λέγει ο Κυριος.
8 καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με, λέγων·
Ο Κύριος ωμίλησε προς εμέ και είπε·
9 υἱὲ ἀνθρώπου, προφήτευσον καὶ ἐρεῖς· τάδε λέγει Κύριος· εἰπόν· ρομφαία ρομφαία, ὀξύνου καὶ θυμώθητι,
“υιέ ανθρώπου, προφήτευσε και ειπέ· αυτά λέγει ο Κυριος· ειπέ· Μαχαιρα, μάχαιρα ακονίσου, θύμωσε,
10 ὅπως σφάξῃς σφάγια, ὀξύνου ὅπως γένῃ εἰς στίλβωσιν, ἑτοίμη εἰς παράλυσιν, σφάζε, ἐξουδένει, ἀπωθοῦ πᾶν ξύλον.
δια να σφάξης σφάγια. Γινε οξεία και κοπτερή, στίλβουσα, ετοίμη να παραλύσης κάθε άνθρωπον. Σφάζε κατά συνέχειαν, εξωλόθρευε, απομάκρυνε από εμπρός σου κάθε εμπόδιον”.
11 καὶ ἔδωκεν αὐτὴν ἑτοίμην τοῦ κρατεῖν χεῖρα αὐτοῦ· ἐξηκονήθη ἡ ρομφαία, ἐστὶν ἑτοίμη τοῦ δοῦναι αὐτὴν εἰς χεῖρα ἀποκεντοῦντος.
Και έδωκεν ο Κυριος ετοίμην την μάχαιραν αυτήν εις την χείρα του εξολοθρευτού. Η μάχαιρα ηκονίσθη, είναι ετοίμη, δια να την δώση ο Κυριος εις τα χέρια του φονευτού.
12 ἀνάκραγε καὶ ὀλόλυξον, υἱὲ ἀνθρώπου, ὅτι αὐτὴ ἐγένετο ἐν τῷ λαῷ μου, αὐτὴ ἐν πᾶσι τοῖς ἀφηγουμένοις τοῦ Ἰσραήλ· παροικήσουσιν ἐπὶ ρομφαίᾳ, ἐγένετο ἐν τῷ λαῷ μου. διὰ τοῦτο κρότησον ἐπὶ τὴν χεῖρά σου,
“Κραύγασε και ολόλυξε, υιέ ανθρώπου, διότι αυτή η κοπτερή μάχαιρα επέρχεται εναντίον του λαού μου, εναντίον όλων των αρχόντων του Ισραηλιτικού λαού. Ολοι αυτοί κάτω από την απειλήν της φονικής ρομφαίας θα παροικήσουν αιχμάλωτοι εις ξένας χώρας. Αυτό έγινε πλέον εναντίον του λαού μου. Δια τούτο κρότησε τας παλάμας σου,
13 ὅτι δεδικαίωται· καὶ τί εἰ καὶ φυλὴ ἀπώσθη; οὐκ ἔσται, λέγει Κύριος Κύριος.
διότι απεδόθη δικαιοσύνη. Και τι σημαίνει, εάν μία φυλή απολεσθή; Δεν θα υπάρχη πλέον αυτή η φυλή, λέγει ο Κυριος Κυριος.
14 καὶ σύ, υἱὲ ἀνθρώπου, προφήτευσον καὶ κρότησον χεῖρα ἐπὶ χεῖρα καὶ διπλασίασον ρομφαίαν· ἡ τρίτη ρομφαία τραυματιῶν ἐστι, ρομφαία τραυματιῶν ἡ μεγάλη καὶ ἐκστήσει αὐτούς,
Και συ, υιέ ανθρώπου, προφήτευσε, κτύπησε την μίαν παλάμην εις την άλλην, ανάγγειλε και δευτέραν ρομφαίαν ολέθρου. Η τρίτη όμως ρομφαία θα ρίψη κάτω πολλά θύματα, θα είναι ρομφαία τραυματιών, μεγάλη, η οποία θα τους καταπλήξη.
15 ὅπως θραυσθῇ ἡ καρδία καὶ πληθυνθῶσιν οἱ ἀσθενοῦντες ἐπὶ πᾶσαν πύλην αὐτῶν· παραδέδονται εἰς σφάγια ρομφαίας, εὖ γέγονεν εἰς σφαγήν, εὖ γέγονεν εἰς στίλβωσιν.
Ετσι θα συντριβή και θα τρομάξη κάθε ανθρωπίνη καρδία. Πολύ δε πλήθος ασθενούντων ανθρώπων θα συγκεντρωθούν εις όλας τας πύλας των πόλεων. Εκεί όμως θα έχουν παραδοθή προς σφαγήν εις την φονικήν ρομφαίαν. Η μάχαιρα αυτή εξεπλήρωσε καλώς την αποστολήν της, εστιλβώθη καλώς δια τον σκοπόν, που έχει προορισθη.
16 καὶ διαπορεύου, ὀξύνου, ἐκ δεξιῶν καὶ ἐξ εὐωνύμων, οὗ ἂν τὸ πρόσωπόν σου ἐξεγείρηται.
Και συ, μάχαιρα, πορεύου δια μέσου του λαού. Γινε οξεία και κοπτερή, κόπτε από τα δεξιά και από τα αριστερά, προς κάθε κατεύθυνσιν, που θα στραφή η κοπτερή σου όψις.
17 καὶ ἐγὼ δὲ κροτήσω χεῖρά μου πρὸς χεῖρά μου καὶ ἀναφήσω τόν θυμόν μου· ἐγὼ Κύριος λελάληκα.
Και εγώ θα επικροτώ το ένα μου χέρι με το άλλο και τότε πλέον θα αφήσω να καταπαύση ο θυμός μου. Εγώ ο Κυριος ωμίλησα και ετσι θα γίνη”.
18 Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε πάλιν προς εμέ και είπε·
19 καὶ σὺ υἱὲ ἀνθρώπου, διάταξον σεαυτῷ δύο ὁδοὺς
“συ, υιέ ανθρώπου, χάραξε εμπρός σου δύο δρόμους,
20 τοῦ εἰσελθεῖν ρομφαίαν βασιλέως Βαβυλῶνος· ἐκ χώρας μιᾶς ἐξελεύσονται αἱ δύο, καὶ χεὶρ ἐν ἀρχῇ ὁδοῦ πόλεως, ἐπ' ἀρχῆς ὁδοῦ διατάξεις τοῦ εἰσελθεῖν ρομφαίαν ἐπὶ Ραββὰθ υἱῶν Ἀμμὼν καὶ ἐπὶ τὴν Ἰουδαίαν καὶ ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ ἐν μέσῳ αὐτῆς.
δια των οποίων ημπορεί να πέραση η μάχαιρα του βασιλέως της Βαβυλώνος. Και αι δύο αυταί οδοί από μίαν χώραν θα εξέλθουν. Χαραξε ένα σημείον, που θα φανερώνη την αρχήν της οδού της πόλεως. Από την αρχήν της οδού θα χαράξης να εισέλθη η φονική ρομφαία εναντίον της πύλεως Ραββάθ, πρωτευούσης των Αμμωνιτών και εναντίον της Ιουδαίας, εν μέσω και αυτής ταύτης της Ιερουσαλήμ.
21 διότι στήσεται βασιλεὺς Βαβυλῶνος ἐπὶ τὴν ἀρχαίαν ὁδόν, ἐπ' ἀρχῆς τῶν δύο ὁδῶν, τοῦ μαντεύσασθαι μαντείαν, τοῦ ἀναβράσαι ράβδον καὶ ἐπερωτῆσαι ἐν τοῖς γλυπτοῖς καὶ κατασκοπήσασθαι ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ.
Ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, καθώς θα έρχεται, θα σταθή εις την αρχαίαν οδόν· εκεί, όπου αρχίζουν αι δύο οδοί. Θα ερωτήση τα μαντεία να τον πληροφορήσουν, συμβουλευόμενα τας μαγικάς ράβδους των. Θα ερωτήση σχετικώς τα είδωλα και θα προσπαθήση να διακριβώση, αν πρέπει να βαδίση εις τα δεξιά.
22 ἐγένετο τὸ μαντεῖον ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ τοῦ βαλεῖν χάρακα, τοῦ διανοῖξαι στόμα ἐν βοῇ, ὑψῶσαι φωνὴν μετὰ κραυγῆς, τοῦ βαλεῖν χάρακα ἐπὶ τὰς πύλας αὐτῆς καὶ βαλεῖν χῶμα καὶ οἰκοδομῆσαι βελοστάσεις.
Εδόθη εις αυτόν πληροφορία από το μαντείον να βαδίση με τον στρατόν του εναντίον της Ιερουσαλήμ, να περιβάλουν αυτήν με χάρακα, να ανοίξουν το στόμα αυτών κραυγάζοντες απειλητικώς εναντίον της, να εκβάλουν πολεμικάς κραυγάς, να ανοίξουν χαράκωμα κοντά εις τας πύλας της, να συσσωρεύσουν χώματα εις ύψος και να στήσουν πολιορκητικάς μηχανάς, που εκτοξεύουν βέλη.
23 καὶ αὐτὸς αὐτοῖς ὡς μαντευόμενος μαντείαν ἐνώπιον αὐτῶν καὶ αὐτὸς ἀναμιμνήσκων ἀδικίας αὐτοῦ μνησθῆναι.
Οι Ιουδαίοι θα ίδουν αυτόν να ζητή μαντείας εναντίον των, να ενθυμήται και να υπενθυμιζη τας αδικίας των και την παράβασιν της συνθήκης των.
24 διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἀνθ' ὧν ἀνεμνήσατε τὰς ἀδικίας ὑμῶν, ἐν τῷ ἀποκαλυφθῆναι τὰς ἀσεβείας ὑμῶν, τοῦ ὁραθῆναι ἁμαρτίας ὑμῶν ἐν πάσαις ταῖς ἀσεβείαις ὑμῶν καὶ ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν ὑμῶν, ἀνθ' ἀνεμνήσατε, ἐν τούτοις ἁλώσεσθε.
Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος· επειδή εθυμηθήκατε τας παλαιάς παρανομίας σας, καθώς έχουν επίσης αποκαλυφθη και αι σημεριναί ασέβειαί σας προς εμέ, ώστε να είναι ολοφάνεραι αι αμαρτίαι σας, όλαι αι ασέβειαί σας και αι αδικίαι σας, επειδή με τα πονηρά σας έργα μου ενεθυμήσατε όλην την αμαρτωλότητά σας, δια τούτο και θα εξολοθρευθήτε εξ αιτίας αυτών.
25 καὶ σύ, βέβηλε, ἄνομε, ἀφηγούμενε τοῦ Ἰσραήλ, οὗ ἥκει ἡ ἡμέρα, ἐν καιρῷ ἀδικίας πέρας,
Και συ, βέβηλε και παράνομε αρχηγέ του ισραηλιτικού λαού, εναντίον του οποίου ήλθε πλέον η ημέρα της τιμωρίας, δια να τεθή τέρμα στον καιρόν της αδικίας σου, άκουσε τι λέγει ο Κυριος.
26 τάδε λέγει Κύριος· ἀφείλου τὴν κίδαριν καὶ ἐπέθου τὸν στέφανον· αὕτη οὐ τοιαύτη ἔσται· ἐταπείνωσας τὸ ὑψηλὸν καὶ ὕψωσας τὸ ταπεινόν.
Αυτά λέγει ο Κυριος· βγάλε από την κεφαλήν σου το πολύτιμον βασιλικόν κάλυμμα, απόθεσε τον στέφανόν σου. Η κίδαρις δεν θα είναι πλέον το κάλυμμα της κεφαλής σου, διότι συ παρεγνώρισες και. εξηυτέλισες τους αξίους. Ετίμησες και ανύψωσες τους αναξίους και χυδαίους.
27 ἀδικίαν ἀδικίαν θήσομαι αὐτήν, οὐδ' αὕτη τοιαύτη ἔσται, ἕως οὗ ἔλθῃ ᾧ καθήκει, καὶ παραδώσω αὐτῷ. ~
Θα καταλογίσω εις την βασιλείαν σου τας πολυαρίθμους φοβεράς αδικίας και δεν θα παραμείνη εις τα χέρια σου αυτή η βασιλεία, εώς ότου έλθη εκείνος στον οποίον ανήκουν όλα, ο Μεσσίας και Λυτρωτής, προς τον οποίον και θα την παραδώσω.
28 Καὶ σὺ υἱὲ ἀνθρώπου, προφήτευσον, καὶ ἐρεῖς· τάδε λέγει Κύριος πρὸς τοὺς υἱοὺς Ἀμμὼν καὶ πρὸς τὸν ὀνειδισμὸν αὐτῶν καὶ ἐρεῖς· ρομφαία ρομφαία ἐσπασμένη εἰς σφάγια καὶ ἐσπασμένη εἰς συντέλειαν, ἐγείρου ὅπως στίλβῃς
Και συ, υιέ ανθρώπου, προφήτευσε και ειπέ· αυτά λέγει ο Κυριος προς τους Αμμωνίτας· προς ελέγχόν των ειπέ προς αυτούς· Η μάχαιρα η φοβερά, η οποία έχει ανασπασθή από την θήκην της, δια να σφάξη ωσάν σφάγια τα θύματά της, έχει ανασπασθή από την θήκην της, δια να επιφέρη πλήρη όλεθρον. Σηκω ρομφαία, δια να ακτινοβολήσης την λάμψιν σου.
29 ἐν τῇ ὁράσει σου τῇ ματαίᾳ καὶ ἐν τῷ μαντεύεσθαί σε ψευδῆ, τοῦ παραδοῦναί σε ἐπὶ τραχήλους τραυματιῶν ἀνόμων, ὧν ἥκει ἡ ἡμέρα, ἐν καιρῷ ἀδικίας πέρας.
Ανωφελή υπήρξαν δια σας τα οράματα των ψευδοπροφητών σας και αι ψευδείς μαντείαι των μάντεών σας, δια να παραδώσουν σας αμερίμνους εις σφαγήν και όλεθρον των ανόμων, δια τους οποίους έχει φθάσει η ημέρα της τιμωρίας. Ετερματίσθη ο χρόνος της αδικίας των.
30 ἀπόστρεφε, μὴ καταλύσῃς ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ᾧ γεγέννησαι· ἐν τῇ γῇ τῇ ἰδίᾳ σου κρινῶ σε
Και συ, μάχαιρα των Βαβυλωνίων, μη παραμείνης επί πολύ στον τόπον τούτον, στον οποίον έχεις γεννηθή δι' όλεθρον. Εγώ μέσα εις την ίδικήν σου χώραν θα σε κρίνω και θα σε καταδικάσω.
31 καὶ ἐκχεῶ ἐπὶ σέ ὀργήν μου, ἐν πυρὶ ὀργῆς μου ἐμφυσήσω ἐπὶ σέ καὶ παραδώσω σε εἰς χεῖρας ἀνδρῶν βαρβάρων τεκταινόντων διαφθοράν.
Θα αφήσω, ω Αμμωνίται, να εκσπάση η οργή μου και εναντίον σας, θα αναρριπίσω και θα ανάψω την φωτιάν της οργής μου, θα σας παραδώσω εις τα χέρια βαρβάρων ανδρών, οι οποίοι σχεδιάζουν και διαπράττουν με τέχνην πολλήν καταστροφάς.
32 ἐν πυρὶ ἔσῃ κατάβρωμα, τὸ αἷμά σου ἔσται ἐν μέσῳ τῆς γῆς σου· οὐ μὴ γένηταί σου μνεία, διότι ἐγὼ Κύριος λελάληκα.
Θα σε καταφάγη το πυρ, και το αίμα των φονευομένων τέκνων σου θα πλημμυρίση την χώραν σου. Θα χαθής και κανείς πλέον δεν θα σε ενθυμηθή. Εγώ, ο Κυριος είπα αυτά και έτσι θα γίνη”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα