ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ εἶπε πρός με· υἱὲ ἀνθρώπου, στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου, καὶ λαλήσω πρὸς σέ.
Και ο Κυριος είπε τότε προς εμέ· “υιέ ανθρώπου, σήκω, στάσου ορθός εις τα πόδια σου, διότι εγώ θα σου ομιλήσω”.
2 καὶ ἦλθεν ἐπ᾿ ἐμὲ πνεῦμα καὶ ἀνέλαβέ με καὶ ἐξῆρέ με καὶ ἔστησέ με ἐπὶ τοὺς πόδας μου, καὶ ἤκουον αὐτοῦ λαλοῦντος πρός με,
Ηλθεν αμέσως επάνω εις εμέ το πνεύμα, με επήρε, με εσήκωσε και με έστησεν ορθόν εις τα πόδιά μου, καθ' ον χρόνον ήκουα τον Κυριον να ομιλή προς εμέ.
3 καὶ εἶπε πρός με· υἱὲ ἀνθρώπου, ἐξαποστέλλω ἐγώ σε πρὸς τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραήλ, τοὺς παραπικραίνοντάς με, οἵτινες παρεπίκρανάν με, αὐτοὶ καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας,
Και είπε προς εμέ ο Κυριος· “υιέ ανθρώπου εγώ σε αναδεικνύω και σε αποστέλλω ως προφήτην προς το ισραηλιτικόν έθνος, εις αυτούς οι οποίοι με έχουν παραπικράνει και εξοργίσει με τας παραβάσεις των. Με παρεπίκραναν και αυτοί, όπως και οι πρόγονοί των μέχρι της σημερινής ημέρας”.
4 καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· τάδε λέγει Κύριος·
Θα είπης λοιπόν προς αυτούς· “αυτά λέγει ο Κυριος·
5 ἐὰν ἄρα ἀκούσωσιν ἢ πτοηθῶσι ~διότι οἶκος παραπικραίνων ἐστί~ καὶ γνώσονται ὅτι προφήτης εἶ σὺ ἐν μέσῳ αὐτῶν.
μήπως και θελήσουν να υπακούσουν εις τα λόγιά μου η απλώς να καταπτοηθούν, διότι είναι γένος και λαός, που πάντοτε με παραπικραίνει δια των παραβάσεων των εντολών μου και οπωσδήποτε θα μάθουν, ότι εν μέσω αυτών υπάρχει ένας προφήτης, ο οποίος είσαι συ.
6 καὶ σύ, υἱὲ ἀνθρώπου, μὴ φοβηθῇς αὐτοὺς μηδὲ ἐκστῇς ἀπὸ προσώπου αὐτῶν· διότι παροιστρήσουσι καὶ ἐπισυστήσονται ἐπὶ σὲ κύκλῳ, καὶ ἐν μέσῳ σκορπίων σὺ κατοικεῖς· τοὺς λόγους αὐτῶν μὴ φοβηθῇς καὶ ἀπὸ προσώπου αὐτῶν μὴ ἐκστῇς, διότι οἶκος παραπικραίνων ἐστί.
Συ δέ, υιέ ανθρώπου, μη τους φοβηθής ούτε να τρομάξης και καταπλαγής ενώπιόν των, όταν εξερεθισθούν. Διότι εκείνοι θα καταληφθούν από μανίαν, θα σε περικυκλώσουν με εχθρικάς διαθέσεις και πρέπει να γνωρίζης, ότι συ κατοικείς ανάμεσα εις σκορπιούς. Μη φοβηθής τα λόγια της αγανακτήσεώς των και μη πτοηθής ενώπιον του εξωργισμένου προσώπου των, διότι αυτοί είναι λαός, ο οποίός με παραπικραίνει και με εξοργίζει με τας παραβάσεις των.
7 καὶ λαλήσεις τοὺς λόγους μου πρὸς αὐτούς, ἐὰν ἄρα ἀκούσωσιν ἢ πτοηθῶσιν, ὅτι οἶκος παραπικραίνων ἐστί.
Συ, θα είπης προς αυτούς τους λόγους τούτους, μήπως και υπακούσουν η απλώς πτοηθούν, διότι είναι λαός, ο οποίος με παροργίζει πάντοτέ με τας παραβάσεις των.
8 καὶ σύ, υἱὲ ἀνθρώπου, ἄκουε τοῦ λαλοῦντος πρός σέ, μή γίνου παραπικραίνων καθὼς ὁ οἶκος ὁ παραπικραίνων· χάνε τὸ στόμα σου καὶ φάγε ὃ ἐγὼ δίδωμί σοι.
Συ λοιπόν, υιέ ανθρώπου, άκουσε εκείνον, ο οποίος σου ομιλεί και μη θελήσης ποτέ να γίνης και συ παραπικραίνων τον Κυριον, όπως παραπικραίνων και εξοργίζων τον Κυριον είναι ο λαός αυτός. Ανοιξε το στόμα σου και φάγε εκείνο, το οποίον εγώ σου δίδω”.
9 καὶ εἶδον καὶ ἰδοὺ χεὶρ ἐκτεταμένη πρός με, καὶ ἐν αὐτῇ κεφαλὶς βιβλίου·
Και είδα και ιδού, ένα χέρι απλωμένο προς εμέ, που εκρατούσε μίαν μεμβράνην, τμήμα ενός βιβλίου.
10 καὶ ἀνείλησεν αὐτὴν ἐνώπιόν μου, καὶ ἦν ἐν αὐτῇ γεγραμμένα τὰ ἔμπροσθεν καὶ τὰ ὄπισθεν, καὶ ἐγέγραπτο ἐπ᾿ αὐτὴν θρῆνος καὶ μέλος καὶ οὐαί.
Εξεδίπλωσεν αυτήν ενώπιόν μου και είδα ότι ήτο γραμμένη από μέσα και απ' έξω. Το περιεχόμενον της μεμβράνης ήσαν θρήνοι, θλιβερά μοιρολόγια και ταλανισμοί.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα