ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ σὺ λαβὲ θρῆνον ἐπὶ τὸν ἄρχοντα τοῦ Ἰσραὴλ
Και συ, προφήτα, άρχισε να θρηνολογης δια τον βασιλέα του ιουδαϊκού λαού
2 καὶ ἐρεῖς· τί ἡ μήτηρ σου; σκύμνος· ἐν μέσῳ λεόντων ἐγενήθη, ἐν μέσῳ λεόντων ἐπλήθυνε σκύμνους αὐτῆς.
και είπε· Ποιά είναι η μητέρα σου; Τέκνον λεαίνης, ανάμεσα εις άλλους λέοντας εγεννήθη και ανάμεσα εις άλλους λέοντας εγέννησε πολλούς μικρούς λέοντας.
3 καὶ ἀπεπήδησεν εἷς τῶν σκύμνων αὐτῆς, λέων ἐγένετο καὶ ἔμαθε τοῦ ἁρπάζειν ἁρπάγματα, ἀνθρώπους ἔφαγε.
Ενας από τους λεοντιδείς ανεπτύχθη πολύ και δεκρίθη, έγινε λέων, έμαθε να αρπάζη τα θύματά του, έφαγεν ανθρώπους.
4 καὶ ἤκουσαν κατ' αὐτοῦ ἔθνη, ἐν τῇ διαφθορᾷ αὐτῶν συνελήφθη, καὶ ἤγαγον αὐτὸν ἐν κημῷ εἰς γῆν Αἰγύπτου.
Τα άλλα έθνη ήκουσαν να γίνεται λόγος εναντίον αυτού, έστησαν δολίαν παγίδα και τον συνέλαβαν, τον εφίμωσαν και τον οδήγησαν εις την χώραν της Αιγύπτου.
5 καὶ εἶδεν ὅτι ἀπῶσται ἀπ' αὐτῆς, ἀπώλετο ἡ ὑπόστασις αὐτῆς, καὶ ἔλαβεν ἄλλον ἐκ τῶν σκύμνων αὐτῆς, λέοντα ἔταξεν αὐτόν,
Η μητέρα του, η λέαινα, είδεν ότι ο λέων αυτός απεσπάσθη και απεμακρύνθη από αυτήν. Εχασε κάθε ελπίδα δια την ύπαρξίν του και επήρεν έναν άλλον από τους σκύμνους της, τον ανέδειξε και τον εγκατέστησεν ως λέοντα.
6 καὶ ἀνεστρέφετο ἐν μέσῳ λεόντων, λέων ἐγένετο καὶ ἔμαθεν ἁρπάζειν ἁρπάγματα, ἀνθρώπους ἔφαγε·
Αυτός εζούσε ανάμεσα στους άλλους λέοντας, έγινε πραγματικός λέων, έμαθε να αρπάζη τα θύματά του και να τρώγη τους ανθρώπους.
7 καὶ ἐνέμετο τῷ θράσει αὐτοῦ καὶ τὰς πόλεις αὐτῶν ἐξηρήμωσε καὶ ἠφάνισε γῆν καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς ἀπὸ φωνῆς ὠρυώματος αὐτοῦ.
Με θράσος πολύ ελυμαίνετο τα πάντα, ερήμωνε τας πόλεις των ανθρώπων, εξωλόθρευσε την χώραν, τους ανθρώπους και τα ζώα αυτής ετρομοκρατούσε με τους βρυχηθμούς του.
8 καὶ ἔδωκαν ἐπ' αὐτὸν ἔθνη ἐκ χωρῶν κυκλόθεν καὶ ἐξεπέτασαν ἐπ' αὐτὸν δίκτυα αὐτῶν, ἐν διαφθορᾷ αὐτῶν συνελήφθη·
Τα άλλα έθνη από τας γύρω χώρας των συνησπίσθησαν και εβάδισαν εναντίον αυτού. Ηπλωσαν δι' αυτόν τα δίκτυά των, τον συνέλαβαν εις την δολίαν παγίδα των.
9 καὶ ἔθεντο αὐτὸν ἐν κημῷ καὶ ἐν γαλεάγρᾳ, ἦλθε πρὸς βασιλέα Βαβυλῶνος, καὶ εἰσήγαγεν αὐτὸν εἰς φυλακήν, ὅπως μὴ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ αὐτοῦ ἐπὶ τὰ ὄρη τοῦ Ἰσραήλ.
Τον εφίμωσαν, τον έβαλαν μέσα εις κλωβόν, τον έφεραν προς τον βασιλέα της Βαβυλώνος και εκείνος τον έρριψεν εις την φυλακήν, δια να μη ακουσθή πλέον η φωνή του επάνω εις τα όρη της γης Ισραήλ !
10 ἡ μήτηρ σου ὡς ἄμπελος καὶ ὡς ἄνθος ἐν ρόᾳ ἐν ὕδατι πεφυτευμένη, ὁ καρπὸς αὐτῆς καὶ ὁ βλαστὸς αὐτῆς ἐγένετο ἐξ ὕδατος πολλοῦ.
Η μητέρα σου είναι ωσάν την άμπελον. Είναι ωσάν το άνθος της ροδιάς, η οποία έχει φυτευθή πλησίον εις ύδατα. Οι καρποί και οι βλαστοί της ήσαν άφθονοι, χάρις εις τα πλούσια ποτίσματα.
11 καὶ ἐγένετο αὐτῇ ράβδος ἐπὶ φυλὴν ἡγουμένων, καὶ ὑψώθη τῷ μεγέθει αὐτῆς ἐν μέσῳ στελεχῶν καὶ εἶδε τὸ μέγεθος αὐτῆς ἐν πλήθει κλημάτων αὐτῆς.
Εβλάστησε και ανεπτύχθη εις αυτήν ισχυρύς βλαστός, σκήπτρον εις φυλήν αρχόντων. Και ο βλαστός αυτός υψώθη και ανεπτύχθη, διεκρίθη δια το μέγεθός του ανάμεσα εις άλλα στελέχη. Η μήτηρ σου είδε το μέγεθος του σκήπτρου αυτού μεταξύ του πλήθους των άλλων βλαστών της.
12 καὶ κατεκλάσθη ἐν θυμῷ, ἐπὶ γῆν ἐρρίφη, καὶ ἄνεμος ὁ καύσων ἐξήρανε τὰ ἐκλεκτὰ αὐτῆς· ἐξεδικήθη καὶ ἐξηράνθη ἡ ράβδος ἰσχύος αὐτῆς, πῦρ ἀνήλωσεν αὐτήν.
Αίφνης όμως συνετρίβη αυτή με θυμόν, ερρίφθη κάτω στο έδαφος. Ο καυστικός άνεμος εξήρανε τους εκλεκτούς βλαστούς της. Ετιμωρήθη και εξηράνθη η βασιλική ράβδος. Το πυρ την κατέφαγε.
13 καὶ νῦν πεφύτευκαν αὐτὴν ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐν γῇ ἀνύδρῳ·
Τωρα είναι φυτευμένη εις μίαν έρημον και χωρίς νερό περιοχήν.
14 καὶ ἐξῆλθε πῦρ ἐκ ράβδου ἐκλεκτῶν αὐτῆς καὶ κατέφαγεν αὐτήν, καὶ οὐκ ἦν ἐν αὐτῇ ράβδος ἰσχύος. φυλὴ εἰς παραβολὴν θρήνου ἐστὶ καὶ ἔσται εἰς θρῆνον.
Φωτιά εβγήκεν από την ράβδον ανάμεσα από τους άλλους εκλεκτούς βλαστούς της και την κατέφαγε. Και έτσι δεν υπάρχει εις αυτήν την άμπελον ο εξαιρετικός και ισχυρός εκείνος βλαστός. Η παραβολή αυτή αναφέρεται εις μίαν φυλήν αξιοθρήνητον, και θα είναι η φυλή αυτή αξία θρήνου επί πολύν χρόνον.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα