ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε εις εμέ και είπε·
2 υἱὲ ἀνθρώπου, διήγησαι διήγημα καὶ εἰπὸν παραβολὴν πρὸς τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραὴλ
“υιέ ανθρώπου, άκουσε και διηγήσου ένα παραβολικόν διήγημα, ειπέ μίαν αλληγορίαν στον ισραηλιτικον λαόν.
3 καὶ ἐρεῖς· τάδε λέγει Κύριος· ὁ ἀετὸς ὁ μέγας ὁ μεγαλοπτέρυγος, ὁ μακρὸς τῇ ἐκτάσει, πλήρης ὀνύχων, ὃς ἔχει τὸ ἥγημα εἰσελθεῖν εἰς τὸν Λίβανον καὶ ἔλαβε τὰ ἐπίλεκτα τῆς κέδρου,
Είπε, αυτά λέγει ο Κυριος· Ενας μεγάλος αετός με μακρυές φτερούγες, μακρός και μεγαλόσωμος, γεμάτος ισχυρά νύχια, επήρε κατεύθυνσιν και εισήλθεν στο όρος Λιβανον. Επῇρεν από εκεί τα εκλεκτά μέρη μιας κέδρου.
4 τὰ ἄκρα τῆς ἁπαλότητος ἀπέκνισε καὶ ἤνεγκεν αὐτὰ εἰς γῆν Χαναάν, εἰς πόλιν τετειχισμένην ἔθετο αὐτά.
Εκοψε τα τρυφερά ακρινά βλαστάρια και τα έφερε εις την χώραν Χαναάν, εις πόλιν περικλειομένην από ισχυρόν τείχος.
5 καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ σπέρματος τῆς γῆς καὶ ἔδωκεν αὐτὸ εἰς τὸ πεδίον φυτὸν ἐφ᾿ ὕδατι πολλῷ, ἐπιβλεπόμενον ἔταξεν αὐτό.
Επῇρε κατόπιν από την περιοχήν του Λιβάνου νεαρόν φυτόν και το εφύτευσεν εις γόνιμον πεδιάδα, πλησίον εις ύδατα πολλά και εφρόντισε δια την επίβλεψιν και περιποίησίν του.
6 καὶ ἀνέτειλε καὶ ἐγένετο εἰς ἄμπελον ἀσθενοῦσαν καὶ μικρὰν τῷ μεγέθει τοῦ ἐπιφαίνεσθαι αὐτήν· τὰ κλήματα αὐτῆς ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ ρίζαι αὐτῆς ὑποκάτω αὐτῆς ἦσαν. καὶ ἐγένετο εἰς ἄμπελον καὶ ἐποίησεν ἀπώρυγας καὶ ἐξέτεινε τὴν ἀναδενδράδα αὐτῆς.
Το νεαρόν αυτό φυτόν εφύτρωσεν, έγινε μία καχεκτική άμπελος, που μόλις εφαίνετο. Τα κλήματά της έπιπταν επάνω της και αι ρίζαι της επροχωρούσαν κάτω από αυτήν μέσα εις την γην. Επειτα όμως έγινεν άμπελος, άπλωσε καταβολάδας, κλήματα που ανερριχήθησαν επάνω εις τα δένδρα.
7 καὶ ἐγένετο ἀετὸς ἕτερος μέγας, μεγαλοπτέρυγος, πολὺς ὄνυξι, καὶ ἰδοὺ ἡ ἄμπελος αὕτη περιπεπλεγμένη πρὸς αὐτόν, καὶ ρίζαι αὐτῆς πρὸς αὐτόν, καὶ τὰ κλήματα αὐτῆς ἐξαπέστειλεν αὐτῷ τοῦ ποτίσαι αὐτὴν σὺν τῷ βώλῳ τῆς φυτείας αὐτῆς.
Ιδού, ότι εφάνη τότε ένας άλλος μεγάλος αετός, μεγαλοπτέρυγος και με πιο πολλά νύχια. Και ιδού η άμπελος αυτή είχε περιπλεχθή εις αυτόν. Εστειλε προς τον αετόν τας ρίζας και τα κλήματά της, δια να ποτίση αυτήν και το έδαφος, επάνω, στο οποίον ήτο φυτευμένη.
8 εἰς πεδίον καλὸν ἐφ᾿ ὕδατι πολλῷ αὕτη πιαίνεται τοῦ ποιεῖν βλαστοὺς καὶ φέρειν καρπόν, τοῦ εἶναι εἰς ἄμπελον μεγάλην.
Εις καλήν και εύφορον πεδιάδα είχε φυτευθή, κοντά εις πολλά ύδατα, από τα οποία τρέφεται αφθόνως και μεγαλώνει, ώστε να πετάξη βλαστούς, να φέρη καρπούς, να γίνη μεγάλη άμπελος.
9 διὰ τοῦτο εἰπόν· τάδε λέγει Κύριος· εἰ κατευθυνεῖ; οὐχὶ αἱ ρίζαι τῆς ἁπαλότητος αὐτῆς καὶ ὁ καρπὸς σαπήσεται, καὶ ξηρανθήσεται πάντα τὰ προανατέλλοντα αὐτῆς; καὶ οὐκ ἐν βραχίονι μεγάλῳ, οὐδὲ ἐν λαῷ πολλῷ τοῦ ἐκσπᾶσαι αὐτὴν ἐκ ριζῶν αὐτῆς·
Δια τούτο είπε· αυτά λέγει ο Κυριος· Θα προχωρήση εις ανάπτυξιν και καρποφορίαν η άμπελος αυτή ; Οχι. Διότι αι τρυφεραί της ρίζαι και ο καρπός της θα σαπίσουν και όλα τα κλήματα, που έχουν βλαστήσει από αυτήν, θα ξηρανθούν και δεν θα χρειασθούν δυνατοί βραχίονες ούτε πολύ πλήθος ανθρώπων, δια να την ξερριζώσουν από το έδαφος.
10 καὶ ἰδοὺ πιαίνεται· μὴ κατευθυνεῖ; οὐχὶ ἅμα τῷ ἅψασθαι αὐτῆς ἀνεμον τὸν καύσωνα ξηρανθήσεται; σὺν τῷ βώλῳ ἀνατολῆς αὐτῆς ξηρανθήσεται.
Ιδού, ότι τώρα αυξάνεται και μεγαλώνει. Μηπως, τάχα, και θα συνέχιση την πρόοδον και ανάπτυξίν της αυτήν; Οχι, διότι αμέσως μόλις θα πνεύση καυστικός άνεμος, θα ξηρανθή· θα ξηρανθή μαζή με το έδαφος, επί του οποίου αυτή έχει αναβλαστήσει”.
11 Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και είπε·
12 υἱὲ ἀνθρώπου, εἰπὸν δὴ πρὸς τὸν οἶκον τὸν παραπικραίνοντα· οὐκ ἐπίστασθε τί ἦν ταῦτα; εἰπόν· ὅταν ἔλθῃ βασιλεὺς Βαβυλῶνος ἐπὶ Ἱερουσαλήμ, καὶ λήψεται τὸν βασιλέα αὐτῆς καὶ τοὺς ἄρχοντας αὐτῆς καὶ ἄξῃ αὐτοὺς πρὸς ἑαυτὸν εἰς Βαβυλῶνα.
“υιέ ανθρώπου, ειπέ στον λαόν αυτόν, ο οποίος συνεχώς με παραπικραίνει και με εξοργίζει· δεν γνωρίζετε τι σημαίνουν αυτά; Ειπέ λοιπόν προς αυτούς το νόημά των. Οταν επέλθη ο βασιλεύς της Βαβυλώνος εναντίον της Ιερουσαλήμ, θα συλλάβη αιχμάλωτον τον βασιλέα της και τους άρχοντάς της και θα φέρη αυτούς μαζί του εις την Βαβυλώνα.
13 καὶ λήψεται ἐκ τοῦ σπέρματος τῆς βασιλείας καὶ διαθήσεται πρὸς αὐτὸν διαθήκην καὶ εἰσάξει αὐτὸν ἐν ἀρᾷ, καὶ τοὺς ἡγεμόνας τῆς γῆς λήψεται
Επειτα θα πάρη ένα μέλος από την βασιλικήν οικογένειαν και θα συνάψη με αυτόν συμφωνίαν. Θα τον αναγκάση δε να ορκισθή δια την τήρησιν της συμφωνίας αυτής. Ο βασιλεύς της Βαβυλώνος θα πάρη επίσης μαζή του και τους άρχοντας της Ιουδαίας,
14 τοῦ γενέσθαι εἰς βασιλείαν ἀσθενῆ τὸ καθόλου μὴ ἐπαίρεσθαι, τοῦ φυλάσσειν τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ ἱστάνειν αὐτήν.
ώστε να γίνη ασθενής η βασιλεία της και να μη ημπορή καθόλου να σήκωση κεφάλι και ούτω να τηρήση την συμφωνίαν με αυτόν και να του σταθή πιστή.
15 καὶ ἀποστήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ τοῦ ἐξαποστέλλειν ἀγγέλους ἑαυτοῦ εἰς Αἴγυπτον, τοῦ δοῦναι αὐτῷ ἵππους καὶ λαὸν πολύν. εἰ κατευθυνεῖ; εἰ διασωθήσεται ὁ ποιῶν ἐναντία; καὶ παραβαίνων διαθήκην εἰ διασωθήσεται;
Ο βασιλεύς όμως της Ιουδαίας θα επαναστατήση κατά του βασιλέως της Βαβυλώνος, θα στείλη αγγελιαφόρους εις την Αίγυπτον, δια να του δώσουν ιππικόν και στρατόν πολύν. Ταχα, θα επιτύχη εις τας προσπαθείας του; Θα διασωθή αυτός, που διαπράττει αντίθετα προς τας συμφωνίας; Αυτός που παραβαίνει την συναφθείσαν συνθήκην θα διασωθή;
16 ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, ἐὰν μὴ ἐν ᾧ τόπῳ ὁ βασιλεὺς ὁ βασιλεύσας αὐτόν, ὃς ἠτίμωσε τὴν ἀράν μου καὶ ὃς παρέβη τὴν διαθήκην μου, μετ᾿ αὐτοῦ ἐν μέσῳ Βαβυλῶνος τελευτήσει.
Ορκίζομαι στον εαυτόν μου, λέγει ο Κυριος, ότι εις την χώραν του βασιλέως, ο οποίος τον εθεσεν στον θρόνον και του οποίου έχει καταπατήσει την ένορκον συμφωνίαν και έθραυσε την διαθήκην, θα μεταφερθή εις την χώραν αυτού του βασιλέως και πλησίον αυτού εις την Βαβυλώνα θα αποθάνη.
17 καὶ οὐκ ἐν δυνάμει μεγάλῃ οὐδὲ ἐν ὄχλῳ πολλῷ ποιήσει πρὸς αὐτὸν Φαραὼ πόλεμον, ἐν χαρακοβολίᾳ καὶ ἐν οἰκοδομῇ βελοστάσεων τοῦ ἐξᾶραι ψυχάς.
Ο Φαραώ δεν θα πράξη, όπως αυτός θέλει. Δεν θα έλθη με δύναμιν μεγάλην, με στρατιώτας πολυάριθμους, δια να κάμη προς χάριν του πόλεμον μέσα από χαρακώματα και με πολιορκητικάς μηχανάς και να θανατώση στρατιώτας της Βαβυλώνος.
18 καὶ ἠτίμωσεν ὁρκωμοσίαν τοῦ παραβῆναι διαθήκην, καὶ ἰδοὺ δέδωκε τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ πάντα ταῦτα ἐποίησεν αὐτῷ· μὴ σωθήσεται;
Αυτός όμως ο βασιλεύς της Ιουδαίας εξηυτέλισε και κατεπάτησε τον όρκον του, παρέβη την συμφωνίαν ποι συνήψε προς τους Βαβυλωνίους, έδωσε το χέρι του εις συμμαχίαν και εζήτησε βοήθειαν από τον Φαραώ. Ολα αυτά τα έκαμε προς χάριν του. Μηπως όμως και θα κατορθώση να διασωθή;
19 διὰ τοῦτο εἰπόν· τάδε λέγει Κύριος· ζῶ ἐγὼ ἐὰν μὴ τὴν ὁρκωμοσίαν μου, ἣν ἠτίμωσε, καὶ τὴν διαθήκην μου, ἣν παρέβη, καὶ δώσω αὐτὰ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ.
Δια τούτο ειπέ· αυτά λέγει ο Κυριος· Ορκίζομαι στον εαυτόν μου, ότι δια την καταπάτησιν του όρκου του και δια την παράβασιν της διαθήκης μου, την οποίαν αυτός παρέβη, θα επιφέρω εξάπαντος επί της κεφαλής του τας τιμωρίας, που πρέπει.
20 καὶ ἐκπετάσω ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ δίκτυόν μου, καὶ ἁλώσεται ἐν τῇ περιοχῇ αὐτοῦ.
Θα απλώσω επάνω από αυτόν το δίκτυόν μου και θα τον συλλάβω μέσα εις την περιοχήν του, όπου θα νομίζη τον εαυτόν του ασφαλή.
21 ἐν πάσῃ παρατάξει αὐτοῦ ἐν ρομφαίᾳ πεσοῦνται, καὶ τοὺς καταλοίπους εἰς πάντα ἄνεμον διασπερῶ, καὶ ἐπιγνώσεσθε διότι ἐγὼ Κύριος λελάληκα. ~
Το μεγαλύτερον μέρος των στρατευμάτων του θα πέση κάτω από την εχθρικήν ρομφαίαν και τους υπολοίπους θα διασκορπίσω προς όλας τας κατευθύνσεις. Και τότε θα μάθετε πολύ καλά, ότι εγώ είμαι ο Κυριος. Ελάλησα και έτσι θα γίνη”.
22 Διότι τάδε λέγει Κύριος· καὶ λήψομαι ἐγὼ ἐκ τῶν ἐκλεκτῶν τῆς κέδρου, ἐκ κορυφῆς καρδίας αὐτῶν ἀποκνιῶ καὶ καταφυτεύσω ἐγὼ ἐπ᾿ ὄρος ὑψηλόν·
Αυτά λέγει ο Κυριος· “εγώ θα πάρω κλάδον από τους εκλεκτούς κλάδους της κέδρου, από την κορυφήν της καρδίας της, θα τον αποκόψω και θα φυτεύσω αυτόν ασφαλή επάνω εις όρος υψηλόν.
23 καὶ κρεμάσω αὐτὸν ἐν ὄρει μετεώρῳ τῷ Ἰσραὴλ καὶ καταφυτεύσω, καὶ ἐξοίσει βλαστὸν καὶ ποιήσει καρπὸν καὶ ἔσται εἰς κέδρον μεγάλην, καὶ ἀναπαύσεται ὑποκάτω αὐτοῦ πᾶν θηρίον, καὶ πᾶν πετεινὸν ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ ἀναπαύσεται, τὰ κλήματα αὐτοῦ ἀποκατασταθήσεται.
Θα τον φυτεύσω, δια να ριζοβολήση ασφαλώς και να γίνη εμφανής, επάνω εις υψηλόν ορός της περιοχής του Ισραήλ. Θα βγάλη βλαστούς και θα κάμη καρπόν και θα γίνη κέδρος μεγάλη. Κατω από αυτήν θα αναπαυθούν όλα τα θηρία και υπό την σκιαν της θα αναπαυθούν όλα τα πτηνά. Οι κλάδοι αυτής στερεοί θα απλωθούν ολόγυρά της.
24 καὶ γνώσονται πάντα τὰ ξύλα τοῦ πεδίου διότι ἐγὼ Κύριος ὁ ταπεινῶν ξύλον ὑψηλὸν καὶ ὑψῶν ξύλον ταπεινὸν καὶ ξηραίνων ξύλον χλωρὸν καὶ ἀναθάλλων ξύλον ξηρόν· ἐγὼ Κύριος λελάληκα καὶ ποιήσω.
Και θα μάθουν όλα τα δένδρα της πεδιάδος, όλοι δηλαδή οι άνθρωποι της γης, ότι εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος ταπεινώνω τα υψηλά δένδρα και ανυψώνω μεγαλοπρεπή τα ταπεινά δενδρύλλια. Ξηραίνω τα θαλλερά δένδρα και κάμνω να αναθάλλουν τα ξηρά δένδρα. Εγώ, ο Κυριος ωμίλησα και έτσι θα κάμω”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα