ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ εἶδον καὶ ἰδοὺ ἐπάνω τοῦ στερεώματος τοῦ ὑπὲρ κεφαλῆς τῶν Χερουβὶμ ὡς λίθος σαπφείρου ὁμοίωμα θρόνου ἐπ᾿ αὐτῶν.
Ιδού, επάνω στον θόλον, που υπήρχεν υπεράνω από τας κεφαλάς των Χερουβίμ, είδα κάτι, που ωμοίαζε με θρόνον κατεσκευααμένον από πολύτιμον λίθον σαπφείρου.
2 καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἄνδρα τὸν ἐνδεδυκότα τὴν στολήν· εἴσελθε εἰς τὸ μέσον τῶν τροχῶν τῶν ὑποκάτω τῶν Χερουβὶμ καὶ πλῆσον τὰς δράκας σου ἀνθράκων πυρὸς ἐκ μέσου τῶν Χερουβὶμ καὶ διασκόρπισον ἐπὶ τὴν πόλιν· καὶ εἰσῆλθεν ἐνώπιον ἐμοῦ.
Ο Κυριος είπεν στον άνδρα, ο οποίος εφορούσε τον ποδήρη χιτώνα. “Είσελθε ανάμεσα από τους τροχούς, που ευρίσκονται κάτω από τα Χερουβίμ. Γέμισε τας παλάμας σου από τους αναμμένους άνθρακας, που ευρίσκονται ανάμεσα των Χερουβίμ και σκόρπισέ τους εις την πόλιν Ιερουσαλήμ”. Εκείνος εμπρός εις τα μάτια μου εισήλθεν, όπου ο Θεός τον διέταξε.
3 καὶ τὰ Χερουβὶμ εἰστήκει ἐκ δεξιῶν τοῦ οἴκου ἐν τῷ εἰσπορεύεσθαι τὸν ἄνδρα, καὶ ἡ νεφέλη ἔπλησε τὴν αὐλὴν τὴν ἐσωτέραν.
Τα Χερουβίμ ήσαν όρθια στο δεξιόν μέρος του ναού, η δε νεφέλη του Θεού εγέμισε την εσωτερικήν αυλήν του ναού.
4 καὶ ἀπῇρεν ἡ δόξα Κυρίου ἀπὸ τῶν Χερουβὶμ εἰς τὸ αἴθριον τοῦ οἴκου, καὶ ἔπλησε τὸν οἶκον ἡ νεφέλη, καὶ ἡ αὐλὴ ἐπλήσθη τοῦ φέγγους τῆς δόξης Κυρίου·
Η λάμψις της δόξης του Κυρίου εσηκώθη από τα Χερουβίμ, ήλθεν στο κατώφλιον του ναού και εγέμισε τον οίκον του Κυρίου η νεφέλη. Και η αυλή ακόμη εγέμισεν από το φως της δόξης του Κυρίου.
5 καὶ φωνὴ τῶν πτερύγων τῶν Χερουβὶμ ἠκούετο ἕως τῆς αὐλῆς τῆς ἐξωτέρας ὡς φωνὴ Θεοῦ Σαδδαΐ λαλοῦντος.
Το δούϊσμα από τας πτέρυγας των Χερουβίμ ηκούετο έως εις την εξωτερικήν αυλήν του ναού, ωσάν φωνή του παντοδυνάμου Θεού, ο οποίος ωμιλούσε.
6 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐντέλλεσθαι αὐτὸν τῷ ἀνδρὶ τῷ ἐνδεδυκότι τὴν στολὴν τὴν ἁγίαν λέγων· λαβὲ πῦρ ἐκ μέσου τῶν τροχῶν ἐκ μέσου τῶν Χερουβίμ, καὶ εἰσῆλθε καὶ ἔστη ἐχόμενος τῶν τροχῶν,
Οταν ο Κυριος εδωσεν εντολήν στον άνδρα, που εφορούσε την ιεράν ποδήρη στολήν, και του είπε· “πάρε πυρ ανάμεσα από τους τροχούς των Χερουβίμ”, ο ανήρ εκείνος ήλθε και εστάθη πλησίον στους τροχούς.
7 καὶ ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς μέσον τοῦ πυρὸς τοῦ ὄντος ἐν μέσῳ τῶν Χερουβὶμ καὶ ἔλαβε καὶ ἔδωκεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐνδεδυκότος τὴν στολὴν τὴν ἁγίαν, καὶ ἔλαβε καὶ ἐξῆλθε.
Ενα από τα Χερουβίμ άπλωσε το χέρι του στο μέσον του πυρός, που υπήρχεν ανάμεσα από τα Χερουβίμ, επήρε και έδωκεν εις τα χέρια του ανδρός, που εφορούσε την ποδήρη ιεράν στολήν, εκείνος δε επήρε το πυρ και εξήλθε.
8 καὶ εἶδον τὰ Χερουβὶμ ὁμοίωμα χειρῶν ἀνθρώπων ὑποκάτωθεν τῶν πτερύγων αὐτῶν.
Τοτε δε εγώ είδα τα Χερουβίμ να έχουν κάτω από τας πτέρυγας των ομοιώματα ανθρωπίνων χειρών.
9 καὶ εἶδον καὶ ἰδοὺ τροχοὶ τέσσαρες εἱστήκεισαν ἐχόμενοι τῶν Χερουβίμ, τροχὸς εἷς ἐχόμενος Χερουβὶμ ἑνός, καὶ ἡ ὄψις τῶν τροχῶν ὡς ὄψις λίθου ἄνθρακος.
Παρετήρησα και είδα τέσσαρας τροχούς πλησίον των Χερουβίμ, ένας τροχός κοντά στο κάθε Χερουβίμ. Η θέα των τροχών αυτών εφαίνετο ωσάν πολύτιμος λίθος του άνθρακος (διαμάντι).
10 καὶ ἡ ὄψις αὐτῶν ὁμοίωμα ἓν τοῖς τέσσαρσιν, ὃν τρόπον ὅταν ᾖ τροχὸς ἐν μέσῳ τροχοῦ.
Το σχήμα των ήτο το αυτό και στους τέσσαρας τροχούς. Ητο δε τέτοιο, ώστε εφαίνετο, ότι ο ένας τροχός υπήρχεν εντός του άλλου τροχού.
11 ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτὰ εἰς τὰ τέσσαρα μέρη αὐτῶν ἐπορεύοντο, οὐκ ἐπέστρεφον ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτά· ὅτι εἰς ὃν ἂν τόπον ἐπέβλεψεν ἡ ἀρχὴ ἡ μία, ἐπορεύοντο καὶ οὐκ ἐπέστρεφον ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτά.
Οταν τα Χερουβίμ επροχωρούσαν και επορεύοντο προς τας τέσσαρας διευθύνσεις, δεν εστρέφοντο προς μίαν εκάστην διεύθυνσιν. Εκινούντο προς οιανδήποτε κατεύθυνσιν, χωρίς να στρέφουν τα πρόσωπα των κατά την κίνησιν της κατευθύνσεως αυτής.
12 καὶ οἱ νῶτοι αὐτῶν καὶ αἱ χεῖρες αὐτῶν καὶ αἱ πτέρυγες αὐτῶν καὶ οἱ τροχοὶ πλήρεις ὀφθαλμῶν κυκλόθεν τοῖς τέσσαρσι τροχοῖς αὐτῶν·
Τα πλευρά των, τα χέρια των, αι πτέρυγές των και οι τροχοί ήσαν γεμάτα ολόγυρα από οφθαλμούς. Και τα τέσσαρα είχαν τους τροχούς των.
13 τοῖς δὲ τροχοῖς τούτοις ἐπεκλήθη Γελγὲλ ἀκούοντός μου· [
Ηκουα δε εγώ μίαν φωνήν, να ονομάζη του τροχούς τούτους Γελγέλ, δηλαδή ταχείς.
14 καὶ τέσσαρα πρόσωπα τῷ ἑνί, τὸ πρόσωπον τοῦ ἑνὸς πρόσωπον τοῦ Χερούβ, καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ δευτέρου πρόσωπον ἀνθρώπου καὶ τὸ τρίτον πρόσωπον λέοντος καὶ τὸ τέταρτον πρόσωπον ἀετοῦ].
Τέσσαρα πρόσωπα είχε το κάθε Χερουβίμ. Το πρόσωπον το πρώτον ήτο πρόσωπον βοός, το πρόσωπον του δευτέρου ήτο πρόσωπον ανθρώπου και το τρίτον ήτο πρόσωπον λέοντος. Το δε τέταρτον ήτο πρόσωπον αετού.
15 καὶ ᾖραν τὰ Χερουβίμ. τοῦτο τὸ ζῷον, ὃ εἶδον ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ τοῦ Χοβάρ.
Τα Χερουβίμ υψώθησαν. Αυτό το ανθρώπινον ομοίωμα, που είδα, ήτο εκείνο, που είχα ίδει πλησίον του ποταμού Χοβάρ.
16 καὶ ἐν τῷ πορεύεσθαι τὰ Χερουβὶμ ἐπορεύοντο οἱ τροχοί, καὶ οὗτοι ἐχόμενοι αὐτῶν· καὶ ἐν τῷ ἐξαίρειν τὰ Χερουβὶμ τὰς πτέρυγας αὐτῶν τοῦ μετεωρίζεσθαι ἀπὸ τῆς γῆς οὐκ ἐπέστρεφον οἱ τροχοὶ αὐτῶν.
Καθ' ον χρόνον τα Χερουβίμ επορεύοντο, συνεπορεύοντο μαζή των και οι τροχοί, οι οποίοι ευρίσκοντο πλησίον των. Οταν τα Χερουβίμ ήπλωναν τας πτέρυγάς των, δια να πετάξουν επάνω από την γην, δεν έμεναν οι τροχοί εις την γην, αλλά τους ακολουθούσαν.
17 ἐν τῷ ἑστάναι αὐτὰ εἱστήκεισαν, καὶ ἐν τῷ μετεωρίζεσθαι αὐτὰ ἐμετεωρίζοντο μετ᾿ αὐτῶν, διότι πνεῦμα ζωῆς ἐν αὐτοῖς ἦν.
Οταν τα Χερουβίμ εστέκοντο ακίνητα, και οι τροχοί δεν εκινούντο. Οταν επετούσαν επάνω από την γην επετούσαν και οι τροχοί μαζή των, διότι και εις αυτούς υπήρχε πνεύμα ζωής, ήσαν ζώσαι πνευματικαί υπάρξεις.
18 καὶ ἐξῆλθε δόξα Κυρίου ἀπὸ τοῦ οἴκου καὶ ἐπέβη ἐπὶ τὰ Χερουβίμ,
Εβγήκε τότε η μεγάλη εκείνη θεία λάμψις του Κυρίου από τον ναόν του Κυρίου και εκάθισεν επάνω εις τα Χερουβίμ.
19 καὶ ἀνέλαβον τὰ Χερουβὶμ τὰς πτέρυγας αὐτῶν καὶ ἐμετεωρίσθησαν ἀπὸ τῆς γῆς ἐνώπιον ἐμοῦ ἐν τῷ ἐξελθεῖν αὐτά, καὶ οἱ τροχοὶ ἐχόμενοι αὐτῶν. καὶ ἔστησαν ἐπὶ τὰ πρόθυρα τῆς πύλης οἴκου Κυρίου τῆς ἀπέναντι, καὶ δόξα Θεοῦ Ἰσραὴλ ἦν ἐπ᾿ αὐτῶν ὑπεράνω.
Ηπλωσαν τότε τας πτέρυγάς των τα Χερουβίμ, ανέβησαν επάνω στον αέρα και εβγήκαν ενώπιόν μου από τον ιερόν ναόν. Οι τροχοί ευρίσκοντο πλησίον των. Ηλθαν και εστάθησαν εις την είσοδον της απέναντι πύλης του ναού του Κυρίου και η λάμψις της δόξης του Θεού του ισραηλιτικού λαού ευρίσκετο επάνω από αυτά.
20 τοῦτο τὸ ζῷόν ἐστιν, ὃ εἶδον ὑποκάτω Θεοῦ Ἰσραὴλ ἐπί τοῦ ποταμοῦ τοῦ Χοβάρ, καὶ ἔγνων ὅτι Χερουβίμ ἐστι.
Αυτό ήτο το ζων ον, που εγώ είδα κάτω από τον Θεόν του Ισραήλ πλησίον του ποταμού Χοδάρ. Εκατάλαβα ότι αυτά είναι τα Χερουβίμ.
21 τέσσαρα πρόσωπα τῷ ἑνί, καὶ ὀκτὼ πτέρυγες τῷ ἑνί, καὶ ὁμοίωμα χειρῶν ἀνθρώπου ὑποκάτωθεν τῶν πτερύγων αὐτῶν.
Τέσσαρα πρόσωπα υπήρχαν εις κάθε Χερουβίμ και οκτώ πτέρυγες στο καθένα από αυτά. Κατω από τας πτέρυγάς των υπήρχαν κάτι, που ωμοίαζαν με χέρια ανθρώπων.
22 καὶ ὁμοίωσις τῶν προσώπων αὐτῶν, ταῦτα τὰ πρόσωπά ἐστιν ἃ εἶδον ὑποκάτω τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ Ἰσραὴλ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ τοῦ Χοβάρ, καὶ αὐτὰ ἕκαστον κατὰ πρόσωπον αὐτῶν ἐπορεύοντο.
Τα πρόσωπα των τεσσάρων αυτών Χερουβίμ, ήσαν όμοια με τα πρόσωπα τα οποία είδον κάτω από την δόξαν του Θεού του Ισραήλ πλησίον του ποταμού Χοβάρ. Τα Χερουβίμ με τα τέσσερα πρόσωπα το καθένα, όπου και αν κατηυθύνοντο, επορεύοντο κατά μέτωπον.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα