ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐποίησε Βεσελεὴλ τὴν κιβωτόν.
Ο Βεσελεήλ κατεσκεύασεν ακόμη και την Κιβωτόν του Μαρτυρίου.
2 καὶ κατεχρύσωσεν αὐτὴν χρυσίῳ καθαρῷ ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν.
Την επεχρύσωσεν εσωτερικώς και εξωτερικώς με καθαρόν χρυσόν.
3 καὶ ἐχώνευσεν αὐτῇ τέσσαρας δακτυλίους χρυσοῦς, δύο ἐπὶ τὸ κλίτος τὸ ἓν καὶ δύο ἐπὶ τὸ κλίτος τὸ δεύτερον,
Κατεσκεύασεν στο χυτήριον και ετοποθέτησεν εις αυτήν τέσσαρας χρυσούς δακτυλίους, δύο εις την μίαν πλευράν και δύο εις την άλλην,
4 εὐρεῖς τοῖς διωστῆρσιν ὥστε αἴρειν αὐτὴν ἐν αὐτοῖς.
ευρείς, ώστε να εισέρχωνται ευκόλως οι αναφορείς δια την άρσιν και μεταφοράν αυτής.
5 καὶ ἐποίησε τὸ ἱλαστήριον ἐπάνωθεν τῆς κιβωτοῦ ἐκ χρυσίου καθαροῦ
Επάνω εις την Κιβωτόν κατεσκεύασε το ιλαστήριον από καθαρόν χρυσόν,
6 καὶ τοὺς δύο Χερουβὶμ χρυσοῦς,
και τα δύο χρυσά Χερουβίμ.
7 Χεροὺβ ἕνα ἐπί τὸ ἄκρον τοῦ ἱλαστηρίου τὸ ἓν καὶ Χεροὺβ ἕνα ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ ἱλαστηρίου τὸ δεύτερον,
Ενα Χερουβίμ στο ένα άκρον του ιλαστηρίου και άλλο Χερουβίμ στο άλλο άκρον,
8 σκιάζοντα ταῖς πτέρυξιν αὐτῶν ἐπὶ τὸ ἱλαστήριον.
τα οποία με τας πτέρυγας αυτών σκιάζουν το ιλαστήριον.
9 Καὶ ἐποίησε τὴν τράπεζαν τὴν προκειμένην ἐκ χρυσίου καθαροῦ·
Κατεσκεύασε την τράπεζαν της Προθέσεως από καθαρόν χρυσόν.
10 καὶ ἐχώνευσεν αὐτῇ τέσσαρας δακτυλίους, δύο ἐπὶ τοῦ κλίτους τοῦ ἑνὸς καὶ δύο ἐπὶ τοῦ κλίτους τοῦ δευτέρου, εὐρεῖς ὥστε αἴρειν τοῖς διωστῆρσιν ἐν αὐτοῖς.
Εις το χυτήριον κατασκεύασε τέσσαρες δακτυλίους και προσήρμοσε δύο επί της μιας πλευράς και δύο επί της άλλης, ευρείς, ώστε να διέρχωνται εντός αυτών οι αναφορείς δια την άρσιν και μεταφορών αυτής.
11 καὶ τοὺς διωστῆρας τῆς κιβωτοῦ καὶ τῆς τραπέζης ἐποίησε καὶ κατεχρύσωσεν αὐτοὺς χρυσίῳ.
Κατεσκεύασε τους αναφορείς της Κιβωτού και τους αναφορείς της Τραπέζης, τους οποίους και επεχρύσωσε.
12 καὶ ἐποίησε τὰ σκεύη τῆς τραπέζης, τά τε τρυβλία καὶ τὰς θυΐσκας καὶ τοὺς κυάθους καὶ τὰ σπονδεῖα, ἐν οἷς σπείσει ἐν αὐτοῖς, χρυσᾶ.
Κατεσκεύασε τα σκεύη της Τραπέζης, τα πινάκια, τας λιβανοθήκας, τα ποτήρια και τα άλλα ποτήρια δια τας σπονδάς του οίνου, που θα προσέφεραν οι ιερείς, όλα χρυσά.
13 Καὶ ἐποίησε τὴν λυχνίαν, ἣ φωτίζει, χρυσῆν,
Κατεσκεύασε την επτάφωτον λυχνίαν, η οποία φωτίζει, χρυσήν, στερεάν·
14 στερεὰν τὸν καυλόν, καὶ τοὺς καλαμίσκους ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν αὐτῆς·
έκαμε τον κεντρικόν στύλον και τους πλαγίους βραχίονας εκατέρωθεν του κεντρικού στύλου.
15 ἐκ τῶν καλαμίσκων αὐτῆς οἱ βλαστοὶ ἐξέχοντες, τρεῖς ἐκ τούτου, καὶ τρεῖς ἐκ τούτου, ἐξισούμενοι ἀλλήλοις·
Οι βραχίονες ανήρχοντο ως βλαστοί πλαγίως και άνω, τρεις από το ένα μέρος και τρεις από το άλλο, καταλήγοντες στο αυτό ύψος μεταξύ των.
16 καὶ τὰ λαμπάδια αὐτῶν, ἅ ἐστιν ἐπὶ τῶν ἄκρων, καρυωτὰ ἐξ αὐτῶν· καὶ τὰ ἐνθέμια ἐξ αὐτῶν, ἵνα ὦσιν οἱ λύχνοι ἐπ᾿ αὐτῶν, καὶ τὸ ἐνθέμιον τὸ ἕβδομον, τὸ ἐπ᾿ ἄκρου τοῦ λαμπαδίου, ἐπὶ τῆς κορυφῆς ἄνωθεν, στερεὸν ὅλον χρυσοῦν·
Εις τα άνω άκρα αυτών υπήρχον ανοικτά εις σχήμα καρύου τα λαμπάδια. Εις τα λαμπάδια αυτά υπήρχον υποδοχαί, εντός των οποίων ετίθεντο οι λύχνοι του ελαίου. Η εβδόμη υποδοχή ευρίσκετο στο άκρον του λαμπαδίου άνω εις την κορυφήν. Η λυχνία αυτή είναι στερεά και εξ ολοκλήρου χρυσή.
17 καὶ ἑπτὰ λύχνους ἐπ᾿ αὐτῆς χρυσοῦς καὶ τὰς λαβίδας αὐτῆς χρυσᾶς καὶ τὰς ἐπαρυστρίδας αὐτῶν χρυσᾶς.
Επάνω εις αυτήν την λυχνίαν υπήρχον επτά λύχνοι χρυσοί, όπως επίσης χρυσαί ήσαν οι λαβίδες και χρυσοί οι ελαιοχύται (τα λαδικά).
18 Οὗτος περιηργύρωσε τοὺς στύλους καὶ ἐχώνευσε τῷ στύλῳ δακτυλίους χρυσοῦς καὶ ἐχρύσωσε τοὺς μοχλοὺς χρυσίῳ καὶ κατεχρύσωσε τοὺς στύλους τοῦ καταπετάσματος χρυσίῳ καὶ ἐποίησε τὰς ἀγκύλας χρυσᾶς.
Ο Βεσελεήλ ούτος επηργύρωσε τους στύλους της Σκηνής και δι' έκαστον στύλον έκαμε χυτούς και προσήρμοσε χρυσούς δακτυλίους. Επεχρύσωσε τους μοχλούς, επεχρύσωσε τους στύλους του παραπετάσματος και κατεσκεύασε χρυσά τα άγκιστρα.
19 οὗτος ἐποίησε καὶ τοὺς κρίκους τῆς σκηνῆς χρυσοῦς καὶ τοὺς κρίκους τῆς αὐλῆς καὶ κρίκους εἰς τὸ ἐκτείνειν τὸ κατακάλυμμα ἄνωθεν χαλκοῦς.
Αυτός επίσης κατεσκεύασε χρυσούς τους κρίκους της Σκηνής και χαλκούς τους κρίκους της αυλής και τους κρίκους, δια των οποίων απλώνεται το επάνω σκέπασμα της Σκηνής.
20 οὗτος ἐχώνευσε τὰς κεφαλίδας τὰς ἀργυρᾶς τῆς σκηνῆς καὶ τὰς κεφαλίδας τὰς χαλκᾶς τῆς θύρας τῆς σκηνῆς καὶ τὴν πύλην τῆς αὐλῆς καὶ ἀγκύλας ἐποίησε τοῖς στύλοις ἀργυρᾶς ἐπὶ τῶν στύλων· οὗτος περιηργύρωσεν αὐτάς.
Αυτός κατεσκεύασεν εις χυτήριον τα αργυρά κιονόκρανα των στύλων της Σκηνής και τα χαλκά κιονόκρανα των στύλων της θύρας της Σκηνής, της θύρας της αυλής και τα αργυρά άγκιστρα επί των στύλων. Αυτός τα επαργύρωσε.
21 οὗτος ἐποίησε τοὺς πασσάλους τῆς σκηνῆς καὶ τοὺς πασσάλους τῆς αὐλῆς χαλκοῦς.
Αυτός κατεσκεύασε τους πασσάλους της Σκηνής και τους πασσάλους της αυλής χαλκούς.
22 οὗτος ἐποίησε τὸ θυσιαστήριον τὸ χαλκοῦν ἐκ τῶν πυρείων τῶν χαλκῶν, ἃ ἦσαν τοῖς ἀνδράσι τοῖς καταστασιάσασι μετὰ τῆς Κορὲ συναγωγῆς.
Αυτός έκαμε το χαλκούν θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, από τα χαλκά πυροδοχεία, τα οποία ανήκον στους άνδρας, τους επαναστατήσαντας κατά του Μωϋσέως μαζή με την ομάδα του Κορέ.
23 οὗτος ἐποίησε πάντα τὰ σκεύη τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τὸ πυρεῖον αὐτοῦ καὶ τὴν βάσιν καὶ τὰς φιάλας καὶ τὰς κρεάγρας τὰς χαλκᾶς.
Αυτός κατεσκεύασεν όλα τα σκεύη του θυσιαστηρίου, το πυροδοχείον, το βάθρον, τας φιάλας και τας χαλκάς λαβίδας του κρέατος.
24 οὗτος ἐποίησε θυσιαστηρίῳ παράθεμα, ἔργον δικτυωτὸν κάτωθεν τοῦ πυρείου ὑπὸ αὐτὸ ἕως τοῦ ἡμίσους αὐτοῦ, καὶ ἐπέθηκεν αὐτῷ τέσσαρας δακτυλίους ἐκ τῶν τεσσάρων μερῶν τοῦ παραθέματος τοῦ θυσιαστηρίου χαλκοῦς, εὐρεῖς τοῖς μοχλοῖς ὥστε αἴρεν ἐν αὐτοῖς τὸ θυσιαστήριον.
Αυτός κατασκεύασε περικάλυμμα δια τας πλευράς του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων, έργον δικτυωτόν κάτω από την εστίαν του πυρός. Αυτό έφθανε έως το ήμισυ ύψος του θυσιαστηρίου. Εις τας τέσσαρας γωνίας του δικτυωτού αυτού περικαλύμματος έθεσε τέσσαρας χαλκούς δακτυλίους, ευρείς, ώστε ευκόλως να εισέρχονται οι μοχλοί δια την άρσιν και μεταφοράν του θυσιαστηρίου.
25 οὗτος ἐποίησε τὸ ἔλαιον τῆς χρίσεως τὸ ἅγιον καὶ τὴν σύνθεσιν τοῦ θυμιάματος, καθαρὸν ἔργον μυρεψοῦ.
Αυτός κατεσκεύασε το άγιον έλαιον της χρίσεως, όπως επίσης και το σύνθετον από ευώδεις ύλας θυμίαμα, αγνόν και σπουδαίον έργον αρωματοποιού.
26 οὗτος ἐποίησε τὸν λουτῆρα τὸν χαλκοῦν καὶ τὴν βάσιν αὐτοῦ χαλκῆν ἐκ τῶν κατόπτρων τῶν νηστευσασῶν, αἳ ἐνήστευσαν παρὰ τὰς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, ἐν ᾗ ἡμέρᾳ ἔπηξεν αὐτήν·
Ο ίδιος κατεσκεύασε τον χαλκούν λουτήρα και την χαλκήν του βάσιν από τα χάλκινα κάτοπτρα των γυναικών, αι οποίαι μάλιστα ενήστευσαν πλησίον εις τας θύρας της Σκηνής του Μαρτυρίου, κατά την ημέραν κατά την οποίαν εστήνετο η Σκηνή.
27 καὶ ἐποίησε τὸν λουτῆρα, ἵνα νίπτωνται ἐξ αὐτοῦ Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ τοὺς πόδας· εἰσπορευομένων αὐτῶν εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου ἢ ὅταν προσπορεύωνται πρὸς τὸ θυσιαστήριον λειτουργεῖν, ἐνίπτοντο ἐξ αὐτοῦ, καθάπερ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Κατεσκεύασε τον λουτήρα, δια να νίπτουν από το ύδωρ αυτού τας χείρας και τους πόδας των ο Μωϋσής, ο Ααρών και οι υιοί του. Αυτοί, όταν εισήρχοντο εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου όταν πρασήρχοντο να προσφέρουν θυσίας στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, ενίπτοντο από το ύδωρ του λουτήρος, όπως είχε διατάξει ο Θεός στον Μωϋσήν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα