ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· λάξευσον σεαυτῷ δύο πλάκας λιθίνας, καθὼς καὶ αἱ πρῶται καὶ ἀνάβηθι πρός με εἰς τὸ ὄρος, καὶ γράψω ἐπὶ τῶν πλακῶν τὰ ρήματα, ἃ ἦν ἐν ταῖς πλαξὶ ταῖς πρώταις, αἷς συνέτριψας.
Είπεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “κόψε συ ο ίδιος και πελέκησε δύο λιθίνας πλάκας, ομοίας προς τας προηγουμένας, άνεβα προς εμέ στο όρος Σινά και εγώ θα γράψω επάνω εις αυτάς τας πλάκας τας εντολάς, αι οποίαι ήσαν γραμμέναι εις τας πρώτας πλάκας, που συ συνέτριψες.
2 καὶ γίνου ἕτοιμος εἰς τὸ πρωΐ καὶ ἀναβήσῃ ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ Σινὰ καὶ στήσει μοι ἐκεῖ ἐπ᾿ ἄκρου τοῦ ὄρους.
Γινε έτοιμος το πρωϊ, διότι θα ανεβής στο όρος Σινά και εκεί εις την κορυφήν του όρους θα σταθής όρθιος κοντά μου.
3 καὶ μηδεὶς ἀναβήτω μετὰ σοῦ μηδὲ ὀφθήτω ἐν παντὶ τῷ ὄρει· καὶ τὰ πρόβατα καὶ βόες μὴ νεμέσθωσαν πλησίον τοῦ ὄρους ἐκείνου.
Κανείς άλλος δεν θα ανεβή μαζή σου ούτε και θα κάμη την εμφάνισίν του εις κανένα σημείον του όρους. Και τα πρόβατα και τα βόδια να μη τα αφήσετε να βοσκήσουν πλησίον του όρους”.
4 καὶ ἐλάξευσε δύο πλάκας λιθίνας, καθάπερ καὶ αἱ πρῶται· καὶ ὀρθρίσας Μωυσῆς ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος τὸ Σινά, καθότι συνέταξεν αὐτῷ Κύριος· καὶ ἔλαβε Μωυσῆς τὰς δύο πλάκας τὰς λιθίνας.
Ο Μωϋσής επελέκησε δύο λιθίνας πλάκας κατά τον τύπον των προηγουμένων και εγερθείς λίαν πρωϊ ανέβη στο όρος Σινά, όπως τον είχε διατάξει ο Κυριος. Επήρε δε μαζή του και τας δύο λιθίνας πλάκας
5 καὶ κατέβη Κύριος ἐν νεφέλῃ καὶ παρέστη αὐτῷ ἐκεῖ· καὶ ἐκάλεσε τῷ ὀνόματι Κυρίου.
ο Κυριος κατέβη τότε δια νεφέλης στο όρος. Ο Μωϋσής εστάθη όρθιος πλησίον του και επεκαλέσθη το όνομα του Κυρίου.
6 καὶ παρῆλθε Κύριος πρὸ προσώπου αὐτοῦ καὶ ἐκάλεσε· Κύριος ὁ Θεὸς οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινός,
Ο Κυριος επέρασεν εμπρός από τον Μωϋσέα και ηκούσθησαν τα λόγια· “Κυριος ο Θεός είναι οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός.
7 καὶ δικαιοσύνην διατηρῶν καὶ ἔλεος εἰς χιλιάδας, ἀφαιρῶν ἀνομίας καὶ ἀδικίας καὶ ἁμαρτίας, καὶ οὐ καθαριεῖ τὸν ἔνοχον, ἐπάγων ἀνομίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἐπὶ τέκνα τέκνων, ἐπὶ τρίτην καὶ τετάρτην γενεάν.
Εφαρμόζει και εκδηλώνει πάντοτε όλας τας αρετάς του, μάλιστα δε την αγάπην και το έλεός του εις χιλιάδας ανθρώπων, συγχωρών ανομίας, αδικίας και αμαρτίας εις κάθε μετανοούντα. Αλλά δεν απαλλάσσει από την ενοχήν και από την τιμωρίαν τον αμετανόητον αμαρτωλόν, εξαποστέλλει την δικαίαν τιμωρίαν στους αμετανοήτους, τιμωρών τα τέκνα δια τας αμαρτίας των πατέρων μέχρις ακόμη τρίτης και τετάρτης γενεάς” !
8 καὶ σπεύσας Μωυσῆς, κύψας ἐπὶ τὴν γῆν προσεκύνησε
Εσπευσεν ο Μωϋσής και κύψας προς την γην προσεκύνησε τον Θεόν,
9 καὶ εἶπεν· εἰ εὕρηκα χάριν ἐνώπιόν σου, συμπορευθήτω ὁ Κύριός μου μεθ᾿ ἡμῶν· ὁ λαὸς γὰρ σκληροτράχηλός ἐστι, καὶ ἀφελεῖς σὺ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ τὰς ἀνομίας ἡμῶν, καὶ ἐσόμεθα σοί.
και είπεν· “εάν έχω εύρει χάριν ενώπιόν σου, ας πορευθής συ, ο Κυριος μου, μαζή μας έως την γην της επαγγελίας. Διότι ο ισραηλιτικος λαός είναι σκληροκάρδιος και ανυπότακτος εις τας εντολάς σου. Συ όμως ως ελεήμων και μακρύθυμος θα συγχωρήσης τας αμαρτίας μας και τας ανομίας μας, και έτσι θα είμεθα πάλιν ιδικοί σου”.
10 καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ἰδοὺ ἐγὼ τίθημί σοι διαθήκην· ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ σου ποιήσω ἔνδοξα, ἃ οὐ γέγονεν ἐν πάσῃ τῇ γῇ καὶ ἐν παντὶ ἔθνει, καὶ ὄψεται πᾶς ὁ λαός, ἐν οἷς εἶ σύ, τὰ ἔργα Κυρίου, ὅτι θαυμαστά ἐστιν, ἃ ἐγὼ ποιήσω σοι.
Ο Κυριος είπε προς τον Μωϋσήν· “ιδού εγώ σου δίδω μίαν επίσημον υπόσχεσιν ενώπιον όλου του λαού σου θα κάμω έργα θαυμαστά, τα οποία δεν έγιναν έως τώρα εις όλην την γην και εις κανένα άλλο έθνος. Ολος δε αυτός ο λαός, στον οποίον και συ ανήκεις, θα ίδη τα έργα του Κυρίου ότι είναι άξια παντός θαυμασμού, αυτά τα οποία θα κάμω εγώ προς χάριν σου.
11 πρόσεχε σὺ πάντα, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι. ἰδοὺ ἐγὼ ἐκβάλλω πρὸ προσώπου ὑμῶν τὸν Ἀμορραῖον καὶ Χαναναῖον καὶ Φερεζαῖον καὶ Χετταῖον καὶ Εὐαῖον καὶ Γεργεσαῖον καὶ Ἰεβουσαῖον·
Συ δε πρόσεξε όλα όσα εγώ σε διατάσσω. Ιδού εγώ θα εκδιώξω από εμπρός σας τον Αμορραίον, τον Χαναναίον, τον Φερεζαίον, τον Χετταίον, τον Ευαίον, τον Γεργεσαίον και τον Ιεβουσαίον.
12 πρόσεχε σεαυτῷ, μή ποτε θῇς διαθήκην τοῖς ἐγκαθημένοις ἐπὶ τῆς γῆς, εἰς ἣν εἰσπορεύῃ εἰς αὐτήν, μή σοι γένηται πρόσκομμα ἐν ὑμῖν.
Προσέχετε τον εαυτόν σας, μη τυχόν παρασυρθήτε και συνάψετε συμφωνίαν τινα με τους κατοίκους της χώρας, εις την οποίον θα εισέλθετε, δια να μη γίνη η πράξις σας αυτή πρόσκομμα στον δρόμον σας και αιτία της καταστροφής σας.
13 τούς βωμοὺς αὐτῶν καθελεῖτε καὶ τάς στήλας αὐτῶν συντρίψετε καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐκκόψετε, καὶ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατακαύσετε ἐν πυρί·
Αντιθέτως θα κρημνίσετε τους βωμούς των, θα συντρίψετε τας ειδωλολατρικάς στήλας των, θα κόψετε από την ρίζαν τα ιερά των δάση και θα κατακαύσετε στο πυρ τα ξυλόγλυπτα αγάλματα των θεών των.
14 οὐ γὰρ μὴ προσκυνήσητε θεοῖς ἑτέροις· ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ζηλωτὸν ὄνομα, Θεὸς ζηλωτής ἐστι.
Δεν θα προσκυνήσετε άλλους θεούς, διότι Κυριος ο Θεός ονομάζεται ζηλωτής, είναι Θεός ζηλότυπος, θέλει δηλαδή δια τον εαυτόν του την αγάπην σας.
15 μή ποτε θῇς διαθήκην τοῖς ἐγκαθημένοις ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐκπορνεύσωσιν ὀπίσω τῶν θεῶν αὐτῶν καὶ θύσωσι τοῖς θεοῖς αὐτῶν, καὶ καλέσωσί σε, καὶ φάγῃς τῶν αἱμάτων αὐτῶν,
Ουδέποτε θα συνάψης συμφωνίαν με τους κατοίκους της Χαναάν, δια να μη παρασυρθούν οι Ισραηλίται οπίσω από τους θεούς εκείνων και εκτραπούν εις διαφθοράν και προσφέρουν θυσίας στους θεούς των και σας καλέσωσιν εκείνοι εις τα θρησκευτικά των συμπόσια και φάγετε από τα αίματα των θυσιών των.
16 καὶ λάβῃς τῶν θυγατέρων αὐτῶν τοῖς υἱοῖς σου καὶ τῶν θυγατέρων σου δῷς τοῖς υἱοῖς αὐτῶν, καὶ ἐκπορνεύσωσιν αἱ θυγατέρες σου ὀπίσω τῶν θεῶν αὐτῶν, καὶ ἐκπορνεύσωσιν οἱ υἱοί σου ὀπίσω τῶν θεῶν αὐτῶν.
Δεν θα πάρετε δια τους υιούς σας συζύγους από τας θυγατέρας των και τας θυγατέρας σου δεν θα τας δώσης συζύγους εις τα τέκνα εκείνων, δια να μη παρασυρθούν αι θυγατέρες σου και εκτραπούν εις ανομήματα οπίσω των θεών εκείνων, δια να μη παρασυρθούν οι υιοί σου οπίσω των θεών εκείνων και εκτραπούν εις ανομήματα.
17 καὶ θεοὺς χωνευτοὺς οὐ ποιήσεις σεαυτῷ.
Δεν θα κατασκευάσης θεούς χωνευτούς εις χυτήρια, δια να μη παρασυρθής εις την ειδωλολατρείαν.
18 καὶ τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων φυλάξῃ· ἑπτὰ ἡμέρας φαγῇ ἄζυμα, καθάπερ ἐντέταλμαί σοι, εἰς τὸν καιρὸν ἐν μηνὶ τῶν νέων· ἐν γὰρ μηνὶ τῶν νέων ἐξῆλθες ἐξ Αἰγύπτου.
Θα τηρήσης την εορτήν των αζύμων, την εορτήν του Πασχα. Επτά ημέρας θα τρώγης άζυμα, όπως εγώ σε διέταξα, κατά τον μήνα που συμπίπτει με τα νέα σιτηρά. Διότι κατά τον μήνα των νέων σιτηρών εξήλθατε από την Αίγυπτον.
19 πᾶν διανοῖγον μήτραν ἐμοί, τὰ ἀρσενικά, πᾶν πρωτότοκον μόσχου καὶ πρωτότοκον προβάτου.
Καθε πρωτογέννητον αρσενικό παιδί ανήκει εις εμέ, όπως και κάθε πρωτογέννητον προβάτου και μόσχου.
20 καὶ πρωτότοκον ὑποζυγίου λυτρώσῃ προβάτῳ· ἐὰν δὲ μὴ λυτρώσῃ αὐτό, τιμὴν δώσεις. πᾶν πρωτότοκον τῶν υἱῶν σου λυτρώσῃ· οὐκ ὀφθήση ἐνώπιόν μου κενός.
Καθε πρωτότοκον όνου θα το ανταλλάξης με πρόβατον. Εάν δε δεν το ανταλλάξης θα καταβάλης εις χρήμα την αξίαν του. Δια κάθε όμως πρωτότοκον εκ των υιών σας θα καταβάλλετε ωρισμένον χρηματικόν ποσόν στον ναόν. Δεν θα εμφανίζεσαι στον ναόν με αδειανά τα χέρια. Κατι θα πρέπει να προσφέρης.
21 ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ, τῇ δὲ ἑβδόμῃ καταπαύσεις· τῷ σπόρῳ καὶ τῷ ἀμήτῳ κατάπαυσις.
Εξ ημέρας θα εργάζεσαι, την δε εβδόμην ημέραν θα παύσης από τα έργα σου και θα αναπαυθής. Κατά την ημέραν αυτήν θα γίνεται επίσης ανάπαυσις από την σποράν και τον θερισμόν.
22 καὶ ἑορτὴν ἑβδομάδων ποιήσεις μοι, ἀρχὴν θερισμοῦ πυροῦ, καὶ ἑορτὴν συναγωγῆς μεσοῦντος τοῦ ἐνιαυτοῦ.
Θα τελής επίσης δι' εμέ την εορτήν των εβδομάδων, την Πεντηκοστήν, κατά την οποίαν αρχίζει ο θερισμός των σιτηρών, όπως επίσης και την εορτήν της συγκομιδής των καρπών κατά το μέσον του έτους (δηλαδή κατά Οκτώβριον). Εξ.
23 τρεῖς καιροὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ὀφθήσεται πᾶν ἀρσενικόν σου ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ·
Τρεις εποχάς κατά το διάστημα του έτους θα εμφανίζεται κάθε ανήρ Ισραηλίτης ενώπιον Κυρίου του Θεού του Ισραήλ.
24 ὅταν γὰρ ἐκβάλω τὰ ἔθνη πρὸ προσώπου σου καὶ πλατύνω τὰ ὅριά σου, οὐκ ἐπιθυμήσει οὐδεὶς τῆς γῆς σου, ἡνίκα ἂν ἀναβαίνῃς ὀφθῆναι ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τρεῖς καιροὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ.
Διότι, όταν εκδιώξω από εμπρός σου τα ειδωλολατρικά έθνη και μεγαλώσω τα όρια του κράτους σου, κανείς δεν θα επιθυμίση καν την κατάκτησιν της χώρας σου, εφ' όσον συ αναβαίνεις κατά τας τρεις αυτάς εορτάς του έτους, δια να παρουσιασθής ενώπιον του Θεού σου.
25 οὐ σφάξεις ἐπὶ ζύμῃ αἷμα θυσιασμάτων μου, καὶ οὐ κοιμηθήσεται εἰς τὸ πρωΐ θύματα ἑορτῆς τοῦ πάσχα.
Δεν θα προσφέρης εις εμέ το αίμα των θυσιών σου μετά ενζύμου άρτου και δεν θα μείνουν μέχρι της πρωΐας υπολείμματα από τας θυσίας της εορτής του Πασχα. Θα τρώγωνται κατά την εσπέραν.
26 τὰ πρωτογεννήματα τῆς γῆς σου θήσεις εἰς τὸν οἶκον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου. οὐχ ἑψήσεις ἄρνα ἐν γάλακτι μητρὸς αὐτοῦ.
Τα πρωτογεννήματα των αγρών σου θα τα προσφέρης στον οίκον Κυρίου του Θεού σου. Δεν θα μαγειρεύσης αρνί με το γάλα της μητρός του”.
27 Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· γράψον σεαυτῷ τὰ ρήματα ταῦτα· ἐπὶ γὰρ τῶν λόγων τούτων τέθειμαί σοι διαθήκην καὶ τῷ Ἰσραήλ.
Ο Κυριος είπε στον Μωϋσήν· “γράψε συ ο ίδιος τα λόγια μου αυτά. Διότι επί των λόγων μου αυτών συνάπτω συμψωνίαν με σε και με τον ισραηλιτικόν λαόν”.
28 καὶ ἦν ἐκεῖ Μωυσῆς ἐναντίον Κυρίου τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας· ἄρτον οὐκ ἔφαγε καὶ ὕδωρ οὐκ ἔπιε· καὶ ἔγραψεν ἐπὶ τῶν πλακῶν τὰ ρήματα ταῦτα τῆς διαθήκης, τοὺς δέκα λόγους.
Ο Μωϋσής έμενεν εκεί εις την κορυφήν του όρους Σινά τεσσαράκοντα ημερονύκτια. Ούτε άρτον έφαγεν ούτε ύδωρ έπιεν. Εγραψεν επάνω εις τας πλάκας τους λόγους αυτούς της συμφωνίας του Θεού και του Ισραήλ, τον Δεκάλογον.
29 ὡς δὲ κατέβαινε Μωυσῆς ἐκ τοῦ ὄρους, καὶ αἱ δύο πλάκες ἐπὶ τῶν χειρῶν Μωυσῆ· καταβαίνοντος δὲ αὐτοῦ ἐκ τοῦ ὄρους, Μωυσῆς οὐκ ᾔδει ὅτι δεδόξασται ἡ ὄψις τοῦ χρώματος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἐν τῷ λαλεῖν αὐτὸν αὐτῷ.
Οταν δε κατέβη ο Μωϋσής από το όρος εκρατούσε εις τα χέρια του τας δύο πλάκας. Καταβαίνων δε από το όρος δεν εγνώριζεν ότι το πρόσωπόν του είχεν αποκτήσει κάποιαν θείαν λάμψιν, την οποίαν έλαβε καθώς ωμιλούσε προς αυτόν ο Θεός.
30 καὶ εἶδεν Ἀαρὼν καὶ πάντες οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραὴλ τὸν Μωυσῆν καὶ ἦν δεδοξασμένη ἡ ὄψις τοῦ χρώματος τοῦ προσώπου αὐτοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν ἐγγίσαι αὐτῷ.
Ο Ααρών όμως και όλοι οι πρεσβύτεροι του ισραηλιτικού λαού είδον ότι η όψις του προσώπου του Μωϋσέως ήτο λαμπρά και ακτινοβόλος και εφοβήθησαν να τον πλησιάσουν.
31 καὶ ἐκάλεσεν αὐτοὺς Μωυσῆς, καὶ ἐπεστράφησαν πρὸς αὐτὸν Ἀαρὼν καὶ πάντες οἱ ἄρχοντες τῆς συναγωγῆς, καὶ ἐλάλησεν αὐτοῖς Μωυσῆς.
Ο Μωϋσής τους εκάλεσε και επλησίασαν προς αυτόν ο Ααρών και όλοι οι άρχοντες του λαού, προς τους οποίους και ωμίλησεν ο Μωϋσής.
32 καὶ μετὰ ταῦτα προσῆλθον πρὸς αὐτὸν πάντες οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, καὶ ἐνετείλατο αὐτοῖς πάντα, ὅσα ἐνετείλατο Κύριος πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ ὄρει Σινά.
Κατόπιν δε ήλθον προς τον Μωϋσήν όλοι οι Ισραηλίται και ανεκοίνωσεν εις αυτούς όλα όσα είχε διατάξει ο Κυριος προς αυτόν στο όρος Σινά.
33 καὶ ἐπειδὴ κατέπαυσε λαλῶν πρὸς αὐτούς, ἐπέθηκεν ἐπὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ κάλυμμα.
Οταν έπαυσε να ομιλή προς αυτούς, έθεσε κάλυμμα στο πρόσωπόν του.
34 ἡνίκα δ᾿ ἂν εἰσεπορεύετο Μωυσῆς ἔναντι Κυρίου λαλεῖν αὐτῷ, περιῃρεῖτο τὸ κάλυμμα ἕως τοῦ ἐκπορεύεσθαι. καὶ ἐξελθὼν ἐλάλει πᾶσι τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ὅσα ἐνετείλατο αὐτῷ Κύριος,
Οσες όμως φορές ο Μωϋσής προσήρχετο ενώπιον του Κυρίου, δια να ομιλήση προς αυτόν, αφαιρούσε το κάλυμμα του προσώπου μέχρι της στιγμής, που εξήρχετο από τον Κυριον. Εξερχόμενος δε ανεκοίνωνε εις όλους τους Ισραηλίτας, όσας εντολάς έδιδεν εις αυτόν ο Θεός.
35 καὶ εἶδον οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ πρόσωπον Μωυσέως ὅτι δεδόξασται, καὶ περιέθηκε Μωυσῆς κάλυμμα ἐπὶ τὸ πρόσωπον ἑαυτοῦ, ἕως ἂν εἰσέλθῃ συλλαλεῖν αὐτῷ.
Εβλεπαν οι Ισραηλίται ότι το πρόσωπον του Μωϋσέως ακτινοβολούσε. Ο δε Μωϋσής περιέβαλλε με κάλυμμα το πρόσωπόν του, μέχρις ότου επέστρεφε προς τον Κυριον, δια να συνομιλή με αυτόν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα