ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐλάλησε Κύριος πάντας τοὺς λόγους τούτους λέγων·
Και ελάλησε τότε ο Κυριος όλους τους λόγους τούτους λέγων·
2 ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας.
Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, ο οποίος σε έβγαλα από την Αίγυπτον, από την χώραν εκείνην της δουλείας.
3 οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ.
Δεν θα υπάρχουν δια σε άλλοι θεοί πλην εμού.
4 οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς.
Δεν θα κατασκευάσης ποτέ δια τον εαυτόν σου είδωλον ούτε εικόνα από όσα υπάρχουν στον ουρανόν άνω, όσα εις την γην κάτω και όσα εις τα ύδατα κάτω από την γην.
5 οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα, ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισοῦσί με
Δεν θα προσκυνήσης αυτά, ούτε θα τα λατρεύσης· διότι Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, Θεός ζηλότυπος, ο οποίος επιβάλλει τιμωρίας εις τα τέκνα δια τας αμαρτίας των γονέων των μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς, εις όσους με μισούν.
6 καὶ ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσί με καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰ προστάγματά μου.
Αλλά στέλλω το έλεός μου εις τας χιλιάδας εκείνων, που με αγαπούν και φυλάσσουν τας εντολάς μου.
7 οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ· οὐ γὰρ μὴ καθαρίσῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὸν λαμβάνοντα τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ ματαίῳ.
Δεν θα πάρης στο στόμα σου το όνομα του Κυρίου ματαίως και χωρίς λόγον, διότι ο Κυριος δεν θα θεωρήση αθώον εκείνον, ο οποίος προφέρει το όνομά του ματαίως και ανευλαβώς.
8 μνήσθητι τὴν ἡμέρα τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν.
Ενθυμήσου να αφιερώνης την ημέραν του Σαββάτου εις εμέ και να τηρής κατά την ημέραν αυτήν αργίαν.
9 ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου·
Εξ ημέρας πρέπει να εργάζεσαι και να κάνης όλα τα έργα σου·
10 τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου, ὁ βοῦς σου καὶ τὸ ὑποζύγιόν σου καὶ πᾶν κτῆνός σου καὶ ὁ προσήλυτος ὁ παροικῶν ἐν σοί.
την δε ημέραν την εβδόμην, ημέραν αναπαύσεως, θα την αφιερώνης εις Κυριον τον Θεόν σου. Κατ' αυτήν δεν θα κάμης κανένα έργον συ και ο υιός σου και η θυγάτηρ σου και ο δούλος σου και η δούλη σου, το βόδι σου, το υποζύγιόν σου και κάθε ζώον σου· και αυτός ακόμη ο ξένος, ο οποίος παραμένει προσωρινώς κοντά σου.
11 ἐν γὰρ ἓξ ἡμέραις ἐποίησε Κύριος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς καὶ κατέπαυσε τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ· διὰ τοῦτο εὐλόγησε Κύριος τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν.
Διότι εις εξ ημέρας εδημιούργησεν ο Θεός τον ουρανόν, την γην, την θάλασσαν και όλα όσα υπάρχουν εις αυτά. Και κατέπαυσε κατά την εβδόμην ημέραν. Δια τούτο ο Κυριος ευλόγησε την εβδόμην ημέραν και την έκαμε και δι' ημάς αγίαν, αφιερωμένην εις αυτόν.
12 τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται, καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι.
Τιμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, δια να ευημερήσης και γίνης μακροχρόνιος εις την πλουσίαν και εύφορον χώραν, την οποίαν θα σου δώση ο Κυριος.
13 οὐ μοιχεύσεις.
Δεν θα μοιχεύσης.
14 οὐ κλέψεις.
Δεν θα κλέψης.
15 οὐ φονεύσεις.
Δεν θα φονεύσης.
16 οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ.
Δεν θα καταθέσης ποτε μαρτυρίαν ψευδή εναντίον του πλησίον σου.
17 οὐκ ἐπιθυμήσεις τὴν γυναῖκα τοῦ πλησίον σου. οὐκ ἐπιθυμήσεις τὴν οἰκίαν τοῦ πλησίον σου οὔτε τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ οὔτε τὸν παῖδα αὐτοῦ οὔτε τὴν παιδίσκην αὐτοῦ οὔτε τοῦ βοὸς αὐτοῦ οὔτε τοῦ ὑποζυγίου αὐτοῦ οὔτε παντὸς κτήνους αὐτοῦ οὔτε ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστί.
Δεν θα επιθυμήσης την γυναίκα του πλησίον σου. Δεν θα επιθυμήσης την οικίαν του πλησίον σου, ούτε τον αγρόν του, ούτε τον δούλον του, ούτε την δούλην του, ούτε το βόδι του, ούτε το υποζύγιόν του, ούτε κανένα άλλο από τα κτήνη του και γενικώς τίποτε από όσα ανήκουν στον πλησίον σου”.
18 Καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἑώρα τὴν φωνὴν καὶ τὰς λαμπάδας καὶ τὴν φωνὴν τῆς σάλπιγγος καὶ τὸ ὄρος τὸ καπνίζον· φοβηθέντες δὲ πᾶς ὁ λαὸς ἔστησαν μακρόθεν.
Ολος ο λαός ήκουε την φωνήν του Θεού και τον ήχον των σαλπίγγων, έβλεπε τας φλόγας και το καπνίζον όρος Σινά, εφοβήθησαν δε όλοι και εστάθησαν μακράν από το όρος Σινά.
19 καὶ εἶπαν πρὸς Μωυσῆν· λάλησον σὺ ἡμῖν, καὶ μὴ λαλείτω πρὸς ἡμᾶς ὁ Θεός, μὴ ἀποθάνωμεν.
Καταπτοημένοι τότε οι Ισραηλίται είπαν προς τον Μωϋσήν· “μίλησε συ προς ημάς και ας μη λαλή ο Θεός προς ημάς, δια να μη αποθάνωμεν”.
20 καὶ λέγει αὐτοῖς Μωυσῆς· θαρσεῖτε, ἕνεκεν γὰρ τοῦ πειράσαι ὑμᾶς παρεγενήθη ὁ Θεὸς πρὸς ὑμᾶς, ὅπως ἂν γένηται ὁ φόβος αὐτοῦ ἐν ὑμῖν, ἵνα μὴ ἁμαρτάνητε.
Απήντησε προς αυτούς ο Μωϋσής· “έχετε θάρρος ! Ηλθεν ο Θεός κοντά σας, δια να σας θέση υπό δοκιμασίαν, δια να αισθανθήτε μέσα σας τον φόβον του και να μη αμαρτάνετε πλέον”.
21 εἱστήκει δὲ ὁ λαὸς μακρόθεν, Μωυσῆς δὲ εἰσῆλθεν εἰς τὸν γνόφον, οὗ ἦν ὁ Θεός.
Ο λαός εστέκετο όρθιος μακράν από το όρος, ο δε Μωϋσής εισήλθεν εις την σκιεράν νεφέλην, όπου ήτο ο Θεός.
22 εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν· τάδε ἐρεῖς τῷ οἴκῳ Ἰακὼβ καὶ ἀναγγελεῖς τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· ὑμεῖς ἑωράκατε ὅτι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λελάληκα πρὸς ὑμᾶς·
Είπε δε ο Κυριος προς τον Μωϋσήν· “αυτά θα πης στο έθνος του Ιακώβ, αυτά θα αναγγείλης στους απογόνους του Ισραήλ· Με τα ίδια σας τα μάτια είδατε ότι σας ωμίλησα εγώ ο Θεός από τον ουρανόν !
23 οὐ ποιήσετε ὑμῖν αὐτοῖς θεοὺς ἀργυροῦς καὶ θεοὺς χρυσοῦς οὐ ποιήσετε ὑμῖν αὐτοῖς.
Λοιπόν, δεν θα κατασκευάσετε δια τον εαυτόν σας θεούς ασημένιους, ούτε θεούς χρυσούς θα κάμετε δια τον εαυτόν σας.
24 θυσιαστήριον ἐκ γῆς ποιήσετέ μοι καὶ θύσετε ἐπ᾿ αὐτοῦ τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ τὰ σωτήρια ὑμῶν καὶ τὰ πρόβατα καὶ τοὺς μόσχους ὑμῶν ἐν παντὶ τόπῳ, οὗ ἐὰν ἐπονομάσω τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ, καὶ ἥξω πρὸς σὲ καὶ εὐλογήσω σε.
Θα κτίσετε δι' εμέ θυσιαστήριον από χώμα και επάνω εις αυτό θα θυσιάζετε τα ολοκαυτώματά σας, θα προσφέρετε τας ευχαριστηρίους δια την σωτηρίαν σας θυσίας, τα προς θυσίαν πρόβατα, τα βόδια σας και τα μοσχάρια σας. Εις κάθε τόπον, τον οποίον εγώ θα θελήσω να αφιερωθή στο όνομά μου, εκεί θα έρχωμαι προς σε και θα σε ευλογώ.
25 ἐὰν δὲ θυσιαστήριον ἐκ λίθων ποιῇς μοι, οὐκ οἰκοδομήσεις αὐτοὺς τμητούς· τὸ γὰρ ἐγχειρίδιόν σου ἐπιβέβληκας ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ μεμίανται.
Εάν δε κατασκευάσης θυσιαοτήριον από λίθους, δεν θα πελεκήσης αυτούς τους λίθους, διότι, εάν θα έχης βάλει σμίλην στους λίθους αυτούς, θα είναι αυτοί μολυσμένοι.
26 οὐκ ἀναβήσῃ ἐν ἀναβαθμίσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν μου, ὅπως ἂν μὴ ἀποκαλύψῃς τὴν ἀσχημοσύνην σου ἐπ᾿ αὐτοῦ.
Δεν θα ανέλθης στο θυσιαστήριόν μου με σκαλοπάτια, δια να μη φανή επάνω εις αυτό η γυμνότης και απρέπεια των ποδών σου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα