ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΙΣΗΛΘΕ δὲ ὁ βασιλεὺς καὶ Ἀμὰν συμπιεῖν τῇ βασιλίσσῃ.
Ο βασιλεύς ήλθε, μαζή δε με αυτόν και ο Αμάν, στο συμπόσιον της βασιλίσσης.
2 εἶπε δὲ ὁ βασιλεὺς Ἐσθὴρ τῇ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ ἐν τῷ πότῳ· τί ἐστιν, Ἐσθὴρ βασίλισσα, καὶ τί τὸ αἴτημά σου καὶ τί τὸ ἀξιωμά σου; καὶ ἔστω σοι ἕως ἡμίσους τῆς βασιλείας μου.
Ο βασιλεύς ηρώτησε κοιτά την δευτέραν αυτήν ημέραν του συμποσίου την Εσθήρ· “ποίον είναι το αίτημά σου και ποία η επιθυμία σου; Εγώ είμαι διατεθειμένος να σου δώσω μέχρι και το ήμισυ ακόμα της βασιλείας μου”.
3 καὶ ἀποκριθεῖσα εἶπεν· εἰ εὗρον χάριν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, δοθήτω ἡ ψυχὴ τῷ αἰτήματί μου καὶ ὁ λαός μου τῷ ἀξιώματί μου·
Η Εσθήρ του απήντησε· “εάν ευρήκα χάριν ενώπιον του βασιλέως, ας μου χαρίση την ζωήν. Αυτό είναι το αίτημά μου. Επίσης ας χαρίση ο βασιλεύς και την ζωήν του λαού μου. Αυτή είναι η επιθυμία μου.
4 ἐπράθημεν γὰρ ἐγώ τε καὶ ὁ λαός μου εἰς ἀπώλειαν καὶ διαρπαγὴν καὶ δουλείαν, ἡμεῖς καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν εἰς παῖδας καὶ παιδίσκας, καὶ παρήκουσα· οὐ γὰρ ἄξιος ὁ διάβολος τῆς αὐλῆς τοῦ βασιλέως.
Διότι εγώ και ο λαός μου επωλήθημεν, δια να θανατωθώμεν, αι περιουσίαι μας δε να διαρπαγούν, και όσοι, τυχόν, από ημάς και από τα τέκνα μας απομείνουν από τον όλεθρον, να γίνωμεν δούλοι και δούλαι. Δι' όλα αυτά έως τώρα δεν είπα τίποτε. Τωρα όμως φωνάζω. Ο διάβολος, που εισηγήθη αυτά, δεν είναι άξιος να ευρίσκεται εις την αυλήν του βασιλέως”.
5 εἶπε δὲ ὁ βασιλεύς· τίς οὗτος, ὅστις ἐτόλμησε ποιῆσαι τὸ πρᾶγμα τοῦτο;
Ο βασιλεύς ηρώτησε· “ποιός είναι αυτός, ο οποίος ετόλμησε να κάμη αυτό το πράγμα;”
6 εἶπε δὲ Ἐσθήρ· ἄνθρωπος ἐχθρὸς Ἀμάν, ὁ πονηρὸς οὗτος. Ἀμὰν δὲ ἐταράχθη ἀπὸ τοῦ βασιλέως καὶ τῆς βασιλίσσης.
Η Εσθήρ απήντησεν· “ο άνθρωπος αυτός, ο εχθρός, ο πονηρός αυτός άνθρωπος είναι ο Αμάν”. Ο Αμάν όταν ήκουσεν αυτά, κατελήφθη από ταραχήν ενώπιον του βασιλέως και της βασιλίσσης.
7 ὁ δὲ βασιλεὺς ἐξανέστη ἀπὸ τοῦ συμποσίου εἰς τὸν κῆπον· ὁ δὲ Ἀμὰν παρῃτεῖτο τὴν βασίλισσαν, ἑώρα γὰρ ἑαυτὸν ἐν κακοῖς ὄντα.
Ο βασιλεύς γεμάτος θυμόν και ταραχήν εσηκώθη από το συμπόσιον και εξήλθεν στον κήπον. Εν τω μεταξύ ο Αμάν παρεκάλει την βασίλισσαν να μεσιτεύση δι' αυτόν, διότι έβλεπε πλέον καθαρά ότι ευρίσκετο εις πολύ μεγάλον κίνδυνον.
8 ἐπέστρεψε δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκ τοῦ κήπου, Ἀμάν δὲ ἐπιπεπτώκει ἐπὶ τὴν κλίνην ἀξιῶν τὴν βασίλισσαν. εἶπε δὲ ὁ βασιλεύς· ὥστε καὶ τὴν γυναῖκα βιάζῃ ἐν τῇ οἰκίᾳ μου; Ἀμὰν δὲ ἀκούσας διετράπη τῷ προσώπῳ.
Ο βασιλεύς επέστρεψεν από τον κήπον. Ο Αμάν, επάνω εις την απελπισίαν του, είχε πέσει εν τω μεταξύ εις την κλίνην της βασιλίσσης παρακαλών την βασίλισσαν να μεσιτεύση δι' αυτόν. Ο βασιλεύς όταν τον είδε, του είπε· “ώστε και την γυναίκα μου βιάζεις μέσα στο σπίτι μου;” Ο Αμάν όταν ήκουσεν αυτά, έχασε το χρώμα του προσώπου του.
9 εἶπε δὲ Βουγαθὰν εἷς τῶν εὐνούχων πρὸς τὸν βασιλέα· ἰδοὺ καὶ ξύλον ἡτοίμασεν Ἀμὰν Μαρδοχαίῳ τῷ λαλήσαντι περὶ τοῦ βασιλέως, καὶ ὤρθωται ἐν τοῖς Ἀμὰν ξύλον πηχῶν πεντήκοντα. εἶπε δὲ ὁ βασιλεύς· σταυρωθήτω ἐπ᾿ αὐτοῦ.
Ο Βουγαθάν, ένας από τους ευνούχους του βασιλέως, είπε προς τον βασιλέα· “ιδού, ο Αμάν έχει ετοιμάσει ένα ξύλον εναντίον του Μαρδοχαίου, ο οποίος είχεν αποκαλύψει στον βασιλέα τα της συνωμοσίας. Το ξύλον αυτό έχει εμπαγή και είναι ορθόν εις την αυλήν του οίκου του Αμάν. Εχει δε ύψος πεντήκοντα πήχεων”. Ο βασιλεύς διέταξε τότε· “να σταυρωθή επάνω εις αυτό ο Αμάν”.
10 καὶ ἐκρεμάσθη Ἀμὰν ἐπὶ τοῦ ξύλου, ὃ ἡτοιμάσθη Μαρδοχαίῳ. καὶ τότε ὁ βασιλεὺς ἐκόπασε τοῦ θυμοῦ.
Και πράγματι εσταυρώθη ο Αμάν επάνω στο ξύλον αυτό, το οποίον είχεν ετοιμάσει δια τον Μαρδοχαίον. Τοτε δε ο βασιλεύς ηρέμησεν από τον θυμόν του.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα