ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ μετὰ τοὺς λόγους τούτους ἐκόπασεν ὁ βασιλεὺς τοῦ θυμοῦ καὶ οὐκέτι ἐμνήσθη τῆς Ἀστίν, μνημονεύων οἷα ἐλάλησε καὶ ὡς κατέκρινεν αὐτήν.
Αφού επέρασαν τα γεγονότα αυτά, έπεσεν ο θυμός του βασιλέως και δεν ενεθυμήθη πλέον την Αστίν, αλλά μόνον επανέφερεν εις την μνήμην του τα λόγια που αυτή του είχε πει, όπως και το γεγονός, ότι αυτός την είχε καταδικάσει.
2 καὶ εἶπαν οἱ διάκονοι τοῦ βασιλέως· ζητηθήτω τῷ βασιλεῖ κοράσια ἄφθορα καλὰ τῷ εἴδει·
Οι δούλοι τότε του βασιλέως του είπαν· “ας ζητήσωμεν να εύρωμεν δια σέ, βασιλεύ, ωραίας νεαρός παρθένους.
3 καὶ καταστήσει ὁ βασιλεὺς κωμάρχας ἐν πάσαις ταῖς χώραις τῆς βασιλείας αὐτοῦ, καὶ ἐπιλεξάτωσαν κοράσια παρθενικὰ καλὰ τῷ εἴδει εἰς Σοῦσαν τὴν πόλιν εἰς τὸν γυναικῶνα· καὶ παραδοθήτωσαν τῷ εὐνούχῳ τοῦ βασιλέως τῷ φύλακι τῶν γυναικῶν, καὶ δοθήτω σμῆγμα καὶ ἡ λοιπὴ ἐπιμέλεια·
Προς τούτο ο βασιλεύς ας διορίση εις όλας τας επαρχίας του βασιλείου άρχοντας κατά τόπους, να αναλάβουν και να επιλέξουν νεαράς ωραίας παρθένους και να φέρουν αυτάς εις την πόλιν Σούσα, στον γυναικωνίτην του βασιλέως. Αυταί δε ας παραδοθούν στον ευνούχον του βασιλέως, τον φύλακα των γυναικών του, ας δοθούν εις αυτάς καλλυντικά και ας καταβληθή κάθε προσπάθεια και κάθε άλλη φροντίς δια την καλήν των εμφάνισιν.
4 καὶ ἡ γυνή, ἣ ἂν ἀρέσῃ τῷ βασιλεῖ, βασιλεύσει ἀντὶ Ἀστίν. καὶ ἤρεσε τῷ βασιλεῖ τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐποίησεν οὕτως.
Από αυτάς δε η γυναίκα εκείνη, η οποία θα αρέση στον βασιλέα, θα γίνη βασίλισσα αντί της Αστίν”. Η πρότασις αυτή ήρεσεν στον βασιλέα και έκαμεν, όπως του είπαν.
5 καὶ ἄνθρωπος ἦν Ἰουδαῖος ἐν Σούσοις τῇ πόλει, καὶ ὄνομα αὐτοῦ Μαρδοχαῖος ὁ τοῦ Ἰαΐρου, τοῦ Σεμεΐου, τοῦ Κισσαίου, ἐκ φυλῆς Βενιαμίν,
Εις τα Σούσα·, εις την πόλιν αυτήν, εζούσεν ένας άνθρωπος Ιουδαίος, ο οποίος ωνομάζετο Μαρδοχαίος. Ητο υιός του Ιαρΐου, υιού του Σεμεΐου, υιού του Κισσαίου, από την φυλήν Βενιαμίν.
6 ὃς ἦν αἰχμάλωτος ἐξ Ἱερουσαλήμ, ἣν ᾐχμαλώτευσε Ναβουχοδονόσορ βασιλεὺς Βαβυλῶνος.
Αυτός ήτο από τους Ιουδαίους αιχμαλώτους της Ιερουσαλήμ, τους οποίους ο Ναβουνοδονόσορ ο βασιλεύς είχεν απαγάγει αιχμαλώτους.
7 καὶ ἦν τούτῳ παῖς θρεπτή, θυγάτηρ Ἀμιναδὰβ ἀδελφοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ ὄνομα αὐτῇ Ἐσθήρ· ἐν δὲ τῷ μεταλλάξαι αὐτῆς τοὺς γονεῖς ἐπαίδευσεν αὐτὴν ἑαυτῷ εἰς γυναῖκα· καὶ ἦν τὸ κοράσιον καλὸν τῷ εἴδει.
Αυτός είχεν αναθρέψει μίαν κόρην θυγατέρα του θείου του Αμιναδάβ, αδελφού του πατρός του. Αυτή ωνομάζετο Εσθήρ. Οταν δε απέθαναν οι γονείς της, ο Μαρδοχαίος την ανέλαβεν υπό την προστασίαν του και εφρόντιζε δι' αυτήν, με τον σκοπόν να την λάβη αργότερα ως σύζυγόν του. Η κόρη δε αυτή ήτο πολύ ωραία κατά την μορφήν.
8 καὶ ὅτε ἠκούσθη τὸ τοῦ βασιλέως πρόσταγμα, συνήχθησαν πολλὰ κοράσια εἰς Σοῦσαν τὴν πόλιν ὑπὸ χεῖρα Γαΐ, καὶ ἤχθη Ἐσθὴρ πρὸς Γαΐ τὸν φύλακα τῶν γυναικῶν.
Οταν έγινε γνωστόν το βασιλικόν διάταγμα, συνεκεντρώθησαν πολλά κοράσια εις την πόλιν Σούσα υπό την ευθύνην και την φροντίδα του Γαϊ. Προς αυτόν τον Γαϊ, τον φύλακα των γυναικών του βασιλέως, ωδηγήθη και η Εσθήρ.
9 καὶ ἤρεσεν αὐτῷ τὸ κοράσιον καὶ εὗρε χάριν ἐνώπιον αὐτοῦ· καὶ ἔσπευσε δοῦναι αὐτῇ τὸ σμῆγμα καὶ τὴν μερίδα καὶ τὰ ἑπτὰ κοράσια τὰ ὑποδεδειγμένα αὐτῇ ἐκ βασιλικοῦ καὶ ἐχρήσατο αὐτῇ καλῶς καὶ ταῖς ἅβραις αὐτῆς ἐν τῷ γυναικῶνι.
Εις αυτόν ήρεσεν η Εσθήρ περισσότερον από κάθε άλλην και εύρε χάριν ενώπιόν του. Ο Γαϊ έσπευσε και έδωσεν εις αυτήν τα καλλυντικά και κάθε άλλην περιποιήση αναφερομένην εις την δίαιτάν της, όπως επίσης και επτά παρθένους που είχαν επιλεγή από τον βασιλικόν οίκον, εις υπηρεσίαν της. Ο Γαϊ προσέφερε κάθε περιποίησιν προς αυτήν και εις τας θεραπαινίδας της, τας οποίας και ωδήγησεν στον γυναικωνίτην.
10 καὶ οὐχ ὑπέδειξε Ἐσθὴρ τὸ γένος αὐτῆς οὐδὲ τὴν πατρίδα· ὁ γὰρ Μαρδοχαῖος ἐνετείλατο αὐτῇ μὴ ἀπαγγεῖλαι·
Η Εσθήρ δεν κατέστησε γνωστήν την καταγωγήν της ούτε την πατρίδα της, διότι, ο Μαρδοχαίος της είχε δώσει εντολήν να μη ανακοινώση τίποτε από αυτά.
11 καθ' ἑκάστην δὲ ἡμέραν περιεπάτει ὁ Μαρδοχαῖος κατὰ τὴν αὐλὴν τὴν γυναικείαν ἐπισκοπῶν τί Ἐσθὴρ συμβήσεται.
Καθε δε ημέραν ο Μαρδοχαίος περιπατούσε έξω από την αυλήν των γυναικών, παρατηρούσε και επιθυμούσε να μάθη τι θα γίνη με την Εσθήρ.
12 οὗτος δὲ ἦν καιρὸς κορασίου εἰσελθεῖν πρὸς τὸν βασιλέα, ὅταν ἀναπληρώσῃ μῆνας δεκαδύο· οὕτως γὰρ αναπληροῦνται αἱ ἡμέραι τῆς θεραπείας, μῆνας ἓξ ἀλειφόμεναι ἐν σμυρνίνῳ ἐλαίῳ καὶ μῆνας ἓξ ἐν τοῖς ἀρώμασι καὶ ἐν τοῖς σμήγμασι τῶν γυναικῶν,
Συμφώνως δε προς τα καθιερωμένα έπρεπε μετά την συμπλήρωσιν δώδεκα μηνών να εμφανισθή η κόρη ενώπιον του βασιλέως. Αι ημέραι δε της προετοιμασίας των επερνούσαν ως εξής· επί εξ μήνας αι κόραι ηλείφοντο με έλαιον από σμύρναν και επί άλλους εξ μήνας με αρώματα και άλλα καλλυντικά, που εχρησιμοποιούσαν αι γυναίκες.
13 καὶ τότε εἰσπορεύεται πρὸς τὸν βασιλέα. καὶ ᾧ ἐὰν εἴπῃ, παραδώσει αὐτὴν συνεισέρχεσθαι αὐτῷ ἀπὸ τοῦ γυναικῶνος ἕως τῶν βασιλείων.
Και τότε η υποψηφία σύζυγος του βασιλέως ωδηγείτο ενώπιον αυτού. Ο ευνούχος, προς τον οποίον ο βασιλεύς ήθελε δώσει την σχετικήν εντολήν, θα ωδηγούσεν αυτήν από τον γυναικωνίτην εις τα βασιλικά ανάκτορα.
14 δείλης εἰσπορεύεται καὶ πρὸς ἡμέραν ἀποτρέχει εἰς τὸν γυναικῶνα τὸν δεύτερον, οὗ Γαΐ ὁ εὐνοῦχος τοῦ βασιλέως ὁ φύλαξ τῶν γυναικῶν, καὶ οὐκέτι εἰσπορεύεται πρὸς τὸν βασιλέα, ἐὰν μὴ κληθῇ ὀνόματι.
Αυτή δε πηγαίνει εκεί την εσπέραν· και την επομένην πρωΐαν εισέρχεται στον δεύτερον οίκον, όπου ο Γαϊ ο ευνούχος του βασιλέως ευρίσκεται, ο φύλαξ των γυναικών. Δεν έχει δε πλέον το δικαίωμα να επανέλθη προς τον βασιλέα, εάν δεν κληθή από αυτόν ονομαστί.
15 ἐν δὲ τῷ ἀναπληροῦσθαι τὸν χρόνον Ἐσθὴρ τῆς θυγατρὸς Ἀμιναδὰβ ἀδελφοῦ πατρὸς Μαρδοχαίου εἰσελθεῖν πρὸς τὸν βασιλέα οὐδὲν ἠθέτησεν, ὧν ἐνετείλατο ὁ εὐνοῦχος ὁ φύλαξ τῶν γυναικῶν· ἦν γὰρ Ἐσθὴρ εὑρίσκουσα χάριν παρὰ πάντων τῶν βλεπόντων αὐτήν.
Οταν λοιπόν συνεπληρώθη ο χρόνος, κατά ταν οποίον η Εσθήρ, η θυγάτηρ του Αμιναδάβ, αδελφού του πατρύς του Μαρδοχαίου, επρόκειτο να εισέλθη προς τον βασιλέα, η Εσθήρ δεν παρέλειψε και ούτε παρήκουσε τίποτε, από όσα είχε δώσει εντολήν εις αυτήν να προσέξη ο ευνούχος, ο φύλαξ των γυναικών. Ετσι δε φερομένη η Εσθήρ εύρισκε χάριν εκ μέρους όλων όσοι την έβλεπον.
16 καὶ εἰσῆλθεν Ἐσθὴρ πρὸς Ἀρταξέρξην τὸν βασιλέα τῷ δωδεκάτῳ μηνί, ὅς ἐστιν Ἀδάρ, τῷ ἑβδόμῳ ἔτει τῆς βασιλείας αὐτοῦ.
Η Εσθήρ πράγματι παρουσιάσθη στον βασιλέα τον Αρταξέρξην, κατά τον δωδέκατον μήνα, τον μήνα δηλαδή Αδάρ, κατά το έβδομον έτος της βασιλείας αυτού.
17 καὶ ἠράσθη ὁ βασιλεὺς Ἐσθήρ, καὶ εὗρε χάριν παρὰ πάσας τὰς παρθένους, καὶ ἐπέθηκεν αὐτῇ τὸ διάδημα τὸ γυναικεῖον.
Ο βασιλεύς την ηγάπησε πάρα πολύ, διότι αυτή ευρήκε χάριν ενώπιόν του περισσότερον από όλας τας άλλας παρθένους. Εθεσε δε επάνω εις την κεφαλήν της τα γυναικείον βασιλικόν διάδημα.
18 καὶ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς πότον πᾶσι τοῖς φίλοις αὐτοῦ καὶ ταῖς δυνάμεσιν ἐπὶ ἡμέρας ἑπτὰ καὶ ὕψωσε τοὺς γάμους Ἐσθὴρ καὶ ἄφεσιν ἐποίησε τοῖς ὑπὸ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ.
Ο βασιλεύς επανηγύρισε με μεγάλην λαμπρότητα τους γάμους της Εσθήρ, παρέθεσε μέγα συμπόσιον εις όλους τους φίλους του και τους άρχοντας επί επτά ημέρας, παρεχώρησε μεγάλας δωρεάς και έδωσεν άψεσιν χρεών στους ανθρώπους της βασιλείας του.
19 ὁ δὲ Μαρδοχαῖος ἐθεράπευεν ἐν τῇ αὐλῇ.
Ο Μαρδοχαίος υπηρετούσε πάντοτε εις την βασιλικήν αυλήν.
20 ἡ δὲ Ἐσθὴρ οὐχ ὑπέδειξε τὴν πατρίδα αὐτῆς· οὕτως γὰρ ἐνετείλατο αὐτῇ Μαρδοχαῖος, φοβεῖσθαι τὸν Θεὸν καὶ ποιεῖν τὰ προστάγματα αὐτοῦ, καθὼς ἦν μετ᾿ αὐτοῦ καὶ Ἐσθὴρ οὐ μετήλλαξε τὴν ἀγωγὴν αὐτῆς.
Η Εσθήρ δεν ανεκοίνωσε και δεν εγνωστοποίησεν εις κανένα την πατρίδα της, διότι αυτήν την εντολήν της είχε δώσει ο Μαρδοχαίος. Να φοβήται τον Θεόν, να τηρή τας θείας εντολάς, όπως όταν αυτή ευρίσκετο μαζή του. Η Εσθήρ, και όταν έγινε βασίλισσα, δεν ήλλαξε τρόπον συμπεριφοράς και ζωής.
21 Καὶ ἐλυπήθησαν οἱ δύο εὐνοῦχοι τοῦ βασιλέως, οἱ ἀρχισωματοφύλακες, ὅτι προήχθη Μαρδοχαῖος, καὶ ἐζήτουν ἀποκτεῖναι Ἀρταξέρξην τὸν βασιλέα.
Οι δύο αυλικοί, οι αρχισωματοφύλακες του βασιλέως, εστενοχωρήθησαν, διότι προήχθη εις επίζηλον θέσιν ο Μαρδοχαίος και εζητούσαν ευκαιρίαν να δολοφονήσουν τον βασιλέα Αρταξέρξην.
22 καὶ ἐδηλώθη Μαρδοχαίῳ ὁ λόγος, καὶ ἐσήμανεν Ἐσθήρ, καὶ αὐτὴ ἐνεφάνισε τῷ βασιλεῖ τὰ τῆς ἐπιβουλῆς
Η συνωμοσία όμως αυτή έγινε γνωστή στον Μαρδοχαίον, ο οποίος την εφανέρωσεν εις την Εσθήρ, η δε Εσθήρ ανέφερε τα της συνωμοσίας αυτής στον βασιλέα.
23 ὁ δὲ βασιλεὺς ἤτασε τοὺς δύο εὐνούχους καὶ ἐκρέμασεν αὐτούς· καὶ προσέταξεν ὁ βασιλεὺς καταχωρίσαι εἰς μνημόσυνον ἐν τῇ βασιλικῇ βιβλιοθήκῃ ὑπὲρ τῆς εὐνοίας Μαρδοχαίου ἐν ἐγκωμίῳ.
Ο βασιλεύς εξήτασε τους δύο αυλικούς του, ευρήκεν αυτούς ενόχους, διέταξε δε και τους εκρέμασαν. Διέταξεν επίσης ο βασιλεύς να καταχωρηθή το γεγονός αυτό εις ανάμνησιν εις τα βασιλικά χρονικά προς ένδειξιν ευνοίας και επαίνου εκ μέρους του βασιλέως στον Μαρδοχαίον.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα