ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΣΤΙ πονηρία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, καὶ πολλή ἐστιν ἐπὶ τὸ ἄνθρωπον·
Υπάρχει ένα κακόν, που είδα εγώ εις την γην κάτω από τον ήλιον, και αυτό είναι, πολύ μεγάλο και καταθλίβει τους ανθρώπους·
2 ἀνήρ, ᾧ δώσει αὐτῷ ὁ Θεὸς πλοῦτον καὶ ὑπάρχοντα καὶ δόξαν, καὶ οὐκ ἔστιν ὑστερῶν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἀπὸ πάντων, ὧν ἐπιθυμήσει, καὶ οὐκ ἐξουσιάσει αὐτῷ ὁ Θεὸς τοῦ φαγεῖν ἀπ᾿ αὐτοῦ, ὅτι ἀνὴρ ξένος φάγεται αὐτόν· τοῦτο ματαιότης καὶ ἀρρωστία πονηρά ἐστι.
να υπάρξη δηλαδή ενας άνθρωπος, στον οποίον ο Θεός να δώση πλούτον, υλικά αγαθά και δόξαν, να μη στερήται από τίποτε, όσα επιθυμεί η ψυχή του, και όμως να μη επιτρέψη ο Θεός εις αυτόν να απολαύση τα αγαθά του, να φάγη και να χορτάση από αυτά· αλλά να παραχωρήση ο Θεός να του τα φάγη άλλος άνθρωπος, ξένος. Αυτό είναι ματαιότης, αρρώστια κακή δια τον άνθρωπον.
3 ἐὰν γεννήσῃ ἀνὴρ ἑκατὸν καὶ ἔτη πολλὰ ζήσεται, καὶ πλῆθος ὅ,τι ἔσονται αἱ ἡμέραι ἐτῶν αὐτοῦ, καὶ ψυχὴ αὐτοῦ οὐ πλησθήσεται ἀπὸ τῆς ἀγαθωσύνης, καί γε ταφὴ οὐκ ἐγένετο αὐτῷ, εἶπα· ἀγαθὸν ὑπὲρ αὐτὸν τὸ ἔκτρωμα,
Εάν ένας πλούσιος άνθρωπος αποκτήση έστω και εκατόν παιδιά και ζήση πολλά έτη και αι ημέραι της ζωής του είναι πάρα πολλαί, αλλά δεν θα η μπορέση να χορτάση και απολαύση η ψυχή του τα αγαθά του, εις δε το τέλος ούτε κηδείαν και ταφήν δεν θα του κάμουν, τότε εγώ είπα προτιμότερον από αυτόν είναι το έκτρωμα,
4 ὅτι ἐν ματαιότητι ἦλθε καὶ ἐν σκότει πορεύεται, καὶ ἐν σκότει ὄνομα αὐτοῦ καλυφθήσεται.
το οποίον εγεννήθη παράκαιρα, μετέβη αμέσως στο σκότος του θανάτου και η ύπαρξίς του θα καλυφθή από το σκότος του άδου.
5 καί γε ἥλιον οὐκ εἶδε καὶ οὐκ ἔγνω, ἀνάπαυσις τούτῳ ὑπὲρ τοῦτον.
Αυτό το έκτρωμα δεν είδε τον ήλιον, δεν εγνώρισε τον εαυτόν του και τον κόσμον, και όμως ανεπαύθη καλύτερον από τον άνθρωπον εκείνον.
6 καὶ εἰ ἔζησε χιλίων ἐτῶν καθόδους καὶ ἀγαθωσύνην οὐκ εἶδε, μὴ οὐκ εἰς τόπον ἕνα πορεύεται τὰ πάντα;
Και αν ακόμη ο πολύτεκνος πλούσιος έζησε χίλια έτη, δεν απήλαυσεν όμώς τα αγαθά του, τι το όφελος; Μηπως στον ίδιον τόπον του θανάτου δεν πηγαίνουν όλοι, και ο χιλιόχρονος πλούσιος και το έκτρωμα;
7 Πᾶς μόχθος ἀνθρώπου εἰς στόμα αὐτοῦ, καί γε ἡ ψυχὴ οὐ πληρωθήσεται.
Καθε άπληστος άνθρωπος κοπιάζει και μοχθεί δι' ένα σκοπόν· να φάγη και να πίη. Και όμως η ψυχή του ποτέ δεν χορταίνει.
8 ὅτι τίς περισσεία τῷ σοφῷ ὑπὲρ τὸν ἄφρονα; διότι ὁ πένης οἶδε πορευθῆναι κατέναντι τῆς ζωῆς.
Ποία όμως είναι η υπεροχή του σοφού απέναντι του ασυνέτου; Ο σοφός, και αν ακόμη είναι πτωχός, γνωρίζει πως να πορεύεται τον δρόμον της ζωής του· ενώ ο ασύνετος το αγνοεί.
9 ἀγαθὸν ὅραμα ὀφθαλμῶν ὑπὲρ πορευόμενον ψυχῇ· καί γε τοῦτο ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος.
Προτιμότερον είναι το αγαθόν, το οποίον έχει κανείς τώρα ενώπιον των οφθαλμών του και το απολαμβάνει, παρά το μελλοντικόν, το οποίον φαντάζεται και προσμένει η ψυχή του. Αυτό είναι ματαιότης και κυνήγημα ανέμου.
10 Εἴ τι ἐγένετο, ἤδη κέκληται ὄνομα αὐτοῦ, καὶ ἐγνώσθη ὅ ἐστιν ἄνθρωπος, καὶ οὐ δυνήσεται κριθῆναι μετὰ τοῦ ἰσχυροτέρου ὑπὲρ αὐτόν·
Εκείνο που αποτελεί γεγονός και έχει λάβει ύπαρξιν, επήρεν επίσης και το όνομά του. Είναι γνωστή η ασθενής φύσις του ανθρώπου και δεν θα η μπορέση αυτός να αντιμετρηθή με τον ισχυρότερόν του, δηλαδή με τον Θεόν.
11 ὅτι εἰσὶ λόγοι πολλοὶ πληθύνοντες ματαιότητα. τί περισσὸν τῷ ἀνθρώπῳ;
Επομένως κάθε συζήτησις και αντιλογία των ανθρώπων προς τον Θεόν είναι ανωφελής και επιβλαβής. Ποία, λοιπόν, η ωφέλεια του ανθρώπου, ώστε να ομιλή έτσι προς τον Θεόν; Καμμία.
12 ὅτι τίς οἶδεν ἀγαθὸν τῷ ἀνθρώπῳ ἐν τῇ ζωῇ ἀριθμὸν ζωῆς ἡμερῶν ματαιότητος αὐτοῦ; καὶ ἐποίησεν αὐτὰ ἐν σκιᾷ· ὅτι τίς ἀπαγγελεῖ τῷ ἀνθρώπῳ, τί ἔσται ὀπίσω αὐτοῦ ὑπὸ τὸν ἥλιον;
Διότι ποιός γνωρίζει ακριβώς, τι είναι αγαθόν και συμφέρον στον άνθρωπον κατά τας ημέρας της ματαίας αυτού επιγείου ζωής; Αι ημέραι του παρέρχονται ωσάν σκια και ποιός θα αναγγείλη στον άνθρωπον, τι θα συμβή έπειτα από αυτόν εδώ εις την γην κάτω από τον ήλιον;
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα