ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΜΗ σπεῦδε ἐπὶ στόματί σου, καὶ καρδία σου μὴ ταχυνάτω τοῦ ἐξενέγκαι λόγον πρὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ· ὅτι ὁ Θεὸς ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω, καὶ σὺ ἐπὶ τῆς γῆς. διὰ τοῦτο ἔστωσαν οἱ λόγοι σου ὀλίγοι.
Ας μη σπεύδη το στόμα σου να ομιλήση, και η καρδία σου ας μη βιάζεται να βγάζη λόγια, όταν ευρίσκεσαι ενώπιον του Κυρίου. Διότι ο Θεός, ενώπιον του οποίου παρίστασαι, είναι επάνω στον ουρανόν άπειρος και μέγας. Και συ είσαι κάτω εις την γην μικρός. Δι' αυτό τα λόγια σου ενώπιον του Θεού ας είναι ολίγα και συνετά.
2 ὅτι παραγίνεται ἐνύπνιον ἐν πλήθει πειρασμοῦ καὶ φωνὴ ἄφρονος ἐν πλήθει λόγων.
Διότι όπως τα όνειρα τα παράλογα και ανόητα κατά κανόνα οφείλονται εις τας πολλάς βιοτικάς μερίμνας, έτσι και η προσευχή του άφρονος είναι ανόητος πολυλογία.
3 καθὼς ἂν εὔξῃ εὐχὴν τῷ Θεῷ, μὴ χρονίσῃς τοῦ ἀποδοῦναι αὐτήν, ὅτι οὐκ ἔστι θέλημα ἐν ἄφροσι· σὺ οὖν ὅσα ἐὰν εὔξῃ, ἀπόδος.
Οταν κατά την προσευχήν σου κάμης κάποιο τάξιμον στον Θεόν, μη βραδύνης να το εκπληρώσης. Διότι ο Θεός δεν ευαρεστείται στους αμυάλους, οι οποίοι τάζουν και δεν εκπληρώνουν το τάξιμό των. Συ όμως όσα θα τάξης πρέπει και να τα δόσης στον Θεόν.
4 ἀγαθὸν τὸ μὴ εὔξασθαί σε ἢ τὸ εὔξασθαί σε καὶ μὴ ἀποδοῦναι.
Προτιμότερον είναι να μη τάξης τίποτε, παρά να τάξης και να μη το εκπληρώσης.
5 μὴ δῷς τὸ στόμα σου τοῦ ἐξαμαρτῆσαι τὴν σάρκα σου καὶ μὴ εἴπῃς πρὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἄγνοιά ἐστιν, ἵνα μὴ ὀργισθῇ ὁ Θεὸς ἐπὶ φωνῇ σου καὶ διαφθείρῃ τὰ ποιήματα χειρῶν σου.
Μη αφήσης το στόμα σου κατά την ώραν της προσευχής να διαπράξη απέναντί σου το σφάλμα και να προβή εις μεγάλο τάξιμο, δια το οποίον δικαιολογούμενος ενώπιον του Θεού θα είπης ότι εξ αγνοίας έταξες ανεκπλήρωτον τάξιμον, δια να μη οργισθή ο Θεός εξ αιτίας της ακρίτου προσευχής σου και καταστρέψη τα έργα των χειρών σου.
6 ὅτι ἐν πλήθει ἐνυπνίων καὶ ματαιοτήτων καὶ λόγων πολλῶν, ὅτι σὺ τὸν Θεὸν φοβοῦ.
Οπως τα πλήθη των ονείρων είναι ματαιότης, έτσι και τα πολλά λόγια κατά την ώραν της προσευχής. Συ όμως πρέπει να ευλαβήσαι τον Θεόν και να προσεύχεσαι με σύνεσιν και φόβον.
7 Ἐὰν συκοφαντίαν πένητος καὶ ἁρπαγὴν κρίματος καὶ δικαιοσύνης ἴδῃς ἐν χώρᾳ, μὴ θαυμάσῃς ἐπὶ τῷ πράγματι· ὅτι ὑψηλὸς ἐπάνω ὑψηλοῦ φυλάξαι, καὶ ὑψηλοὶ ἐπ᾿ αὐτοῖς.
Εάν εις κάποιαν χώραν ίδης καταδυνάστευσιν πτωχού, κατάχρησιν και καταπάτησιν δικαιοσύνης, μη έκπλαγής δια το γεγονός αυτό. Διότι επάνω από τον ισχυρόν, που αδικεί τον πένητα, υπάρχει άλλος ισχυρότερος και άλλοι ακόμη ισχυρότεροι επάνω από αυτούς, οι οποίοι αδικούν και καταπιέζουν τους κατωτέρους των.
8 καὶ περισσεία γῆς ἐπὶ παντί ἐστι, βασιλεὺς τοῦ ἀγροῦ εἰργασμένου.
Είναι όμως πλεονέκτημα και συμφέρον δια μίαν εύφορον και καλλιεργημένην χώραν να έχη βασιλέα σοφόν και δίκαιον.
9 Ἀγαπῶν ἀργύριον οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου· καὶ τίς ἠγάπησεν ἐν πλήθει αὐτῶν γένημα; καί γε τοῦτο ματαιότης.
Εκείνος που αγαπά με πάθος τα χρήματα, δεν θα χορτάση ποτέ από χρήματα. Και ποίον κέρδος απεκόμισε κανείς από τα πολλά πλούτη και τους τόκους αυτών; Και αυτό το χρήμα είναι ματαιότης.
10 ἐν πλήθει ἀγαθωσύνης ἐπληθύνθησαν ἔσθοντες αὐτήν· καὶ τί ἀνδρεία τῷ παρ᾿ αὐτῆς ὅτι ἀλλ᾿ ἢ τοῦ ὁρᾶν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ;
Οπου υπάρχουν πολλά υλικά αγαθά, εκεί θα υπάρχουν και πολλοί, οι οποίοι θα τα κατατρώγουν. Και κατά τι θα ωφελήται ο κύριος των αγαθών αυτών; Θα βλέπη μόνον με τα μάτια του τους άλλους, να απολαμβάνουν τα ιδικά του αγαθά.
11 γλυκὺς ὕπνος τοῦ δούλου εἰ ὀλίγον καὶ εἰ πολὺ φάγεται· καὶ τῷ ἐμπλησθέντι τοῦ πλουτῆσαι οὐκ ἔστιν ἀφίων αὐτὸν τοῦ ὑπνῶσαι.
Ο ύπνος του δούλου είναι γλυκύς και αναπαυτικός, εάν είτε ολίγον είτε πολύ φάγη. Εκείνος όμως ο οποίος έχει γεμίσει από πλήθος υλικών αγαθών, δεν δύναται εξ αιτίας των φροντίδων του πλούτου, να εύρη γλυκύν ύπνον.
12 ἔστιν ἀρρωστία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, πλοῦτον φυλασσόμενον τῷ παρ᾿ αὐτοῦ εἰς κακίαν αὐτῷ,
Υπάρχει όμως και ένα άλλο κακόν, το οποίον εγώ είδα. Μια άλλη αρρώστια κάτω από τον ήλιον. Και αυτό είναι ο πλούτος, που φυλάσσεται και ο οποίος επιφυλάσσει βλάβας εις εκείνον, που τον έχει.
13 καὶ ἀπολεῖται ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος ἐν περισπασμῷ πονηρῷ, καὶ ἐγέννησεν υἱόν, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν χειρὶ αὐτοῦ οὐδέν.
Και ο πλούτος εκείνος θα χαθή εις μίαν κακήν ώραν. Ο δε τέως πλούσιος εγέννησε παιδί και δεν θα αφήση τίποτε από τα πλούτη του εις τα χέρια αυτού.
14 καθὼς ἐξῆλθεν ἀπὸ γαστρὸς μητρὸς αὐτοῦ γυμνός, ἐπιστρέψει τοῦ πορευθῆναι ὡς ἥκει, καὶ οὐδὲν οὐ λήψεται ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, ἵνα πορευθῇ ἐν χειρὶ αὐτοῦ.
Καθε άνθρωπος εβγήκε γυμνός από την κοιλίαν της μητρός του. Ετσι και γυμνός, όπως ήλθε, θα επιστρέψη εις την γην. Τιποτε από τους κόπους του δεν θα πάρη εις τα χέρια του, όταν πορευθή στον τάφον του.
15 καί γε τοῦτο πονηρὰ ἀρρωστία· ὥσπερ γὰρ παρεγένετο, οὕτως καὶ ἀπελεύσεται, καὶ τίς ἡ περισσεία αὐτοῦ, ᾗ μοχθεῖ εἰς ἄνεμον;
Τούτο δέ, η ιδιοτελής συγκέντρωσις μεγάλου πλούτου, είναι φοβερά αρρώστια, μεγάλη συμφορά. Διότι όπως γυμνός ήλθεν ο άνθρωπος στον κόσμον, έτσι και γυμνός θα απέλθη από αυτόν. Ποιά λοιπόν η ωφέλειά του από τα αγαθά των κόπων του, τα οποία διεσκόρπισεν ο άνεμος;
16 καί γε πᾶσαι αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ἐν σκότει καὶ ἐν πένθει καὶ θυμῷ πολλῷ καὶ ἀρρωστίᾳ καὶ χόλῳ.
Ολαι αι ημέραι της ζωής του αχορτάστου πλουσίου είναι βυθισμέναι στο σκότος, εις την λύπην εξ αιτίας του πλούτου του. Διέρχεται αυτάς με ταραχήν και οδύνην και πικρίαν.
17 Ἰδοὺ εἶδον ἐγὼ ἀγαθόν, ὅ ἐστι καλόν, τοῦ φαγεῖν καὶ τοῦ πιεῖν καὶ τοῦ ἰδεῖν ἀγαθωσύνην ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, ᾧ ἐὰν μοχθῇ ὑπὸ τὸν ἥλιον ἀριθμὸν ἡμερῶν ζωῆς αὐτοῦ, ὧν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός· ὅτι αὐτὸ μερὶς αὐτοῦ.
Ιδού όμως ποίον καλόν εγώ ευρήκα ως ευτυχίαν του ανθρώπου. Να φάγη και να πίη, να απολαύση τα υλικά αγαθά, τα οποία με τον δίκαιον κόπον του απέκτησεν εντίμως εργαζόμενος υπό τον ήλιον όλας τας ημέρας της ζωής του, τας οποίας του εχάρισεν ο Θεός. Αυτό θα είναι το μερίδιόν του και το κέρδος του.
18 καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ᾧ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεὸς πλοῦτον καὶ ὑπάρχοντα καὶ ἐξουσίασεν αὐτῷ φαγεῖν ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ λαβεῖν τὸ μέρος αὐτοῦ καὶ τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν μόχθῳ αὐτοῦ, τοῦτο δόμα Θεοῦ ἐστιν.
Εις άνθρωπον στον οποίον ο Θεός έδωκε πλούτον και αγαθά και του έδωκε συγχρόνως το δικαίωμα να τρώγη από αυτά, να τα κατέχη χωρίς αγωνιώδεις μερίμνας και να χαίρεται τα αγαθά των κόπων του, αυτό είναι δώρον του Θεού.
19 ὅτι οὐ πολλὰ μνησθήσεται τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ· ὅτι ὁ Θεὸς περισπᾷ αὐτὸν ἐν εὐφροσύνῃ καρδίας αὐτοῦ.
Αυτός ο άνθρωπος είναι ευτυχής, διότι δεν θα βασανίζεται με πλήθος προβλημάτων καθ' όλας τας ημέρας της ζωής του. Και τούτο, διότι ο Θεός του εδωσεν αυτήν την ευχάριστον απασχόλησιν. Να ευφραίνεται η καρδιά του με τα αγαθά του.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα