ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐπέστρεψα ἐγὼ καὶ εἶδον σὺν πάσας τὰς συκοφαντίας τὰς γενομένας ὑπὸ τὸν ἥλιον· καὶ ἰδοὺ δάκρυον τῶν συκοφαντουμένων, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς παρακαλῶν, καὶ ἀπὸ χειρὸς συκοφαντούντων αὐτοῖς ἰσχύς, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς παρακαλῶν.
Περιήλθον με τον νουν την οικουμένην και είδα όλας τας καταδυναστεύσεις, αι οποίαι έγιναν και γίνονται κάτω από τον ήλιον. Είδα τα δάκρυα των καταδυναστευομένων και δεν υπήρχε κανείς να τους βοηθήση και να τους παρηγορήση. Ο εκβιασμός και η καταδυνάστευσις αυτών προέρχεται εκ μέρους ισχυρών, αλλά αδίκων, ανθρώπων. Και δεν ευρίσκεται κανείς, ο οποίος να τους ενισχύση και παρηγορήση.
2 καὶ ἐπῃ£νεσα ἐγὼ σὺν πάντας τοὺς τεθνηκότας τοὺς ἤδη ἀποθανόντας ὑπὲρ τοὺς ζῶντας, ὅτι αὐτοὶ ζῶσιν ἕως τοῦ νῦν·
Και εμακάρισα εγώ τότε όλους τους νεκρούς, αυτούς οι οποίοι έχουν ήδη αποθάνει, περισσότερον από τους ζωντανούς, διότι αυτοί ζουν ακόμη μέχρι τώρα.
3 καὶ ἀγαθὸς ὑπὲρ τοὺς δύο τούτους ὅστις οὔπω ἐγένετο, ὃς οὐκ εἶδε σὺν τὸ ποίημα τὸ πονηρὸν τὸ πεποιημένον ὑπὸ τὸν ἥλιον.
Και εκ των δύο τούτων ευτυχέστερος είναι εκείνος, που δεν εγεννήθη ακόμη και δεν έλαβε πείραν των αδικιών, αι οποίαι γίνονται ανά την υφήλιον.
4 Καὶ εἶδον ἐγὼ σὺν πάντα τὸν μόχθον καὶ σὺν πᾶσαν ἀνδρείαν τοῦ ποιήματος, ὅτι αὐτὸ ζῆλος ἀνδρὸς ἀπὸ τοῦ ἑταίρου αὐτοῦ· καί γε τοῦτο ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος.
Είδα επίσης εγώ όλον τον μόχθον και όλην την δραστηριότητα των ανθρώπων δια τα έργα των. Και διεπίστωσα, ότι η δραστηριότης αυτή προκαλεί ζηλοφθονίαν και ανταγωνισμόν του ενός ανθρώπου εναντίον του άλλου. Και αυτό ακριβώς είναι ματαιότης· πνοή ανέμου που φεύγει.
5 ὁ ἄφρων περιέβαλε τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ ἔφαγε τὰς σάρκας αὐτοῦ.
Ο άμυαλος και τεμπέλης εσταύρωσε τα χέρια του και από την πείναν έλυωσαν αι σάρκες του.
6 ἀγαθὸν πλήρωμα δρακὸς ἀναπαύσεως ὑπὲρ πληρώματα δύο δρακῶν μόχθου καὶ προαιρέσεως πνεύματος.
Προτιμότερον εγώ θεωρώ μία χούφταν γεμάτην με αγαθά, αλλά με κάποιαν άνεσιν αποκτηθέντα, παρά δύο χούφτες αγαθών, που απεκτήθησαν με μόχθον και απληστίαν ψυχής.
7 Καὶ ἐπέστρεψα ἐγὼ καὶ εἶδον ματαιότητα ὑπὸ τὸν ἥλιον.
Περιήλθον εγώ τας κοινωνίας και είδα άλλας ματαιότητας ανά την υφηλιον.
8 ἔστιν εἷς, καὶ οὐκ ἔστι δεύτερος, καί γε υἱὸς καί γε ἀδελφὸς οὐκ ἔστιν αὐτῷ· καὶ οὐκ ἔστι πειρασμὸς τῷ παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, καί γε ὀφθαλμὸς αὐτοῦ οὐκ ἐμπίπλαται πλούτου. καί τίνι ἐγὼ μοχθῶ καὶ στερίσκω τὴν ψυχήν μου ἀπὸ ἀγαθωσύνης; καί γε τοῦτο ματαιότης καὶ περισπασμὸς πονηρός ἐστι.
Ευρίσκεται ένας και μόνος άνθρωπος, δεν έχει δεύτερον από την αυτήν στέγην, δεν υπάρχει εις αυτόν ούτε παιδί ούτε αδελφός· και εν τούτοις οι μόχθοι του είναι απεριόριστοι. Το μάτι του δεν χορταίνει από πλούτον και υλικά αγαθά. Ποτέ δεν εσκέφθη και δεν είπε· “δια ποίον, λοιπόν, εγώ κοπιάζω και στερώ την ζωήν μου από τα υλικά αγαθά;” Η άσβεστος αυτή επιθυμία των υλικών αγαθών είναι ματαία και καταθλιπτική προσπάθεια.
9 ἀγαθοὶ οἱ δύο ὑπὲρ τὸν ἕνα, οἷς ἐστιν αὐτοῖς μισθὸς ἀγαθὸς ἐν μόχθῳ αὐτῶν·
Ευτυχέστεροι και εξυπηρετικώτεροι, δια τον εαυτόν των είναι οι δύο από τον ένα. Διότι εις αυτούς, λόγω της συνεργασίας των, υπάρχει ο μισθός και η ανταμοιβή των κόπων των.
10 ὅτι ἐὰν πέσωσιν, ὁ εἷς ἐγερεῖ τὸν μέτοχον αὐτοῦ, καὶ οὐαὶ αὐτῷ τῷ ἑνί, ὅταν πέσῃ καὶ μὴ ᾖ δεύτερος ἐγεῖραι αὐτόν.
Εάν δε πέσουν, ο ένας θα τρέξη να σηκώση τον σύντροφόν του. Αλλοίμονον όμως στον ένα, όταν πέση και δεν θα είναι κανείς άλλος να τον σηκώση.
11 καί γε ἐὰν κοιμηθῶσι δύο, καὶ θέρμη αὐτοῖς· καὶ ὁ εἷς πῶς θερμανθῇ;
Εάν κοιμηθούν και οι δυό μαζή, θα ζεσταθούν· ο ενας μόνος του πως θα ζεσταθή;
12 καὶ ἐὰν ἐπικραταιωθῇ ὁ εἷς, οἱ δύο στήσονται κατέναντι αὐτοῦ, καὶ τὸ σπαρτίον τὸ ἔντριτον οὐ ταχέως ἀπορραγήσεται.
Και εάν παρουσιασθή εχθρός ικανός να επικρατήση εναντίον του ενός εξ αυτών, οι δύο μαζή θα αντιπαραταχθούν εναντίον του. Τριπλά στριμμένον σχοινίον δεν σπάζει εύκολα.
13 Ἀγαθὸς παῖς πένης καὶ σοφὸς ὑπὲρ βασιλέα πρεσβύτερον καὶ ἄφρονα, ὃς οὐκ ἔγνω τοῦ προσέχειν ἔτι·
Είναι ανώτερος ενας νεαρός και πτωχός, αλλά συνετός, άνθρωπος από βασιλέα γέροντα αλλά άμυαλον, ο οποίος δεν έμαθε να δίδη προσοχήν εις τας ορθάς υποδείξεις.
14 ὅτι ἐξ οἴκου τῶν δεσμίων ἐξελεύσεται τοῦ βασιλεῦσαι, ὅτι καί γε ἐν βασιλείᾳ αὐτοῦ ἐγενήθη πένης.
Ο νεαρός αλλά συνετός άνθρωπος, έστω και αν εγεννήθη εις τα δεσμά της δουλείας, δύναται να εξέλθη από αυτήν και να γίνη βασιλεύς, καίτοι κατά τα διάστημα της βασιλείας του ασυνέτου βασιλέως αυτός είχε γεννηθή πτωχός.
15 εἶδον σὺν πάντας τοὺς ζῶντας τοὺς περιπατοῦντας ὑπὸ τὸν ἥλιον μετὰ τοῦ νεανίσκου τοῦ δευτέρου, ὃς στήσεται ἀντ᾿ αὐτοῦ·
Είδα εγώ όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι ζουν εις την περιοχήν εκείνην να συντάσσωνται και να περικυκλώνουν τον δεύτερον, δηλαδή τον νεαρόν συνετόν άνθρωπον, ο οποίος έγινε βασιλεύς αντί του πρώτου.
16 οὐκ ἔστι περασμὸς τῷ παντὶ λαῷ, τοῖς πᾶσιν, ὅσοι ἐγένοντο ἔμπροσθεν αὐτῶν· καί γε οἱ ἔσχατοι οὐκ εὐφρανθήσονται ἐν αὐτῷ· ὅτι καί γε τοῦτο ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος.
Αναρίθμητα ήσαν τα πλήθη του λαού, που επροπορεύοντο έμπροσθεν από αυτόν και τον επευφημούσαν. Κατόπιν όμως οι μεταγενέστεροι δεν θα είναι ευχαριστημένοι με αυτόν. Θα έχη σβήσει ο ενθουσιασμός των· και τούτο είναι ματαιότης και κυνήγημα κενού αέρος.
17 Φύλαξον τὸν πόδα σου, ἐν ᾧ ἐὰν πορεύῃ εἰς οἶκον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐγγὺς τοῦ ἀκούειν· ὑπὲρ δόμα τῶν ἀφρόνων θυσία σου, ὅτι οὐκ εἰσὶν εἰδότες τοῦ ποιῆσαι κακόν.
Πρόσεξε καλά, όταν βαδίζης προς τον ναόν του Θεού πλησίαζε να ακούης και να υπακούης στον νόμον του Κυρίου. Η θυσία σου ας είναι ανωτέρα από τα δώρα των αμαρτωλών, οι οποίοι δεν έχουν συναίσθησιν, όταν πράττουν το κακόν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα