ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΜΥΙΑΙ θανατοῦσαι σαπριοῦσι σκευασίαν ἐλαίου ἡδύσματος· τίμιον ὀλίγον σοφίας ὑπὲρ δόξαν ἀφροσύνης μεγάλην,
Μυίγες, που εψόφησαν μέσα εις μυρωμένον έλαιον, το κανούν βρώμικον. Προτιμοτέρα είναι έστω και ολίγη σοφία, από την μεγάλην δόξαν των αφρόνων.
2 καρδία σοφοῦ εἰς δεξιὸν αὐτοῦ, καὶ καρδία ἄφρονος εἰς ἀριστερὸν αὐτοῦ·
Η καρδία του σοφού είναι πάντοτε εις τα δεξιά του, σκέπτεται, δηλαδή, τα ορθά και τα δίκαια. Η καρδία του ασυνέτου είναι εις τα αριστερά, σκέπτεται μωρά και επιβλαβή.
3 καί γε ἐν ὁδῷ ὅταν ἄφρων πορεύηται, καρδία αὐτοῦ ὑστερήσει, καὶ ἃ λογιεῖται πάντα ἀφροσύνη ἐστίν.
Και εις την πορείαν της καθημερινής του ζωής ο ασύνετος υστερεί εις ορθοφροσύνην, διότι όλα όσα συλλογίζεται είναι ανόητα και ασύνετα.
4 ἐὰν πνεῦμα τοῦ ἐξουσιάζοντος ἀναβῇ ἐπὶ σέ, τόπον σου μὴ ἀφῇς, ὅτι ἴαμα καταπαύσει ἁμαρτίας μεγάλας.
Εάν η οργή ενός άρχοντος εκσπάση και στραφή εναντίον σου, μη ταραχθής και μη δώσης αφορμήν, διότι η ηρεμία θα καταπαύση και θα προλάβη μεγάλα κακά.
5 ἔστι πονηρία, ἣν εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὡς ἀκούσιον ὃ ἐξῆλθεν ἀπὸ προσώπου ἐξουσιάζοντος·
Είδα εγώ και ένα άλλο κακόν κάτω από τον ήλιον εις την γην· το γεγονός ότι ενας άρχων απερισκέπτως εξουσιάζει και διατάσσει.
6 ἐδόθη ὁ ἄφρων ἐν ὕψεσι μεγάλοις, καὶ πλούσιοι ἐν ταπεινῷ καθήσονται.
Εις τους ασυνέτους δίδονται μερικές φορές υψηλά αξιώματα, ενώ αντιθέτως οι πλούσιοι κατά την γνώσιν και την σοφίαν κάθονται χαμηλότερα.
7 εἶδον δούλους ἐφ᾿ ἵππους καὶ ἄρχοντας πορευομένους ὡς δούλους ἐπὶ τῆς γῆς.
Είδα δούλους να κάθωνται επάνω εις μεγαλοπρεπείς ίππους, και πρώην άρχοντας να βαδίζουν με τα πόδια εις την γην ωσάν δούλοι.
8 ὁ ὀρύσσων βόθρον εἰς αὐτὸν ἐμπεσεῖται, καὶ καθαιροῦντα φραγμόν, δήξεται αὐτὸν ὄφις.
Εκείνος, που σκάπτει λάκκον δια τον άλλον, θα πέση ο ίδιος μέσα εις αυτόν. Εκείνον ο οποίος κρημνίζει αδίκως τον ξηρότοιχον από τον αγρόν του γείτονός του, δεν αποκλείεται να τον δαγκώση το φίδι.
9 ἐξαίρων λίθους διαπονηθήσεται ἐν αὐτοῖς, σχίζων ξύλα κινδυνεύσει ἐν αὐτοῖς.
Εκείνος που βγάζει και μεταφέρει λίθους, θα καταπονηθή. Και εκείνος που με το τσεκούρι σχίζει ξύλα, κινδυνεύει να κτυπηθή, αν δεν προσέξη.
10 ἐὰν ἐκπέσῃ τὸ σιδήριον, καὶ αὐτὸς πρόσωπον ἐτάραξε, καὶ δυνάμεις δυναμώσει, καὶ περισσεία τοῦ ἀνδρείου σοφία.
Εάν πεταχθή το σίδερο από το στυλιάρι, θα τρομάξη ο ξυλοκόπος και θα στενοχωρηθή και θα καταβάλη προσπαθείας να διορθώση το τσεκούρι του. Αυτό είναι σοφία και δραστηριότης του επιμελούς ξυλοκόπου.
11 ἐὰν δάκῃ ὄφις ἐν οὐ ψιθυρισμῷ, καὶ οὐκ ἔστι περισσεία τῷ ἐπᾳ£δοντι.
Εάν ενας οφιοδαμαστής δαγκωθή από το φίδι του, διότι δεν είπεν όπως έπρεπε τους μαγικούς ψιθυρισμούς, τίποτε πλέον δεν τον ωφελούν οι ψιθυρισμοί αυτοί.
12 λόγοι στόματος σοφοῦ χάρις, καὶ χείλη ἄφρονος καταποντιοῦσιν αὐτόν·
Τα λόγια του σοφού δίδουν ευχαρίστησιν και χαράν. Ενῷ τα λόγια του άφρονος θα καταποντίσουν και αυτόν τον ίδιον.
13 ἀρχὴ λόγων στόματος αὐτοῦ ἀφροσύνη, καὶ ἐσχάτη στόματος αὐτοῦ περιφέρεια πονηρά,
Απ' αρχής τα λόγια του άφρονος είναι αμυαλωσύνη, και έως τέλος είναι κακή και ανόητος παραφορά.
14 καὶ ὁ ἄφρων πληθύνει λόγους, οὐκ ἔγνω ἄνθρωπος τί τὸ γενόμενον, καὶ τί τὸ ἐσόμενον, ὅτι ὀπίσω αὐτοῦ, τίς ἀναγγελεῖ αὐτῷ;
Ο ασύνετος λέγει πάρα πολλά λόγια, είναι φλύαρος. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει ποιό είναι αυτό που τώρα γίνεται, τι είναι εκείνο που θα γίνη στο μέλλον, διότι δεν υπάρχει και κανείς να του αποκαλύψη αυτά.
15 μόχθος τῶν ἀφρόνων κοπώσει αὐτούς, ὃς οὐκ ἔγνω τοῦ πορευθῆναι εἰς πόλιν.
Ο κόπος της εργασίας καταδάλλει εύκολα τους ασυνέτους και ραθύμους. Ο άμυαλος και τεμπέλης δεν είναι ικανός ούτε εις την πόλιν να μεταβή, διότι φοβείται την κούρασιν.
16 οὐαί σοι, πόλις, ἧς ὁ βασιλεύς σου νεώτερος καὶ οἱ ἄρχοντές σου πρωΐ ἐσθίουσι.
Αλλοίμονον εις σέ, πόλις, η οποία έχεις βασιλέα νεαρόν και άπειρον και της οποίας οι άρχοντες παρακάθηνται από πρωΐας εις συμπόσια.
17 μακαρία σύ, γῆ, ἧς ὁ βασιλεύς σου υἱὸς ἐλευθέρων καὶ οἱ ἄρχοντές σου πρὸς καιρὸν φάγονται ἐν δυνάμει καὶ οὐκ αἰσχυνθήσονται.
Ευτυχισμένη είσαι συ, η χώρα, που έχεις βασιλέα υιόν ελευθέρων και ευσεβών ανθρώπων, οι δε άρχοντές σου τρώγουν με μέτρον εις την κατάλληλον ώραν. Αυτοί, βασιλεύς και άρχοντες, δεν θα εντροπιασθούν ποτέ.
18 ἐν ὀκνηρίαις ταπεινωθήσεται ἡ δόκωσις, καὶ ἐν ἀργίᾳ χειρῶν στάξει ἡ οἰκία.
Από την οκνηρίαν του οικοδεσπότου και των εργατών θα πέση η ξυλίνη σκέπη του σπιτιού. Και εξ αιτίας της τεμπελιάς των χειρών των η οικία θα σταλάζη.
19 εἰς γέλωτα ποιοῦσιν ἄρτον καὶ οἶνον καὶ ἔλαιον τοῦ εὐφρανθῆναι ζῶντας, καὶ τοῦ ἀργυρίου ταπεινώσει ἐπακούσεται τὰ πάντα.
Οι ασύνετοι άρχοντες κατά το διάστημα της ζωής των παραθέτουν πλούσια φαγητά και οίνον και πολύτιμα μύρα, δια να ευφραίνωνται, και γελούν. Με το αργύριόν των προσπαθούν να ταπεινώσουν και ταπεινώνουν τους πάντας και τα πάντα.
20 καί γε ἐν συνειδήσει σου βασιλέα μὴ καταράσῃ, καὶ ἐν ταμιείοις κοιτώνων σου μὴ καταράσῃ πλούσιον· ὅτι πετεινὸν τοῦ οὐρανοῦ ἀποίσει σὺν τὴν φωνήν σου, καὶ ὁ ἔχων τὰς πτέρυγας ἀπαγγελεῖ λόγον σου.
Συ όμως ούτε από μέσα σου μη σκεφθής και είπης κάτι κακόν εναντίον του βασιλέως· και στο εσωτερικώτερον δωμάτιόν σου, τον κοιτώνα σου, μη κατακρίνης τον πλούσιον άρχοντα. Διότι κάποιο πουλί του ουρανού θα μεταφέρη την κατηγορίαν σου προς αυτόν. Ο πτερωτός αυτός αγγελιαφόρος θα αναγγείλη εις εκείνον τα επικριτικά λόγια σου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα