ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΠΑΣΑΣ τὰς ἐντολάς, ἃς ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, φυλάξεσθε ποιεῖν, ἵνα ζῆτε καὶ πολυπλασιασθῆτε καὶ εἰσέλθητε καὶ κληρονομήσητε τὴν γῆν, ἣν ὤμοσε Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν τοῖς πατράσιν ὑμῶν.
Ολας αυτάς τας εντολάς, τας οποίας εγώ σήμερον σας δίδω φροντίσατε να τας τηρήσετε, δια να ζήτε ασφαλείς και μακροχρόνιοι και να πολλαπλασιασθήτε, να εισέλθετε και να κληρονομήσετε ως ιδικήν σας την χώραν, την οποίαν Κυριος ο Θεός σας ωρκίσθη στους προπάτοράς σας, ότι θα δώση εις σας.
2 καὶ μνησθήσῃ πᾶσαν τὴν ὁδόν, ἣν ἤγαγέ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὅπως ἂν κακώσῃ σε καὶ πειράσῃ σε καὶ διαγνωσθῇ τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ σου, εἰ φυλάξῃ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ ἢ οὔ.
Θα ενθυμήσθε όλην την πορείαν, κατά την οποίαν ο Κυριος και Θεός σας σας ωδηγούσε δια μέσου της ερήμου δια να σας ταλαιπωρήση παιδαγωγικώς και σας υποβάλη εις δοκιμασίας, δια να φανερωθούν έτσι αι διαθέσεις της καρδίας σας, εάν δηλαδή θα είχατε την απόφασιν να τηρήσετε η όχι τας εντολάς του.
3 καὶ ἐκάκωσέ σε καὶ ἐλιμαγχόνησέ σε καὶ ἐψώμισέ σε τὸ μάννα, ὃ οὐκ ᾔδεισαν οἱ πατέρες σου, ἵνα ἀναγγείλῃ σοι, ὅτι οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ρήματι τῷ ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος.
Σας εταλαιπώρησε, σας αφήκε να πεινάσετε και κατόπιν σας έδωσε ως καθημερινόν σας ψωμί το μάννα, το οποίον δεν εγνώριζαν οι προπάτορές σας, δια να διδάξη εις σας, ότι δέιν ζη ο άνθρωπος μόνον με τον συνήθη άρτον,άλλα ζη και με κάθε λόγον, ο οποίος εξέρχεται από το στόμα του Θεού (με θαύματα δηλαδή που κάνει ο Θεός).
4 τὰ ἱμάτιά σου οὐκ ἐπαλαιώθη ἀπὸ σοῦ, τὰ ὑποδήματά σου οὐ κατετρίβη ἀπὸ σοῦ, οἱ πόδες σου οὐκ ἐτυλώθησαν, ἰδοὺ τεσσαράκοντα ἔτη.
Και ιδού ότι επί τεσσαράκοντα έτη τα ενδύματά σας και τα υποδήματά σας δεν επάληωσαν και δεν εφθάρησαν, τα δε πόδια σας δεν έκαμαν κάλους.
5 καὶ γνώσῃ τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὡς εἴ τις ἄνθρωπος παιδεύσῃ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, οὕτω Κύριος ὁ Θεός σου παιδεύσει σε,
Από όλα αυτά θα μάθετε, ότο, όπως ένας πατέρας θα παιδαγωγήση τα παιδί του δια μέσου διαφόρων δοκιμασιών, έτσι και Κυριος ο Θεός σας δια των θλίψεων θα σας παιδαγωγήση.
6 καὶ φυλάξῃ τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου πορεύεσθαι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ φοβεῖσθαι αὐτόν·
Αυτά έχοντες υπ' όψει, θα φυλάξετε τας εντολάς Κυρίου του Θεού σας, ώστε να πορεύεσθε την οδόν των εντολών του και να φοβείσθε αυτόν.
7 ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεός σου εἰσάξει σε εἰς γῆν ἀγαθὴν καὶ πολλήν, οὗ χείμαρροι ὑδάτων καὶ πηγαὶ ἀβύσσων ἐκπορευόμεναι διὰ τῶν πεδίων καὶ διὰ τῶν ὀρέων·
Διότι Κυριος ο Θεός σας θα σας εισαγάγη εις την γην, την εύφορον και μεγάλην, όπου υπάρχουν άφθονα ύδατα χειμάρρων και πηγαί αναβλύζουσαι από τα έγκατα της γης, των οποίων τα ύδατα θα ρέουν δια μέσου των πεδιάδων και επάνω ακόμη εις τα όρη.
8 γῆ πυροῦ καὶ κριθῆς, ἄμπελοι, συκαῖ, ροαί, γῆ ἐλαίας ἐλαίου καὶ μέλιτος·
Η γη αυτή παράγει σίτον και κριθήν, έχει αμπέλους, συκιές και ροδιές· είναι γη της εληάς, του λαδιού και του μέλιτος.
9 γῆ, ἐφ᾿ ἧς οὐ μετὰ πτωχείας φαγῇ τὸν ἄρτον σου καὶ οὐκ ἐνδεηθήσῃ ἐπ᾿ αὐτῆς οὐδέν· γῆ, ἧς οἱ λίθοι σίδηρος, καὶ ἐκ τῶν ὀρέων αὐτῆς μεταλλεύσεις χαλκόν·
Χωρα, επί της οποίας δεν θα τρώγετε ολιγοστόν τον άρτον σας και δεν θα στερηθήτε τίποτε από αυτήν. Είναι χώρα, της οποίας οι λίθοι είναι ωσάν σίδηρος και από τα όρη αυτής θα βγάνετε μεταλλεύματα χαλκού.
10 καὶ φαγῇ καὶ ἐμπλησθήσῃ καὶ εὐλογήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐπὶ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς, ἧς δέδωκέ σοι.
Θα φάτε και θα χορτάσετε και θα δοξολογήσετε Κυριον τον Θεόν σας, εγκατεστημένοι πλέον εις την εύφορον και πλουσίαν αυτήν γην, την οποίαν ο Κυριος σας έδωσε.
11 πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἐπιλάθῃ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τοῦ μὴ φυλάξαι τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ καὶ τὰ κρίματα καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον,
Προσέχετε όμως στον εαυτόν σας, μήπως τυχόν και λησμονήσετε Κυριον τον Θεόν σας και δεν τηρήσετε τας εντολάς αυτού, τας διατάξεις και τους νόμους του, όσα εγώ σήμερον σας παραγγέλλω.
12 μὴ φαγὼν καὶ ἐμπλησθεὶς καὶ οἰκίας καλὰς οἰκοδομήσας καὶ κατοικήσας ἐν αὐταῖς
Προσέχετε, μήπως, αφού φάγετε καλά και χορτασθήτε και οικοδομήσετε ωραίας και ανέτους οικίας και εγκατασταθήτε εις αυτάς,
13 καὶ τῶν βοῶν σου καὶ τῶν προβάτων σου πληθυνθέντων σοι, ἀργυρίου καὶ χρυσίου πληθυνθέντος σοι καὶ πάντων, ὅσων σοι ἔσται, πληθυνθέντων σοι,
πολλαπλασιασθούν δε τα βόδια σας και τα πρόβατά σας, πληθυνθή το αργύριον και το χρυσάφι σας και γενικώς αυξηθούν όλα τα υπάρχοντά σου,
14 ὑψωθῇς τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιλάθῃ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τοῦ ἐξαγαγόντος σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας,
μήπως τυχόν και υπερηφανευθή η καρδία σας και λησμονήσετε Κυριον τον Θεόν σας, ο οποίος σας ηλευθέρωσε από την Αίγυπτον, την χώραν αυτήν της δουλείας,
15 τοῦ ἀγαγόντος σε διὰ τῆς ἐρήμου τῆς μεγάλης καὶ τῆς φοβερᾶς ἐκείνης, οὗ ὄφις δάκνων καὶ σκορπίος καὶ δίψα, οὗ οὐκ ἦν ὕδωρ, τοῦ ἐξαγαγόντος σοι ἐκ πέτρας ἀκροτόμου πηγὴν ὕδατος,
σας ωδήγησε δια μέσου της μεγάλης εκείνης και φοβεράς ερήμου, όπου τα δηλητηριώδη φίδια και οι σκορπιοί και η δίψα, εις τας περιοχάς που δεν υπήρχε ύδωρ· προσέχετε μήπως λησμονήσετε τον Θεόν, ο οποίος έβγαλε από απόκρημνον βράχον πλουσίαν πηγήν ύδατος·
16 τοῦ ψωμίσαντός σε τὸ μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὃ οὐκ ᾔδεις σὺ καὶ οὐκ ᾔδεισαν οἱ πατέρες σου, ἵνα κακώσῃ σε καὶ ἐκπειράσῃ σε καὶ εὖ σε ποιήσῃ ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν σου.
τον Θεόν, ο οποίος αντί άρτου σας έδωσε εις την έρημον το μάννα, το οποίον ούτε σεις ούτε οι πρόγονοί σας εγνωρίσατε, και σας έστειλε δσκιμασίας, δια να σας θλίψη και καταρτίση, έπειτα δε κατά τους τελευταίους τούτους καιρούς, να σας ευλογήση.
17 μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου· ἡ ἰσχύς μου καὶ τὸ κράτος τῆς χειρός μου ἐποίησέ μοι τὴν δύναμιν τὴν μεγάλην ταύτην·
Προσέξατε μήπως τυχόν και πήτε κατά διάνοιαν· Η ισχύς μου και η δύναμις της χειρός μου, μου προσεπόρισαν την μεγάλην αυτήν ευημερίαν.
18 καὶ μνησθήσῃ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ὅτι αὐτός σοι δίδωσιν ἰσχὺν τοῦ ποιῆσαι δύναμιν καὶ ἵνα στήσῃ τὴν διαθήκην αὐτοῦ, ἣν ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσι σου, ὡς σήμερον.
Αλλά πρέπει να ενθυμήσθε Κυριον τον Θεόν σας, διότι αυτός σας έδωκε την δύναμιν να αποκτήσετε τα πλούσια αυτά αγαθά, δια να τηρήση την υπόσχεσίν του, που είχε δώσει με όρκον στους προπάτοράς σας, πράγμα το οποίον και έκαμε σήμερον.
19 καὶ ἔσται ἐὰν λήθῃ ἐπιλάθῃ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ πορευθῇς ὀπίσω θεῶν ἑτέρων καὶ λατρεύσῃς αὐτοῖς καὶ προσκυνήσῃς αὐτοῖς, διαμαρτύρομαι ὑμῖν σήμερον τόν τε οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, ὅτι ἀπωλείᾳ ἀπολεῖσθε·
Εάν όμως λησμονήσετε Κυριον τον Θεόν σας, εκτραπήτε δε οπίσω άλλων ψευδών θεών και λατρεύσετε αυτούς και προσκυνήσετε αυτούς, σας διαβεβαιώνω σήμερον ενώπιον του ουρανού και της γης, ότι θα υποστήτε πανωλεθρίαν.
20 καθὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη, ὅσα Κύριος ὁ Θεὸς ἀπολλύει πρὸ προσώπου ὑμῶν, οὕτως ἀπολεῖσθε, ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἠκούσατε τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν.
Οπως Κυριος ο Θεός καταστρέφει σήμερον από εμπρός σας τα αλλά έθνη δια τας αμαρτίας των, έτσι και σεις θα καταστραφήτε, διότι δεν ηκούσατε τα λόγια Κυρίου του Θεού σας.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα