ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ αὕτη ἡ εὐλογία ἣν ηὐλόγησε Μωυσῆς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ πρὸ τῆς τελευτῆς αὐτοῦ·
Αυτή δε είναι η ευλογία, με την οποίαν ο Μωϋσής, ο άνθρωπος του Θεού, ευλόγησε τους Ισραηλίτας προ της τελευτής του,
2 καὶ εἶπε· Κύριος ἐκ Σινὰ ἥκει καὶ ἐπέφανεν ἐκ Σηεὶρ ἡμῖν καὶ κατέσπευσεν ἐξ ὄρους Φαρὰν σὺν μυριάσι Κάδης, ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ.
και είπε· “ο Κυριος ήλθεν από το όρος Σινά, έλαμψεν η παρουσία του προς σας στο όρος Σηείρ, έφθασε ταχέως στο οροπέδιον Φαράν, εφάνηκε με τας μυριάδας των αγγέλων του ως συνοδούς του εις Καδης· μαζή του και εκ δεξιών του υπήρχον τα τάγματα των αγγέλων.
3 καὶ ἐφείσατο τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, καὶ πάντες οἱ ἡγιασμένοι ὑπὸ τὰς χεῖράς σου· καὶ οὗτοι ὑπὸ σέ εἰσι, καὶ ἐδέξατο ἀπὸ τῶν λόγων αὐτοῦ
Ελυπήθη ο Κυριος τον λαόν του και τον έσωσε. Ολοι αυτοί οι Ισραηλίται, οι αφιερωμένοι εις σέ, ευρίσκονται υπό την προστασίαν σου· επήραν από το στόμα αυτού του Θεού
4 νόμον, ὃν ἐνετείλατο ἡμῖν Μωυσῆς, κληρονομίαν συναγωγαῖς Ἰακώβ.
νόμον, τον οποίον διέταξεν ο Μωϋσής εις ημάς ως πολύτιμον πνευματικήν κληρονομίαν δια τας φυλάς του Ιακώβ.
5 καὶ ἔσται ἐν τῷ ἠγαπημένῳ ἄρχων, συναχθέντων ἀρχόντων λαῶν ἅμα φυλαῖς Ἰσραήλ.
Αυτός ο Θεός θα είναι άρχων του ηγαπημένου του ισραηλιτικού λαού τώρα, αλλά και όταν αι φυλαί του Ισραήλ και οι άρχοντές των συναχθούν εις την γην της Επαγγελίας.
6 ζήτω Ρουβὴν καὶ μὴ ἀποθανέτω καὶ ἔστω πολὺς ἐν ἀριθμῷ.
Ας ζη η φυλή του Ρουβήμ και ας μη αποθάνη και πολυάριθμοι ας είναι οι απόγονοί της.
7 καὶ αὕτη Ἰούδα. εἰσάκουσον, Κύριε, φωνῆς Ἰούδα, καὶ εἰς τὸν λαὸν αὐτοῦ εἰσέλθοισαν· αἱ χεῖρες αὐτοῦ διακρινοῦσιν αὐτῷ, καὶ βοηθὸς ἐκ τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ ἔσῃ.
Ιδού και η ευλογία του Ιούδα· Ακουσον, Κυριε, την δέησιν του Ιούδα. Ας ενταχθή και η φυλή αυτή στον λαόν του Θεού, τα χέρια των ανδρών αυτής θα διοικούν τον λαόν και συ ο Θεός θα είσαι βοηθός του λαού αυτού εναντίον των εχθρών του”.
8 καὶ τῷ Λευὶ εἶπε· δότε Λευὶ δήλους αὐτοῦ καὶ ἀλήθειαν αὐτοῦ, τῷ ἀνδρὶ τῷ ὁσίῳ, ὃν ἐπείρασαν αὐτὸν ἐν πείρᾳ, ἐλοιδόρησαν αὐτὸν ἐπὶ ὕδατος ἀντιλογίας·
Δια δε την φυλήν του Λευϊ είπεν ο Μωϋσής· “δώσατε στον από την φυλήν του Λευϊ καταγόμενον όσιον άνδρα, στον Ααρών τον οποίον οι Ισραηλίται έθλιψαν στον τόπον του “Πειρασμού”, τον ενέπαιξαν στο “Υδωρ της αντιλογίας”, δώσατε ως αρχιερατικά διάσημά του την “Δηλωσιν” και την “Αλήθειαν”.
9 ὁ λέγων τῷ πατρὶ καὶ τῇ μητρί· οὐχ ἑώρακά σε, καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ οὐκ ἐπέγνω καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ἀπέγνω· ἐφύλαξε τὰ λόγιά σου καὶ τὴν διαθήκην σου διετήρησε.
Η φυλή του Λευϊ γεμάτη ιερόν ζήλον είπε κατά την κατασκευήν του χρυσού μόσχου, προς τους στενωτάτους συγγενείς, τα τέκνα προς τον πατέρα και την μητέρα· Δεν σε έχω ίδει άλλην φοράν· προς τους αδελφούς· Δεν σας αναγνωρίζω ως αδελφούς· και προς τους υιούς· σας απαρνούμαι. Η φυλή του Λευϊ με την σαμπεριφοράν της αυτήν εφύλαξε τα λόγια σου, ετήρησε την διαθήκην σου.
10 δηλώσουσι τὰ δικαιώματά σου τῷ Ἰακὼβ καὶ τὸν νόμον σου τῷ Ἰσραήλ· ἐπιθήσουσι θυμίαμα ἐν ὀργῇ σου διὰ παντὸς ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου.
Οι Λευΐται θα διδάξουν και θα κάμουν γνωστά στους Ισραηλίτας τας εντολάς και τους νόμους σου αυτοί θα θέτουν θυμίαμα πάντοτε στο θυσιαστήριόν σου, δια να σε εξευμενίζουν, όταν δικαίως οργίζεσαι κατά των Ισραηλιτών.
11 εὐλόγησον, Κύριε, τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ καὶ τά ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ δέξαι· κάταξον ὀσφὺν ἐχθρῶν ἐπανεστηκότων αὐτῷ, καὶ οἱ μισοῦντες αὐτὸν μὴ ἀναστήτωσαν.
Ευλόγησε λοιπόν, Κυριε, και ενίσχυσε την δύναμιν της φυλής αυτής και πρόσδεξαι τας θυσίας των χειρών των. Συντριψε την σπονδυλικήν στήλην των εχθρών της, οι οποίοι ήθελον επαναστατήσει εναντίον αυτής. Οσοι δε μισούν αυτήν την φυλήν ας μη σηκωθούν ποτέ από το χώμα”.
12 καὶ τῷ Βενιαμὶν εἶπεν· ἠγαπημένος ὑπὸ Κυρίου κατασκηνώσει πεποιθώς, καὶ ὁ Θεὸς σκιάζει ἐπ᾿ αὐτῷ πάσας τὰς ἡμέρας, καὶ ἀνὰ μέσον τῶν ὤμων αὐτοῦ κατέπαυσε.
Εις δε την φυλήν Βενιαμίν είπε· “αγαπημένη από τον Θεόν αυτή η φυλή θα κατοική με πίστιν και πεποίθησιν, ο δε Θεός θα σκεπάζη προστατευτικώς αυτήν όλας τας ημέρας και ασφαλή θα την φέρη στον ωμόν του και θα την αναπαύση”.
13 καὶ τῷ Ἰωσὴφ εἶπεν· ἀπ᾿ εὐλογίας Κυρίου ἡ γῆ αὐτοῦ, ἀπὸ ὡρῶν οὐρανοῦ καὶ δρόσου καὶ ἀπὸ ἀβύσσων πηγῶν κάτωθεν
Εις δε την φυλήν του Ιωσήφ είπε· “ευλογημένη από τον Κυριον και πλουσία θα είναι η χώρα της φυλής αυτής· θα απολαμβάνη τας δωρεάς των εποχών του ουρανού, την ευεργετικήν δρόσον και τα πηγαία ύδατα, που θα αναβλύζουν από την γην.
14 καὶ καθ᾿ ὥραν γενημάτων ἡλίου τροπῶν καὶ ἀπὸ συνόδων μηνῶν,
Από τα προϊόντα εκάστης εποχής, η οποία θα κανονίζεται από τας θέσστου ηλίου και την διαδοχήν των μηνών,
15 ἀπὸ κορυφῆς ὀρέων ἀρχῆς καὶ ἀπὸ κορυφῆς βουνῶν ἀενάων
από τους καρπούς της κορυφής αιωνοβίων ορέων, από τους καρπούς αρχαιοτάτων λόφων·
16 καὶ καθ᾿ ὥραν γῆς πληρώσεως. καὶ τὰ δεκτὰ τῷ ὀφθέντι ἐν τῇ βάτῳ ἔλθοισαν ἐπὶ κεφαλὴν Ἰωσήφ, καὶ ἐπὶ κορυφῆς δοξασθεὶς ἐπ᾿ ἀδελφοῖς.
εις εκάστην εποχήν η χώρα της φυλής αυτής θα είναι γεμάτη από αγαθά. Και κάθε τι άλλο ευάρεστον στον Θεόν, ο οποίος είχε παρουσιασθή εις την βάτον, ας έλθη ως ευλογία εις την κεφαλήν του Ιωσήφ, εις την φυλήν εκείνου ο οποίος είχε δοξασθή μεταξύ των αδελφών του.
17 πρωτότοκος ταύρου τὸ κάλλος αὐτοῦ, κέρατα μονοκέρωτος τὰ κέρατα αὐτοῦ· ἐν αὐτοῖς ἔθνη κερατιεῖ ἅμα ἕως ἀπ᾿ ἄκρου γῆς. αὗται μυριάδες Ἐφραΐμ, καὶ αὗται χιλιάδες Μανασσῆ.
Θα είναι ρωμαλέα και ωραία ωσάν τον πρωτότοκον μόσχον ταύρου, η δύναμίς της, ωσάν την δύναμιν του μονοκέρωτος. Με την ισχύν της θα καταβάλη συγχρόνως λαούς μέχρι των άκρων της γης. Τέτοιοι θα είναι οι αναρίθμητοι απόγονοι της φυλής του Εφραίμ και τέτοιοι θα είναι αι χιλιάδες απόγονοι του Μανασσή, των δύο αυτών τέκνων του Ιωσήφ”.
18 καὶ τῷ Ζαβουλὼν εἶπεν· εὐφράνθητι, Ζαβουλών, ἐν ἐξοδίᾳ σου καὶ Ἰσσάχαρ ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτοῦ.
Δια δε την φυλήν του Ζαβουλών είπεν· “ας ευφρανθή ο Ζαβουλών με τα ταξίδια και τας συναλλαγάς του προς άλλους λαούς και ο Ισσάχαρ εις τας αγροτικάς του περιοχάς.
19 ἔθνη ἐξολοθρεύσουσι, καὶ ἐπικαλέσεσθε ἐκεῖ καὶ θύσετε ἐκεῖ θυσίαν δικαιοσύνης, ὅτι πλοῦτος θαλάσσης θηλάσει σε καὶ ἐμπόρια παράλιον κατοικούντων.
Πολλούς εχθρικούς λαούς θα καταστρέψουν αι δύο αυταί φυλαί. Εις τα μέρη εκείνα θα προσφέρετε θυσίαν δικαιοσύνης προς τον Θεόν και θα επικαλήσθε το όνομά του. Θα απολαύσετε τον πλούτον της θαλάσσης και το εμπόριον αυτών, που κατοικούν εις τας παραλίας”.
20 καὶ τῷ Γὰδ εἶπεν· εὐλογημένος ἐμπλατύνων Γάδ· ὡς λέων ἐνεπαύσατο, συντρίψας βραχίονα καὶ ἄρχοντα.
Δια την φυλήν του Γαδ είπε· “δοξασμένος ας είναι ο Θεός, ο οποίος ευρύνει την περιοχήν της φυλής Γαδ. Η φυλή αυτή, αφού ως λέων συνέτριψεν εχθρικάς χείρας και άρχοντας λαών, ανεπαύθη.
21 καὶ εἶδεν ἀπαρχὴν αὐτοῦ, ὅτι ἐκεῖ ἐμερίσθη γῆ ἀρχόντων συνηγμένων ἅμα ἀρχηγοῖς λαῶν· δικαιοσύνην Κύριος ἐποίησε καὶ κρίσιν αὐτοῦ μετὰ Ἰσραήλ.
Είδε και επροτίμησε τας πρώτας ευφόρους κατακτήσεις των Ισραηλιτών ανατολικώς του Ιορδάνου, έλαβεν ως μερίδιόν της αυτήν την γην εις συγκέντρωσιν των αρχόντων του Ισραήλ, του Μωϋσέως και του Ιησού του Ναυή μαζή με τους αρχηγούς των φυλών. Ο Κυριος δικαίαν κρίσιν και απόφασιν έκαμε δια την φυλήν αυτήν, όπως και αυτή δικαίως και φιλαδέλφως έφερθη προς τας άλλας φυλάς”.
22 καὶ τῷ Δὰν εἶπε· Δὰν σκύμνος λέοντος καὶ ἐκπηδήσεται ἐκ τοῦ Βασάν.
Δια την φυλήν Δαν είπε· “η φυλή Δαν είναι νεαρός λέων, ορμά από την χώραν Βασάν”.
23 καὶ τῷ Νεφθαλὶ εἶπε· Νεφθαλὶ πλησμονὴ δεκτῶν καὶ ἐμπλησθήτω εὐλογίας παρὰ Κυρίου· θάλασσαν καὶ λίβα κληρονομήσει.
Δια την φυλήν του Νεφθαλι είπε· “Νεφθαλί, γεμάτη από θείας ευλογίας, ας χορτάση από τας δωρεάς του Κυρίου. Θα πάρη ως κληρονομίας της περιοχάς προς θάλασσαν και προς Νοτον”.
24 καὶ τῷ Ἀσὴρ εἶπεν· εὐλογημένος ἀπὸ τέκνων Ἀσὴρ καὶ ἔσται δεκτὸς τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ. βάψει ἐν ἐλαίῳ τὸν πόδα αὐτοῦ·
Δια την φυλήν Ασήρ είπεν· “ευλογημένη η φυλή Ασήρ μεταξύ των άλλων φυλών. Θα είναι η ευνοουμένη και αγαπημένη μεταξύ των άλλων φυλών· η περιοχή της θα είναι πλουσία εις ελαιόδενδρα.
25 σίδηρος καὶ χαλκὸς τὸ ὑπόδημα αὐτοῦ ἔσται, ὡς αἱ ἡμέραι σου ἡ ἰσχύς σου.
Το υπόδημά της θα είναι από σίδηρον και χαλκόν· η δύναμίς της θα είναι καθ' όλην την διάρκειαν της ζωής της.
26 οὔκ ἐστιν ὥσπερ ὁ Θεὸς τοῦ ἠγαπημένου· ὁ ἐπιβαίνων ἐπὶ τὸν οὐρανὸν βοηθός σου καὶ ὁ μεγαλοπρεπὴς τοῦ στερεώματος.
Δεν υπάρχει άλλος Θεός, όπως ο Θεός του αγαπημένου ισραηλιτικού λαού. Ο Θεός, που επιβαίνει εις τα νέφη του ουρανού και είναι μεγαλοπρεπής στο στερέωμα της γης, θα έρχεται εις βοήθειάν σου.
27 καὶ σκεπάσει σε Θεοῦ ἀρχὴ καὶ ὑπὸ ἰσχὺ βραχιόνων ἀενάων καὶ ἐκβαλεῖ ἀπὸ προσώπου σου ἐχθρὸν λέγων· ἀπόλοιο.
Θα σε προστατεύση η εξουσία του Θεού, οι αιώνιοι ακατανίκητοι βραχίονές του. Αυτός θα εκδιώξη από εμπρός σου τους εχθρούς σου λέγων· “Κρημνισθήτε εις την καταιστροφήν !
28 καὶ κατασκηνώσει Ἰσραὴλ πεποιθὼς μόνος ἐπὶ γῆς Ἰακώβ, ἐπὶ σίτῳ καὶ οἴνῳ, καὶ ὁ οὐρανὸς αὐτῷ συνεφφὴς δρόσῳ.
Θα κατοικήση ο Ισραηλιτικός λαός ασφαλής και σταθερός εις την γην του Ιακώβ, η οποία θα είναι πλουσία εις σίτον και οίνον, ο δε ουρανός της θα στέλλη από τα νέφη του την κατάλληλον βροχήν.
29 μακάριος σύ, Ἰσραήλ· τίς ὅμοιός σοι λαὸς σωζόμενος ὑπὸ Κυρίου; ὑπερασπιεῖ ὁ βοηθός σου, καὶ ἡ μάχαιρα καύχημά σου· καὶ ψεύσονταί σε οἱ ἐχθροί σου, καὶ σὺ ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτῶν ἐπιβήσῃ.
Μακάριος είσαι συ, λαέ του Ισραήλ. Ποιός άλλος λαός είναι όμοιος με σέ, ο οποίος ευρίσκεις και ασφαλίζεις την σωτηρίαν σου υπό του Κυρίου; Ο Θεός, ο βοηθός σου, θα σε υπερασπίζεται και τότε η μαχαιρά σου θα είναι καύχημα νίκης δια σέ. Οι εχθροί σου θα πλανηθούν και θα ομιλήσουν ψεέδη δια σέ, αλλά συ θα πατήσης επάνω στον τράχηλόν των” !
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα