ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΟΥ λήψεται ἄνθρωπος τὴν γυναῖκα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ οὐκ ἀποκαλύψει συγκάλυμμα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.
Δεν επιτρέπεται εις κανένα να λάβη ως σύζυγόν του την γυναίκα του πατρός του και να ανασύρη έτσι από αυτήν το κάλυμμα του πατρός του.
2 Οὐκ εἰσελεύσεται θλαδίας οὐδὲ ἀποκεκομμένος εἰς τὴν ἐκκλησίαν Κυρίου.
Δεν επιτρέπεται εις συγκεντρώσεις ενώπιον του Κυρίου να προσέρχεται άνθρωπος, του οποίου τα απόκρυφα μέλη είναι σπασμένα η κομμένα.
3 οὐκ εἰσελεύσεται ἐκ πόρνης εἰς ἐκκλησίαν Κυρίου.
Επίσης εις τας συναθροίσεις αυτάς δεν επιτρέπεται να προσέλθη νόθος, υιός πόρνης.
4 οὐκ εἰσελεύσεται Ἀμμανίτης καὶ Μωαβίτης εἰς ἐκκλησίαν Κυρίου· καὶ ἕως δεκάτης γενεᾶς οὐκ εἰσελεύσεται εἰς τὴν ἐκκλησίαν Κυρίου καὶ ἕως εἰς τὸν αἰῶνα,
Εις την ενώπιον του Κυρίου συνάθροισιν δεν επιτρέπεται να προσέλθη Αμμανίτης και Μωαβίτης και έως δεκάτης ακόμη γενεάς. Εις τον αιώνα τον άπαντα δεν θα εισέλθη κανείς από αυτούς εις συγκέντρωσιν Κυρίου.
5 παρὰ τὸ μὴ συναντῆσαι αὐτοὺς ὑμῖν μετὰ ἄρτων καὶ ὕδατος ἐν τῇ ὁδῷ, ἐκπορευομένων ὑμῶν ἐξ Αἰγύπτου, καὶ ὅτι ἐμισθώσαντο ἐπὶ σὲ τὸν Βαλαὰμ υἱὸν Βεὼρ ἐκ τῆς Μεσοποταμίας καταρᾶσθαί σε·
Και τούτο, διότι αυτοί δέν σας υπήντησαν με άρτους και ύδωρ στον δρόμον σας, όταν εφεύγατε από την Αίγυπτον, και διότι ακόμη επλήρωσαν τον Βαλαάμ, υιόν του Βεώρ από την Μεσοποταμίαν, δια να σας καταρασθή.
6 καὶ οὐκ ἠθέλησε Κύριος ὁ Θεός σου εἰσακοῦσαι τοῦ Βαλαάμ, καὶ μετέστρεψε Κύριος ὁ Θεός σου τὰς κατάρας εἰς εὐλογίαν, ὅτι ἠγάπησέ σε Κύριος ὁ Θεός σου.
Κυριος όμως ο Θεός σου δεν ηθέλησε να ακούση τον Βαλαάμ, αλλά μετέστρεψε τας κατάρας του Βαλαάμ εις ευλογίαν, διότι σε ηγάπησε Κυριος ο Θεός σου.
7 οὐ προσαγορεύσεις εἰρηνικὰ αὐτοῖς καὶ συμφέροντα αὐτοῖς πάσας τὰς ἡμέρας σου εἰς τὸν αἰῶνα.
Δεν θα έχης ειρηνικάς ομιλίας και σχέσεις με αυτούς· ούτε και θα επιδιώξης ποτέ στον αιώνα να εξυπηρετήσης τα συμφέροντά των.
8 οὐ βδελύξῃ Ἰδουμαῖον, ὅτι ἀδελφός σού ἐστιν· οὐ βδελύξῃ Αἰγύπτιον, ὅτι πάροικος ἐγένου ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ·
Δεν θα μισήσης όμως τον Ιδουμαίον, διότι είναι αδελφός σου. Δεν θα μισήσης ακόμη ούτε τον Αιγύπτιον, διότι είχες φιλοξενηθή εις την χώραν του.
9 υἱοὶ ἐὰν γεννηθῶσιν αὐτοῖς, γενεᾷ τρίτῃ εἰσελεύσονται εἰς ἐκκλησίαν Κυρίου.
Οι απόγονοι, οι οποίοι ενδεχομένως θα γεννηθούν από αυτούς, γενεά τρίτη, θα έχουν το δικαίωμα να εισέλθουν εις τας συγκεντρώσεις σας ενώπιον του Κυρίου, στον ναόν.
10 Ἐὰν δὲ ἐξέλθῃς παρεμβαλεῖν ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου, καὶ φυλάξῃ ἀπὸ παντὸς ρήματος πονηροῦ.
Εάν πρόκειται να εξέλθης εις πόλεμον εναντίον των εχθρών σου, πρόσεξε να αποφύγης κάθε μολυσμόν, τον οποίον απαγορεύει ο Θεός.
11 ἐὰν ᾖ ἐν σοὶ ἄνθρωπος, ὃς οὐκ ἔσται καθαρὸς ἐκ ρύσεως αὐτοῦ νυκτός, καὶ ἐξελεύσεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς καὶ οὐκ εἰσελεύσεται εἰς τὴν παρεμβολήν·
Εάν δηλαδή υπάρξη μεταξύ του λαού άνθρωπος, ο οποίος εξ αιτίας νυκτερινής ρεύσεως δεν είναι καθαρός, θα εξέλθη από το στρατόπεδον και δεν θα επανέλθη εις αυτό.
12 καὶ ἔσται τὸ πρὸς ἑσπέραν λούσεται τὸ σῶμα αὐτοῦ ὕδατι καὶ δεδυκότος ἡλίου εἰσελεύσεται εἰς τὴν παρεμβολήν.
Οταν δε πλησιάζη η εσπέρα θα λούση το σώμα του με νερό και μετά την δύσιν του ηλίου θα εισέλθη στο στρατόπεδον.
13 καὶ τόπος ἔσται σοι ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καὶ ἐξελεύσῃ ἐκεῖ ἔξω·
Εξω από το στρατόπεδον θα υπάρχη ωρισμένος τόπος δια τας ανάγκας σας και εκεί θα εξέρχεσθε.
14 καὶ πάσσαλος ἔσται σοι ἐπὶ τῆς ζώνης σου, καὶ ἔσται ὅταν διακαθιζάνῃς ἔξω, καὶ ὀρύξεις ἐν αὐτῷ καὶ ἐπαγαγὼν καλύψεις τὴν ἀσχημοσύνην σου ἐν αὐτῷ·
Θα έχεις εις την ζώνην σου ένα πάσσαλον, και όταν πρόκειται να καθήσης εκεί έξω προς σωματικήν σου ανάγκην, θα ανοίξης δια του πασσάλου λάκκον και στραφείς προς τα εκεί κατόπιν θα σκεπάσης την ακαθαρσίαν σου με χώματα χρησιμοποιών προς τούτο τον πάσσαλον.
15 ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου ἐμπεριπατεῖ ἐν τῇ παρεμβολῇ σου ἐξελέσθαι σε καὶ παραδοῦναι τὸν ἐχθρόν σου πρὸ προσώπου σου, καὶ ἔσται ἡ παρεμβολή σου ἁγία, καὶ οὐκ ὀφθήσεται ἐν σοὶ ἀσχημοσύνη πράγματος καὶ ἀποστρέψει ἀπὸ σοῦ.
Τούτο δέ, διότι Κυριος ο Θεός σου ευρίσκεται και τρόπον τινά περιπατεί στο στρατόπεδόν σου, δια να σε απελευθερώση από τον εχθρόν σου και να παραδώση αυτόν εις την εξουσίαν σου. Το στρατόπεδον είναι άγιον και δεν πρέπει να εμφανίζεται εις αυτό κανένα άσχημον πράγμα και απομακρυνθή έτσι ο Θεός από σέ.
16 Οὐ παραδώσεις παῖδα τῷ κυρίῳ αὐτοῦ, ὃς προστέθειταί σοι παρὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ·
Δούλον, ο οποίος οικειοθελώς έφυγεν από τον τυραννικόν κύριόν του και ήλθε να μένη πλησίον σου, δεν πρέπει να τον παραδώσης στον κύριόν του.
17 μετὰ σοῦ κατοικήσει, ἐν ὑμῖν κατοικήσει οὗ ἂν ἀρέσῃ αὐτῷ, οὐ θλίψεις αὐτόν.
Θα κατοική μαζή σου, θα μένη εις την πόλιν σας, όπου αρέσει εις αυτόν. Δεν θα τον καταπιέσης.
18 Οὐκ ἔσται πόρνη ἀπὸ θυγατέρων Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἔσται πορνεύων ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ· οὐκ ἔσται τελεσφόρος ἀπὸ θυγατέρων Ἰσραήλ, καὶ οὐκ ἔσται τελεισκόμενος ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ.
Δεν πρέπει να υπάρξη πόρνη μεταξύ των θυγατέρων του Ισραήλ, και δεν πρέπει να υπάρξη πόρνος μεταξύ των Ισραηλιτών. Δεν θα υπάρξη ιερόδουλος μεταξύ των θυγατέρων του ισραηλιτικού λαού και δεν πρέπει να υπάρξη προαγωγός εις πορνείαν μεταξύ των Ισραηλιτών.
19 οὐ προσοίσεις μίσθωμα πόρνης οὐδὲ ἄλλαγμα κυνὸς εἰς τὸν οἶκον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου πρὸς πᾶσαν εὐχήν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι καὶ ἀμφότερα.
Συ, η γυναίκα, δεν θα προσφέρης δώρον στον οίκον του Κυρίου την αμοιβήν σου ως πόρνης, ούτε συ ο οποίος είσαι ανήρ, χρήματα που έλαβες ως κίναιδος, δεν θα προσφέρετε αυτά στον οίκον του Θεού δι' οιονδήποτε τάξιμόν σας, διότι και αι δύο αυταί πρώξεις είναι μισηταί και αποκρουστικαί ενώπιον του Κυρίου.
20 Οὐκ ἐκτοκιεῖς τῷ ἀδελφῷ σου τόκον ἀργυρίου καὶ τόκον βρωμάτων καὶ τόκον παντὸς πράγματος, οὗ ἐὰν ἐκδανείσῃς.
Δεν θα δώσης στον αδελφόν σου τον Ισραηλίτην δάνειον χρημάτων με τόκον, ούτε θα ζητήσης τόκον δια τα τρόφιψια η δι' οιονδήποτε άλλο πράγμα, που εδάνεισες εις αυτόν.
21 τῷ ἀλλοτρίῳ ἐκτοκιεῖς, τῷ δὲ ἀδελφῷ σου οὐκ ἐκτοκιεῖς, ἵνα εὐλογήσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου ἐπὶ τῆς γῆς, εἰς ἣν εἰσπορεύῃ ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν.
Εις τον ξένον όμως, στον αλλοεθνή, θα δανείσης χρήματα επί τόκω όχι όμως στον αδελφόν σου, δια να σε ευλογήση ο Κυριος εις όλα τα έργα σου, εις την χώραν, προς την οποίαν εισέρχεσαι δια να την κληρονομήσης.
22 Ἐὰν δὲ εὔξῃ εὐχὴν Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, οὐ χρονιεῖς ἀποδοῦναι αὐτήν, ὅτι ἐκζητῶν ἐκζητήσει Κύριος ὁ Θεός σου παρὰ σοῦ, καὶ ἔσται ἐν σοὶ ἁμαρτία·
Εάν δε κάμης τάξιμον εις Κυριον τον Θεόν σου, δεν πρέπει να βραδύνης εις την εκπλήρωσίν του· διότι άλλως θα σου ζητήση ευθύνην Κυριος ο Θεός σου και θα είναι ενοχή παραβάσεως εις σέ.
23 ἐὰν δὲ μὴ θέλῃς εὔξασθαι, οὐκ ἔστιν ἐν σοὶ ἁμαρτία.
Εάν όμως δεν θέλης να κάμης τάξιμον, δεν έχεις καμμίαν ενοχήν.
24 τὰ ἐκπορευόμενα διὰ τῶν χειλέων σου φυλάξῃ καὶ ποιήσεις ὃν τρόπον ηὔξω Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου δόμα, ὃ ἐλάλησας τῷ στόματί σου.
Ο,τι εξέρχεται από τα χείλη σου ως τάξιμον θα φροντίσης να το εκπληρώσης. Οπως έταξες έτσι και θα δώσης το δώρον εις Κυριον τον Θεόν σου, ο,τι υπεσχέθης με το στόμα σου.
25 Ἐὰν δὲ εἰσέλθῃς εἰς ἀμητὸν τοῦ πλησίον σου, καὶ συλλέξῃς ἐν ταῖς χερσί σου στάχυς καὶ δρέπανον οὐ μὴ ἐπιβάλῃς ἐπ᾿ ἀμητὸν τοῦ πλησίον σου.
Εάν συ ο πτωχός εισέλθης στον αγρόν του πλησίον σου κατά την ώραν του θερισμού, ημπορείς να μαζεύσης με τα χέρια σου στάχυα. Δρεπάνι όμως δεν θα βάλης στον θερισμόν του αγρού του πλησίον σου.
26 ἐὰν δὲ εἰσέλθῃς εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ πλησίον σου, φαγῇ σταφυλὴν ὅσον ψυχήν σου ἐμπλησθῆναι, εἰς δὲ ἄγγος οὐκ ἐμβαλεῖς.
Εάν δε εισέλθης στο αμπέλι του πλησίον σου, θα φάγης σταφύλια, έως ότου χορτάσης· δεν θα βάλης όμως εις δοχείον δια να πάρης μαζή σου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα