ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐπιστραφέντες ἀπῃ£ραμεν εἰς τὴν ἔρημον, ὁδὸν θάλασσαν ἐρυθράν, ὃν τρόπον ἐλάλησε Κύριος πρός με, καὶ ἐκυκλώσαμεν τὸ ὄρος τὸ Σηεὶρ ἡμέρας πολλάς.
Εστράφημεν τότε και εξεκινήσαμεν προς νότον εις την έρημον, πέραν από τον Ελανιτικόν κόλπον, όπως με διέταξεν ο Κυριος, εβαδίσαμεν ημέρας πολλάς και επορεύθημεν κύκλω από το όρος Σηείρ.
2 καὶ εἶπε Κύριος πρός με·
Τοτε μου είπεν ο Κυριος·
3 ἱκανούσθω ὑμῖν κυκλοῦν τὸ ὄρος τοῦτο, ἐπιστράφητε οὖν ἐπὶ βορρᾶν·
Αρκετόν χρόνον εβαδίσατε κύκλω από το όρος τούτο· τώρα λοιπόν στραφήτε προς βορράν.
4 καὶ τῷ λαῷ ἔντειλαι λέγων· ὑμεῖς παραπορεύεσθε διὰ τῶν ὁρίων τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν υἱῶν Ἡσαῦ, οἳ κατοικοῦσιν ἐν Σηείρ, καὶ φοβηθήσονται ὑμᾶς καὶ εὐλαβηθήσονται ὑμᾶς σφόδρα.
Δώσε εντολήν στον ισραηλιτικόν λαόν και ειπέ προς αυτούς· θα περάσετε πρώτα από τα σύνορα της χώρας των αδελφών σας, των Ιδουμαίων, των απογόνων του Ησαύ, οι οποίοι κατοικούν στο όρος Σηείρ. Αυτοί θα σας φοβηθούν και θα προσέξουν πολύ, ώστε να μη έλθουν εις σύγκρουσιν με σας.
5 μὴ συνάψητε πρὸς αὐτοὺς πόλεμον· οὐ γὰρ δῶ ὑμῖν ἀπὸ τῆς γῆς αὐτῶν οὐδὲ βῆμα ποδός, ὅτι ἐν κλήρῳ δέδωκα τοῖς υἱοῖς Ἡσαῦ τὸ ὄρος τὸ Σηείρ.
Αλλά και σεις να μου κάμετε προς αυτούς πόλεμον εναντίον των διότι εγώ δεν θα σας δώσω ούτε ένα βήμα ποδός από την χώραν των, επειδή το όρος Σηείρ και την περιοχήν του εκληροδότησα στους απογόνους του Ησαύ.
6 ἀργυρίου βρώματα ἀγοράσατε παρ᾿ αὐτῶν καὶ φάγεσθε καὶ ὕδωρ μέτρῳ λήψεσθε παρ᾿ αὐτῶν ἀργυρίου καὶ πίεσθε·
Με χρήματα θα αγοράζετε από αυτούς τρόφιμα δια να τρώγετε, και εν μέτρω αντί χρημάτων θα παίρνετε από αυτούς νερό δια να πίνετε.
7 ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν εὐλόγησέ σε ἐν παντὶ ἔργῳ τῶν χειρῶν σου· διάγνωθι πῶς διῆλθες τὴν ἔρημον τὴν μεγάλην καὶ τὴν φοβερὰν ἐκείνην· ἰδοὺ τεσσαράκοντα ἔτη Κύριος ὁ Θεός σου μετὰ σοῦ, οὐκ ἐπεδεήθης ρήματος.
Να ενθυμήσθε δε ότι Κυριος ο Θεός σας σας ευλόγησεν εις κάθε έργον των χειρών σας. Μαθετε καλά και μη λησμονήτε, πως επεράσατε την μεγάλην εκείνην και φοβεράν έρημον Φαράν. Ιδού επί τεσσαράκοντα κατά συνέχειαν έτη Κυριος ο Θεός είναι μαζή σας και δεν εστερηθήκατε από τίποτε.
8 καὶ παρήλθομεν τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν υἱοὺς Ἡσαῦ, τοὺς κατοικοῦντας ἐν Σηεὶρ παρὰ τὴν ὁδὸν τὴν Ἄραβα ἀπὸ Αἰλὼν καὶ ἀπὸ Γεσιὼν Γάβερ καὶ ἐπιστρέψαντες παρήλθομεν ὁδὸν ἔρημον Μωάβ.
Υπακούσαντες κατά την περίστασιν αυτήν στον Θεόν παρεκάμψαμεν και δεν ενοχλήσαμεν τους αδελφούς μας, απογόνους του Ησαύ, οι οποίοι κατοικούν στο όρος Σηείρ. Εβαδίσαμεν την οδόν, η οποία διέρχεται την περιοχήν Αραβα, επεράσαμεν από τας πόλεις Αιλών και Γεσιών Γαβερ. Επειτα εστρέψαμεν και εκινήθημεν προς την έρημον της χώρας Μωάβ.
9 καὶ εἶπε Κύριος πρός με· μὴ ἐχθραίνετε τοῖς Μωαβίταις καὶ μὴ συνάψητε πρὸς αὐτοὺς πόλεμον· οὐ γὰρ μὴ δῶ ὑμῖν ἀπὸ τῆς γῆς αὐτῶν ἐν κλήρῳ, τοῖς γὰρ υἱοῖς Λὼτ δέδωκα τὴν Ἀροὴρ κληρονομεῖν. (
Είπε δε προς εμέ ο Κυριος· Μη τρέφετε εχθρικάς διαθέσεις κατά των Μωαβιτών και μη αναλάβετε πόλεμον εναντίον των· διότι εγώ δεν θα σας δώσω κληρονομίαν από την χώραν αυτών, επειδή στους απογόνους του Λωτ έχω δώσει ως κληρονομίαν την Αροήρ, την Μωάβ.
10 οἱ Ὀμμὶν πρότεροι ἐνεκάθηντο ἐπ᾿ αὐτῆς ἔθνος μέγα καὶ πολὺ καὶ ἰσχύοντες, ὥσπερ οἱ Ἐνακίμ·
(Προ αυτών είχαν εγκατασταθή εις την χώραν Μωάβ, οι Ομμίν, άνδρες μεγάλου αναστήματος, πολυάριθμοι και ισχυροί όπως οι Ενακίμ.
11 Ραφαΐν λογισθήσονται καὶ οὗτοι ὥσπερ καὶ οἱ Ἐνακίμ, καὶ οἱ Μωαβῖται ἐπονομάζουσιν αὐτοὺς Ὀμμίν.
Εθεωρούντο Ραφαΐν, δηλαδή γίγαντες και αυτοί, όπως και οι Ενακίμ. Οι Μωαβίται ονομάζουν αυτούς Ομμίν.
12 καὶ ἐν Σηεὶρ ἐνεκάθητο ὁ Χορραῖος τὸ πρότερον, καὶ υἱοὶ Ἡσαῦ ἀπώλεσαν αὐτοὺς καὶ ἐξέτριψαν αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου αὐτῶν καὶ κατῳκίσθησαν ἀντ᾿ αὐτῶν, ὃν τρόπον ἐποίησεν Ἰσραὴλ τὴν γῆν τῆς κληρονομίας αὐτοῦ, ἣν δέδωκε Κύριος αὐτοῖς).
Αλλά και εις την χώραν Σηείρ κάτοικοι προηγουμένως ήσαν οι Χορραίοι, τους οποίους οι απόγονοι του Ησαύ, οι Ιδουμαίοι, τους κατέστρεψαν και τους εξολόθρευσαν από εμπρός των και εγκατεστάθησαν αυτοί εις την χώραν αντί εκείνων. Εκαμαν οι Ιδουμαίοι στους παλαιούς κατοίκους της χώρας, ο,τι οι Ισραηλίται θα κάμουν εις την χώραν, την οποίαν ως κληρονομίαν των θα τους δώση ο Κυριος).
13 νῦν οὖν ἀνάστητε καὶ ἀπάρατε ὑμεῖς καὶ παραπορεύεσθε τὴν φάραγγα Ζαρέτ.
Τωρα λοιπόν εγερθήτε, ξεκινήσατε και βαδίσατε παρά την φάραγγα Ζαρέτ.
14 καὶ αἱ ἡμέραι, ἃς παρεπορεύθημεν ἀπὸ Κάδης Βαρνὴ ἕως οὗ παρήλθομεν τὴν φάραγγα Ζαρέτ, τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη, ἕως οὗ διέπεσε πᾶσα γενεὰ ἀνδρῶν πολεμιστῶν ἀποθνήσκοντες ἐκ τῆς παρεμβολῆς, καθότι ὤμοσε Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῖς·
Το χρονικόν διάστημα, κατά το οποίον επορεύθημεν από Καδης Βαρνή, μέχρις ότου διήλθαμεν την φάραγγα Ζαρέτ, ήτο τριάκοντα και οκτώ έτη, έως ότου όλη η γενεά εκείνη των ανδρών των δυναμένων να φέρουν όπλα απέθανον και εξέλιπον από το στρατόπεδον, όπως Κυριος ο Θεός είχεν ορκισθή δι' αυτούς.
15 καὶ ἡ χεὶρ τοῦ Θεοῦ ἦν ἐπ᾿ αὐτοῖς ἐξαναλῶσαι αὐτοὺς ἐκ μέσου τῆς παρεμβολῆς, ἕως οὗ διέπεσαν.
Η παντοδύναμος και τιμωρός χειρ του Θεού επέπεσεν εναντίον των, δια να τους εξοντώση εκ μέσου του στρατοπέδου, μέχρις ότου όλοι πράγματι εχάθησαν.
16 καὶ ἐγενήθη ἐπειδὴ ἔπεσαν πάντες οἱ ἄνδρες οἱ πολεμισταὶ ἀποθνήσκοντες ἐκ μέσου τοῦ λαοῦ,
Οτε απέθαναν και έλειψαν εκ μέσου του λαού όλοι οι άνδρες οι δυνάμενοι να φέρουν όπλα,
17 καὶ ἐλάλησε Κύριος πρός με λέγων·
ο Κυριος ωμίλησε προς εμέ και είπε·
18 σὺ παραπορεύσῃ σήμερον τὰ ὅρια Μωὰβ τὴν Σηεὶρ
Συ θα διαβής σήμερον τα σύνορα της Μωάβ και Σηείρ το όρος αυτής.
19 καὶ προσάξετε ἐγγὺς υἱῶν Ἀμμάν· μὴ ἐχθραίνετε αὐτοῖς μηδὲ συνάψητε αὐτοῖς εἰς πόλεμον· οὐ γὰρ μὴ δῶ ἀπὸ τῆς γῆς υἱῶν Ἀμμάν σοι ἐν κλήρῳ, ὅτι τοῖς υἱοῖς Λὼτ δέδωκα αὐτὴν ἐν κλήρῳ. (
Θα φθάσετε πλησίον των Αμμανιτών. Μη δείξετε εχθρικάς διαθέσεις εναντίον των και ούτε να αναλάβετε πόλεμον κατ' αυτών, διότι από την χώραν των υιών Αμμάν δεν θα σας δώσω κανένα μέρος προς κληρονομίαν σας, διότι έχω δώσει αυτήν την χώραν ως κληρονομίαν στους απογόνους του Λωτ.
20 γῆ Ραφαΐν λογισθήσεται· καὶ γὰρ ἐπ᾿ αὐτῆς κατῴκουν οἱ Ραφαΐν τὸ πρότερον, καὶ οἱ Ἀμμανῖται ἐπονομάζουσιν αὐτοὺς Ζομζομμίν,
(Και η χώρα αυτή θα θεωρηθή ως γη Ραφαΐν, δηλαδή χώρα γιγάντων, διότι προηγουμένως κατοικούσαν εις αυτήν οι γίγαντες, τους οποίους οι Αμμανίται, επωνόμασαν Ζομζομμίν.
21 ἔθνος μέγα καὶ πολὺ καὶ δυνατώτερον ὑμῶν, ὥσπερ καὶ οἱ Ἐνακίμ, καὶ ἀπώλεσεν αὐτοὺς Κύριος πρὸ προσώπου αὐτῶν, καὶ κατεκληρονόμησαν καὶ κατῳκίσθησαν ἀντ᾿ αὐτῶν ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης·
Αυτοί ήσαν ένα πολυάριθμον έθνος, του οποίου οι άνδρες ήσαν μεγαλόσωμοι και πολύ ισχυρότεροι από σας όπως και οι Ενακίμ. Αυτούς κατέστρεψεν ο Κυριος από το πρόσωπον των Αμμανιτών και έτσι οι Αμμανίται κατέλαβον αντ' αυτών την χώραν και εγκατεστάθησαν εις αυτήν, μέχρι σήμερον·
22 ὥσπερ ἐποίησαν τοῖς υἱοῖς Ἡσαῦ κατοικοῦσιν ἐν Σηείρ, ὃν τρόπον ἐξέτριψαν τὸν Χορραῖον ἀπὸ προσώπου αὐτῶν καὶ κατεκληρονόμησαν αὐτοὺς καὶ κατῳκίσθησαν ἀντ᾿ αὐτῶν ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης·
όπως ακριβώς έκαμεν ο Κυριος και με τους απογόνους Ησαύ, οι οποίοι κατοικούν τώρα το όρος Σηείρ, συνέτριψε δηλαδή από έμπροσθεν τους τους Χορραίους και κατέλαβον αυτοί την χώραν των και εγκατεστάθησαν αντ' αυτών μέχρι σήμερον.
23 καὶ οἱ Εὐαῖοι οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἀσηδὼθ ἕως Γάζης, καὶ οἱ Καππάδοκες οἱ ἐξελθόντες ἐκ Καππαδοκίας ἐξέτριψαν αὐτοὺς καὶ κατῳκίσθησαν ἀντ᾿ αὐτῶν).
Το αυτό έγινε και με τους Ευαίους, οι οποίοι κατουκούσαν από Ασηδώθ έως Γαζαν. Ηλθον εναντίον των οι Καππαδόκες, ξεκινήσαντες από την Καππαδοκίαν, συνέτριψαν αυτούς και εγκατεστάθησαν αντ' αυτών εις την χώραν των).
24 νῦν οὖν ἀνάστητε καὶ ἀπάρατε καὶ παρέλθατε ὑμεῖς τὴν φάραγγα Ἀρνῶν· ἰδοὺ παραδέδωκα εἰς τὰς χεῖράς σου τὸν Σηὼν βασιλέα Ἐσεβὼν τὸν Ἀμορραῖον καὶ τὴν γῆν αὐτοῦ· ἐνάρχου κληρονομεῖν, σύναπτε πρὸς αὐτὸν πόλεμον.
Τωρα λοιπόν σηκωθήτε, ξεκινήσατε από εδώ και περάσατε την φάραγγα του ποταμού. Αρνών. Ιδού! Εχω παραδώσει εις τα χέρια σας τον Σηών, τον Αμορραίον, τον βασιλέα που μένει εις την πόλιν Εσεβών, και την χώραν αυτού. Αρχισε λοιπόν Ισραήλ, να κατακτάς την χώραν, κάμνε εναντίον αυτού πόλεμον.
25 ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ἐνάρχου δοῦναι τὸν τρόμον σου καὶ τὸν φόβον σου ἐπὶ προσώπου πάντων τῶν ἐθνῶν τῶν ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ, οἵτινες ἀκούσαντες τὸ ὄνομά σου ταραχθήσονται καὶ ὠδῖνας ἕξουσιν ἀπὸ προσώπου σου.
Από την ημέραν αυτήν, κάμε αρχήν να εμπνέης τον τρόμον και τον φόβον σου, ενώπιον όλων των εθνών, που κατοικούν κάτω από τον ουρανόν, και τα οποία, όταν ακούουν το όνομά σου, θα καταλαμβάνωνται από ταραχήν, και θα κυριεύονται από ωδίνας, όταν σε αντικρύζουν.
26 Καὶ ἀπέστειλα πρέσβεις ἐκ τῆς ἐρήμου Κεδαμὼθ πρὸς Σηὼν βασιλέα Ἐσεβὼν λόγοις εἰρηνικοῖς λέγων·
Εστειλα κατόπιν από την έρημον Κεδαμώθ πρέσβεις προς τον Σηών, βασιλέα της Εσεβών, και ειρηνικώς είπα προς αυτόν·
27 παρελεύσομαι διὰ τῆς γῆς σου, ἐν τῇ ὁδῷ πορεύσομαι, οὐκ ἐκκλινῶ δεξιὰ οὐδ᾿ ἀριστερά·
θα περάσω δια μέσου της χώρας σου, θα βαδίσω στον δρόμον, δεν θα παρεκκλίνω δεξιά η αριστερά από τον δρόμον.
28 βρώματα ἀργυρίου ἀποδώσῃ μοι, καὶ φάγομαι, καὶ ὕδωρ ἀργυρίου ἀποδώσῃ μοι, καὶ πίομαι· πλὴν ὅτι παρελεύσομαι τοῖς ποσί,
Τρόφιμα θα μου δώσης δια πληρωμής, δια να φάγω από αυτά. Νερό θα μου δώσης, αφού σου καταβάλω το ανάλογον αργύριον, και έτσι θα πίω. Το μόνον, που σου ζητώ, είναι να μου επιτραπή να διέλθω πεζοπορών την χώραν σου.
29 καθὼς ἐποίησάν μοι οἱ υἱοὶ Ἡσαῦ οἱ κατοικοῦντες ἐν Σηεὶρ καὶ οἱ Μωαβῖται οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἀροήρ, ἕως ἂν παρέλθω τὸν Ἰορδάνην εἰς τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν δίδωσιν ἡμῖν.
Οπως έκαμαν προς εμέ οι απόγονοι του Ησαύ, οι οποίοι κατοικούν εις Σηείρ, και οι Μωαβίται οι οποίοι κατοικούν εις Αροήρ, έτσι θα κάμης και συ προς εμέ, έως ότου περάσω τον Ιορδάνην και εισέλθω εις την χώραν, την οποίαν Κυριος ο Θεός δίδει εις ημάς.
30 καὶ οὐκ ἠθέλησε Σηὼν βασιλεὺς Ἐσεβὼν παρελθεῖν ἡμᾶς δι᾿ αὐτοῦ, ὅτι ἐσκλήρυνε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ κατίσχυσε τὴν καρδίαν αὐτοῦ, ἵνα παραδοθῇ εἰς τὰς χεῖράς σου ὡς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.
Αλλα ο Σηών, ο βασιλεύς της Εσεβών, δεν ηθέλησε να περάσωμεν δια της χώρας του, διότι Κυριος ο Θεός ημών επέτρεψε να σκληρυνθή το πνεύμα του και έκαμε ανάλγητον την καρδίαν του, δια να παραδοθή, εξ αιτίας των αμαρτιών του, εις τα χέρια μας μέχρι σήμερον.
31 καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἰδοὺ ἦργμαι παραδοῦναι πρὸ προσώπου σου τὸν Σηὼν βασιλέα Ἐσεβὼν τὸν Ἀμορραῖον καὶ τὴν γῆν αὐτοῦ· ἔναρξαι κληρονομῆσαι τὴν γῆν αὐτοῦ.
Είπε δε τότε ο Κυριος προς εμέ· Ιδού ! Εχω αρχίσει να παραδίδω εις την εξουσίαν σου τον Σηών τον Αμορραίον, βασιλέα της Εσεβών, και την χώραν του. Καμε αρχήν να κατακτάς την χώραν του.
32 καὶ ἐξῆλθε Σηὼν βασιλεὺς Ἐσεβὼν εἰς συνάντησιν ἡμῖν, αὐτὸς καὶ πᾶς ὁ λαὸς αὐτοῦ, εἰς πόλεμον εἰς Ἰασσά.
Ο Σηών, ο βασιλεύς της Εσεβών, εξήλθε να πολεμήση εναντίον μας αυτός και ο λαός του, εις την πόλιν Ιασσά.
33 καὶ παρέδωκεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν πρὸ προσώπου ἡμῶν, καὶ ἐπατάξαμεν αὐτὸν καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ πάντα τὸν λαὸν αὐτοῦ·
Ομως Κυριος ο Θεός ημών παρέδωκεν αυτόν εις τα χέρια μας, και ημείς εκτυπήσαμεν μέχρις αφανισμού αυτόν και τους υιούς του και όλον τον λαόν του.
34 καὶ ἐκρατήσαμεν πασῶν τῶν πόλεων αὐτοῦ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ ἐξωλοθρεύσαμεν πᾶσαν πόλιν ἑξῆς, καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, οὐ κατελίπομεν ζωγρείαν·
Κατελάβομεν και εκρατήσαμεν υπό την εξουσίαν μας όλας τας πόλεις αυτού, κατεστρέψαμεν κάθε πόλιν την μίαν μετά την άλλην, εθανατώσαμεν τας γυναίκας και τα τέκνα αυτών, δεν αφήσαμεν αιχμαλώτους ζωντανούς.
35 πλὴν τὰ κτήνη ἐπρονομεύσαμεν καὶ τὰ σκῦλα τῶν πόλεων ἐλάβομεν.
Μονον τα ζώα των κρατήσαμεν δια τον εαυτόν μας και τα λάφυρα των πόλεων επήραμεν.
36 ἐξ Ἀροήρ, ἥ ἐστι παρὰ τὸ χεῖλος χειμάρρου Ἀρνῶν, καὶ τὴν πόλιν τὴν οὖσαν ἐν τῇ φάραγγι καὶ ἕως ὄρους τοῦ Γαλαὰδ οὐκ ἐγενήθη πόλις, ἥτις διέφυγεν ἡμᾶς, τὰς πάσας παρέδωκε Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν·
Από την πόλιν Αροήρ, η οποία ευρίσκεται παρά την όχθην του χειμάρρου Αρνών, και την πόλιν, η οποία ευρίσκεται εις την κοιλάδα του ποταμού τούτου, μέχρι του όρους Γαλαάδ, δεν υπήρξε πόλις και περιοχή, που διέφυγε την κατάκτησίν μας. Ολας τας πόλεις των Αμορραίων τας παρέδωκεν εις τα χέρια μας Κυριος ο Θεός ημών.
37 πλὴν ἐγγὺς υἱῶν Ἀμμὰν οὐ προσήλθομεν, πάντα τὰ συγκυροῦντα χειμάρρου Ἰαβὸκ καὶ τάς πόλεις τὰς ἐν τῇ ὀρεινῇ, καθότι ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἡμῖν.
Δεν επλησιάσαμεν όμως στους Αμμανίτας, εις όλα τα γειτονικά μέρη προς τον χείμαρρον Ιαβόκ και εις τας ορεινάς πόλεις των, διότι έτσι μας διέταξε Κυριος ο Θεός ημών.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα