ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΦΥΛΑΞΑΙ τὸν μῆνα τῶν νέων καὶ ποιήσεις τὸ πάσχα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, ὅτι ἐν τῷ μηνὶ τῶν νέων ἐξῆλθες ἐξ Αἰγύπτου νυκτός.
Να φυλάττης τον μήνα των νέων σιτηρών (τον Νισάν). Κατ' αυτόν θα εορτάσης το Πασχα εις δόξαν και τιμήν Κυρίου του Θεού σου, διότι κατά τον μήνα αυτόν των νέων σιτηρών εξήλθες ελεύθερος δια νυκτός από την Αίγυπτον.
2 καὶ θύσεις τὸ πάσχα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου πρόβατα καὶ βόας ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτὸν ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ.
Προς τιμήν Κυρίου του Θεού σου θα θυσιάσης κατά το Πασχα πρόβατα και βόδια στον τόπον, τον οποίον ο Κυριος ήθελεν εκλέξει, δια να τιμάται εκεί και λατρεύεται το όνομά του.
3 οὐ φαγῇ ἐπ᾿ αὐτοῦ ζύμην· ἑπτὰ ἡμέρας φαγῇ ἐπ᾿ αὐτοῦ ἄζυμα, ἄρτον κακώσεως, ὅτι ἐν σπουδῇ ἐξήλθετε ἐξ Αἰγύπτου· ἵνα μνησθῆτε τὴν ἡμέραν τῆς ἐξοδίας ὑμῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ὑμῶν.
Με τον πασχάλιον αμνόν δεν θα φάγης ψωμί ένζυμον. Επτά ημέρας θα τρώγης μαζή με τας πασχαλινάς θυσίας άζυμα, άρτον που θα συμβολίζη ταλαιπωρίαν και θλίψιν, διότι με πολλήν βίαν εφύγατε τότε από την Αίγυπτον. Ετσι θα πράττετε, δια να ενθυμήσθε την ημέραν της αναχωρήσεώς σας από την Αίγυπτον, όλας τας ημέρας της ζωής σας.
4 οὐκ ὀφθήσεταί σοι ζύμη ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις σου ἑπτὰ ἡμέρας, καὶ οὐ κοιμηθήσεται ἀπὸ τῶν κρεῶν, ὧν ἐὰν θύσῃς τὸ ἑσπέρας τῇ ἡμέρᾳ τῇ πρώτῃ εἰς τὸ πρωΐ.
Επί επτά ημέρας εντός των ορίων όλης της περιοχής σου δεν θα παρουσιασθή καν προζύμι, από δε τα κρέατα των ζώων, που θα θυσιάσης την εσπέραν της πρώτης ημέρας, δεν θα μείνη τίποτε έως το πρωϊ.
5 οὐ δυνήσῃ θῦσαι τὸ πάσχα ἐν οὐδεμιᾷ τῶν πόλεών σου, ὧν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι,
Δεν σου επιτρέπεται να τελέσης τας θυσίας του Πασχα εις καμμίαν από τας πόλεις, που σου έδωκεν ο Κυριος,
6 ἀλλ᾿ ἢ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, θύσεις τὸ πάσχα ἑσπέρας πρὸς δυσμὰς ἡλίου ἐν τῷ καιρῷ, ᾧ ἐξῆλθες ἐξ Αἰγύπτου,
αλλά μόνον στον τόπον τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου, δια να ακούεται και τιμάται εκεί το όνομά του. Εκεί θα προσφέρης την θυσίαν του Πασχα την εσπέραν με την δύσιν του ηλίου εις ανάμνησιν της ώρας, κατά την οποίαν έφυγες από την Αίγυπτον.
7 καὶ ἑψήσεις καὶ ὀπτήσεις καὶ φαγῇ ἐν τῷ τόπῳ, οὗ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτόν, καὶ ἀποστραφήσῃ τὸ πρωΐ καὶ ἐλεύσῃ εἰς τοὺς οἴκους σου.
Θα βράσης και θα ψήσης και θα φάγης τον θυσιαζόμενον αμνόν στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου και την πρωΐαν θα επιστρέψης και θα μεταβής εις την οικίαν σου.
8 ἓξ ἡμέρας φαγῇ ἄζυμα, καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἐξόδιον, ἑορτὴ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον πλὴν ὅσα ποιηθήσεται ψυχῇ.
Επί εξ ημέρας θα τρώγης άζυμον άρτον ημέρά δε η εβδόμη θα είναι η τελευταία των εορτών του Πασχα, επίσημος εορτή προς τιμήν Κυρίου του Θεού σου. Κατ' αυτήν δεν θα κάμης καμμίαν εργασίαν πλην εκείνων, που είναι απαραίτητοι δια την συντήρησιν της ζωής σου.
9 ἑπτά ἑβδομάδας ἐξαριθμήσεις σεαυτῷ· ἀρξαμένου σου δρέπανον ἐπ᾿ ἀμητόν, ἄρξῃ ἐξαριθμῆσαι ἑπτὰ ἑβδομάδας.
Θα μετρήσης επτά εβδομάδας, τεσσαράκοντα εννέα ημέρας, θα αρχίσης να μετράς από την ημέραν, που θα πάρης το δρεπάνι δια τον θερισμόν.
10 καὶ ποιήσεις ἑορτὴν ἑβδομάδων Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου καθὼς ἡ χείρ σου ἰσχύει, ὅσα ἂν δῷ Κύριος ὁ Θεός σου·
Την τελευταίαν ημέραν, δηλαδή την πεντηκαστήν, θα τελέσης την εορτήν των εβδομάδων, την Πεντηκοστής, προς χάριν Κυρίου του Θεού σου και θα προσφέρης από τα πρωτογεννήματα των αγρών σου, αναλόγως με την οικονομικήν σου κατάστασιν, αναλόγως με όσα Κυριος ο Θεός σου θα σου δώση.
11 καὶ εὐφρανθήσῃ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου καὶ ὁ Λευίτης καὶ ὁ προσήλυτος καὶ ὁ ὀρφανὸς καὶ ἡ χήρα ἡ οὖσα ἐν ὑμῖν, ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτὸν ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ,
Κατά την εορτήν αυτήν της Πεντηκοστής θα φάγης και θα ευφρανθής ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, συ και ο υιός σου και η θυγάτηρ σου, ο δούλος και η δούλη σου, ο Λευΐτης και ο ξένος, ο ορφανός και η χήρα, που ευρίσκεται μεταξύ σας, θα φάγετε στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου, δια να επικαλήται εκεί και λατρεύεται το Ονομά του.
12 καὶ μνησθήσῃ ὅτι οἰκέτης ἐγένου ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, καὶ φυλάξῃ καὶ ποιήσεις τὰς ἐντολὰς ταύτας.
Να ενθυμηθής δε τότε, ότι υπήρξες και συ δούλος εις την χώραν της Αιγύπτου. Δι' αυτό και πρέπει να φυλάξης και αφαρμόσης τας εντολάς μου αυτάς.
13 ἑορτὴν σκηνῶν ποιήσεις σεαυτῷ ἑπτὰ ἡμέρας ἐν τῷ συναγαγεῖν σε ἐκ τῆς ἅλωνός σου καὶ ἀπὸ τῆς ληνοῦ σου·
Την εορτήν των Σκηνών, δηλαδή την εορτήν της Σκηνοπηγίας, επί επτά επίσης ημέρας θα την εορτάσης, όταν συγκεντρώσης από το αλώνι σου το σιτάρι και από τον ληνόν σου τον οίνον.
14 καὶ εὐφρανθήσῃ ἐν τῇ ἑορτῇ σου, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου καὶ ὁ Λευίτης καὶ ὁ προσήλυτος καὶ ὁ ὀρφανὸς καὶ ἡ χήρα ἡ οὖσα ἐν ταῖς πόλεσί σου.
Και κατά την εορτήν αυτήν θα ευφρανθής συ και ο υιός σου και η θυγάτηρ σου, ο δούλος σου και η δούλη σου, ο Λευΐτης και ο ξένος, ο αρφανός και η χήρα, που ευρίσκεται εις τας πόλεις σου.
15 ἑπτὰ ἡμέρας ἑορτάσεις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτῷ· ἐὰν δὲ εὐλογήσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς γενήμασί σου καὶ ἐν παντὶ ἔργῳ τῶν χειρῶν σου, καὶ ἔσῃ εὐφραινόμενος.
Επί επτά ημέρας θα εορτάσης την Σκηνοπηγίαν προς τιμήν και δόξαν Κυρίου του Θεού σου στον τόπον, στον οποίον ήθελεν εκλέξει δια τον εαυτόν του Κυριος ο Θεός σου. Ετσι δε Κυριος ο Θεός σου θα σε ευλογήση εις όλα τα προϊόντα σου, εις όλα τα έργα των χειρών σου. Και εφ' όσον θα σε έχη ευλογήσει θα είσαι ευχαριστημένος και χαρούμενος.
16 τρεῖς καιροὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ὀφθήσεται πᾶν ἀρσενικόν σου ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται αὐτὸν Κύριος, ἐν τῇ ἑορτῇ τῶν ἀζύμων καὶ ἐν τῇ ἑορτῇ τῶν ἑβδομάδων καὶ ἐν τῇ ἑορτῇ τῆς σκηνοπηγίας. οὐκ ὀφθήσῃ ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου κενός·
Εις τρεις καιρούς του έτους θα παρουσιάζεται κάθε άρρην Ισραηλίτης ενώπιον του Κυρίου του Θεού σου στον τόπον, τον οποίον ο Κυριος ήθελεν εκλέξει δια τον εαυτόν του κατά την εορτήν των αζύμων, δηλαδή το Πασχα, κατά την εορτήν των επτά εβδομάδων, δηλαδή την Πεντηκοστήν, και κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας. Δεν θα παρουσιασθής ενώπιον Κυρίου του Θεού σου με αδειανά τα χέρια.
17 ἕκαστος κατὰ δύναμιν τῶν χειρῶν ὑμῶν, κατὰ τὴν εὐλογίαν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἣν ἔδωκέ σοι.
Ο καθένας θα προσφέρη τα δώρα του αναλόγως της οικονομικής του δυνατότητος, αναλόγως των ευλογιών και δωρεών, τας οποίας του έδωκεν ο Κυριος.
18 Κριτὰς καὶ γραμματοεισαγωγεῖς ποιήσεις σεαυτῷ ἐν ταῖς πόλεσί σου, αἷς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, κατὰ φυλάς, καὶ κρινοῦσι τὸν λαὸν κρίσιν δικαίαν.
Θα διορίσης κατά φυλάς, δικαστάς και διδασκάλους εις τας πόλεις σου, τας οποίας Κυριος ο Θεός σου σου δίδει, δια να δικάζουν τον λαόν με δικαιοσύνην.
19 οὐκ ἐκκλινοῦσι κρίσιν, οὐδὲ ἐπιγνώσονται πρόσωπον οὐδὲ λήψονται δῶρον· τὰ γὰρ δῶρα ἀποτυφλοῖ ὀφθαλμοὺς σοφῶν καὶ ἐξαίρει λόγους δικαίων.
Δεν θα παρεκκλίνουν κατά την απόδοσιν της δικαιοσύνης, δεν θα επηρεασθούν από πρόσωπα, ούτε και θα λάβουν δώρα, διότι τα δώρα τυφλώνουν τους οφθαλμούς των σοφών και εκτρέπουν από την αλήθειαν και την δικαιοσύνην τους λόγους και τας αποφάσεις των δικαίων.
20 δικαίως τὸ δίκαιον διῴξῃ, ἵνα ζῆτε καὶ εἰσελθόντες κληρονομήσητε τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι.
Κατά λόγον δικαιοσύνης θα αποδίδης αυστηρώς το δίκαιον, δια να ζήτε και εισέλθετε και κληρονομήσετε την γην, την οποίαν Κυριος ο Θεός σου δίδει εις σέ.
21 Οὐ φυτεύσεις σεαυτῷ ἄλσος, πᾶν ξύλον, παρὰ τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ σου οὐ ποιήσεις σεαυτῷ.
Δεν θα φυτεύσης ιερόν άλσος, όπως φυτεύουν οι ειδωλολάτραι προς τιμήν των ειδώλων των, ούτε και κανένα δένδρον θα φυτεύσης πλησίον στο θυσιαστήριον του Θεού σου.
22 οὐ στήσεις σεαυτῷ στήλην, ἃ ἐμίσησε Κύριος ὁ Θεός σου.
Δεν θα κτίσης ούτε θα στήσης ειδωλολατρικήν στήλην. Αυτά τα εμίσησε και τα μισεί Κυριος ο Θεός σου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα