ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΔΙ᾿ ἑπτὰ ἐτῶν ποιήσεις ἄφεσιν.
Καθε επτά έτη θα παρέχης άφεσιν των χρεών.
2 καὶ οὕτω τὸ πρόσταγμα τῆς ἀφέσεως· ἀφήσεις πᾶν χρέος ἴδιον, ὃ ὀφείλει σοι ὁ πλησίον, καὶ τὸν ἀδελφόν σου οὐκ ἀπαιτήσεις, ἐπικέκληται γὰρ ἄφεσις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου.
Ως εξής θα εφαρμόζεται ο νόμος της αφέσεως των χρεών· δηλαδή κάθε χρέος, το οποίον σου οφείλει ο πλησίον και ο αδελφός σου, δεν θα το ζητήσης, αλλά θα το χαρίσης, διότι εκ μέρους Κυρίου του Θεού σου ορίζεται και επιβάλλεται αυτή η άφεσις των χρεών.
3 τὸν ἀλλότριον ἀπαιτήσεις ὅσα ἐὰν ᾖ σοι παρ' αὐτῷ, τῷ δὲ ἀδελφῷ σου ἄφεσιν ποιήσεις τοῦ χρέους σου·
Από τον ξένον θα απαιτήσης να σου δώση το χρέος του. Εις τον αδελφόν σου όμως τον Ισραηλίτην θα χαρίσης το χρέος κατά το έτος της αφέσεως.
4 ὅτι οὐκ ἔσται ἐν σοὶ ἐνδεής, ὅτι εὐλογῶν εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρῳ κατακληρονομῆσαι αὐτήν.
Τούτο δέ, διότι δεν πρέπει να υπάρχη μεταξύ σας πτωχός (χρεοφειλέτης αδυνατών να πληρώση τα χρέη του). Εφόσον δε συ χαρίζστο χρέος, θα σε ευλογήση ο Κυριος εις την χώραν, την οποίαν σου έδωκε ως κληρονομίαν.
5 ἐὰν δὲ ἀκοῇ εἰσακούσητε τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν φυλάσσειν καὶ ποιεῖν πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας, ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον,
Εάν προθύμως υπακούσετε εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σας, ώστε να φυλάσσετε και να πράττετε όλας τας εντολάς, τας οποίας εγώ σήμερον σας διατάσσω,
6 ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου εὐλόγησέ σε, ὃν τρόπον ἐλάλησέ σοι, καὶ δανειεῖς ἔθνεσι πολλοῖς, σὺ δὲ οὐ δανειῇ, καὶ ἄρξεις ἐθνῶν πολλῶν, σοῦ δὲ οὐκ ἄρξουσιν.
τότε Κυριος ο Θεός σας θα σας ευλογήση, όπως σας έχει υποσχεθή. Θα έχης αφθονίαν αγαθών και χρήματα, ώστε να δανείζης έθνη πολλά, ενώ συ δεν θα ευρεθής εις την ανάγκην να ζητήσης δάνειον. Θα είσαι άρχων εις πολλούς λαούς, ενώ κανείς δεν θα είναι άρχων και αυθέντης εις σέ.
7 Ἐὰν δὲ γένηται ἐν σοὶ ἐνδεὴς ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ἐν μιᾷ τῶν πόλεών σου ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, οὐκ ἀποστέρξεις τὴν καρδίαν σου οὐδ᾿ οὐ μὴ συσφίγξῃς τὴν χεῖρά σου ἀπὸ τοῦ ἀδελφοῦ σου τοῦ ἐπιδεομένου·
Εάν συμβή, ώστε εις μίαν από τας πόλεις της χώρας, που σας έδωσε Κυριος ο Θεός, να υπάρξη πτωχός μεταξύ των αδελφών σου, συ να μη κλείσης τα σπλάγχνα σου, να μη σκληρύνης και αποτραβήξης την καρδίαν σου από αυτόν, να μη κλείσης σφικτά τα χέρια σου, δια να μη δώσης τίποτε στον πεινασμένον και πονεμένον αδελφόν σου.
8 ἀνοίγων ἀνοίξεις τὰς χεῖράς σου αὐτῷ καὶ δάνειον δανειεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέεται, καθότι ἐνδεεῖται.
Αλλά πλούσια θα ανοίξης τα χέρια σου προς αυτόν. Θα του προσφέρης και θα του δανείσης όσον και ο,τι του χρειάζεται, αφού ευρίσκεται εις ανάγκην.
9 πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ γένηται ρῆμα κρυπτὸν ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἀνόμημα λέγων· ἐγγίζει τό ἔτος τὸ ἕβδομον, ἔτος τῆς ἀφέσεως, καὶ πονηρεύσηται ὁ ὀφθαλμός σου τῷ ἀδελφῷ σου τῷ ἐπιδεομένῳ, καὶ οὐ δώσεις αὐτῷ, καὶ καταβοήσεται κατὰ σοῦ πρὸς Κύριον, καὶ ἔσται ἐν σοὶ ἁμαρτία μεγάλη.
Πρόσεχε στον εαυτόν σου, μήπως μέσα εις την διάνοιαν και την καρδίαν σου σκεφθής κατά παράνομον τρόπον και είπης “πλησιάζει το έβδομον έτος, το έτος αυτό της αφέσεως των χρεών”· και έτσι βλέπων με πονηρόν βλέμμα τον αδελφόν σου και σκεπτόμενος ότι μετ' ολίγον θα είσαι υποχρεωμένος να του χαρίσης τα χρέος- και δεν τον δανείσης, τότε ο αδελφός σου αυτός θα φωνάξη προς τον Κυριον εναντίον σου και θα είναι μεγάλη η ενοχή σου δια την πονηρίαν αυτήν.
10 διδοὺς δώσεις αὐτῷ καὶ δάνειον δανειεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέεται, καὶ οὐ λυπηθήσῃ τῇ καρδίᾳ σου διδόντος σου αὐτῷ, ὅτι διά τὸ ρῆμα τοῦτο εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις καὶ ἐν πᾶσιν, οὗ ἂν ἐπιβάλῃς τὴν χεῖρά σου·
Ολοπρόθυμα πρέπει να δώσης εις αυτόν δάνειον, ανάλογον προς την ανάγκην του· δεν πρέπει δε να λυπηθή η καρδία σου δια το δάνειον, που θα δώσης στον αδελφόν σου, διότι δια την καλήν σου αυτήν πράξιν θα σε ευλογήση ο Θεός εις όλας τας εργασίας σου, θα ευλογήση όλα τα έργα των χειρών σου.
11 οὐ γὰρ μὴ ἐκλίπῃ ἐνδεὴς ἀπὸ τῆς γῆς σου. διὰ τοῦτο ἐγώ σοι ἐντέλλομαι ποιεῖν τὸ ρῆμα τοῦτο λέγων· ἀνοίγων ἀνοίξεις τὰς χεῖράς σου τῷ ἀδελφῷ σου τῷ πένητι καὶ τῷ ἐπιδεομένῳ τῷ ἐπὶ τῆς γῆς σου.
Επειδή ποτέ δεν θα λείψη πτωχός από την χώραν σου, δια τούτο σου δίδω εγώ αυτήν την εντολήν και σε διατάσσω· Απλόχερα θα ανοιξης τα χέρια σου στον πτωχόν αδελφόν σου που κατοικεί εις την χώραν σου και ευρίσκεται εις ανάγκην.
12 Ἐὰν δὲ πραθῇ σοι ὁ ἀδελφός σου ὁ Ἑβραῖος ἢ Ἑβραία, δουλεύσει σοι ἓξ ἔτη, καὶ τῷ ἑβδόμῳ ἐξαποστελεῖς αὐτὸν ἐλεύθερον ἀπὸ σοῦ.
Εάν ο αδελφός σου, Εβραίος η Εβραία, πωληθή εις σε ένεκα των οικονομικών του αναγκών ως δούλος, επί εξ έτη θα σε δουλεύση. Κατά το έβδομον έτος θα αποστείλης αυτόν ελεύθερον.
13 ὅταν δὲ ἐξαποστέλλῃς αὐτὸν ἐλεύθερον ἀπὸ σοῦ, οὐκ ἐξαποστελεῖς αὐτὸν κενόν·
Οταν δε τον αφήσης να αναχωρήση ελεύθερον πλέον από τον οίκον σου, δεν θα τον αποστείλης με αδειανά τα χέρια.
14 ἐφόδιον ἐφοδιάσεις αὐτὸν ἀπὸ τῶν προβάτων σου καὶ ἀπὸ τοῦ σίτου σου καὶ ἀπὸ τοῦ οἴνου σου· καθὰ εὐλόγησέ σε Κύριος ὁ Θεός σου, δώσεις αὐτῷ.
Θα τον εφοδιάσης από τα πρόβατά σου, από το σιτάρι σου, από το κρασί σου. Θα δώσης εις αυτόν ανάλογα με τας ευλογίας και δωρεάς, που έχεις λάβει και συ από τον Κυριον,
15 καὶ μνησθήσῃ ὅτι οἰκέτης ἦσθα ἐν γῇ Αἰγύπτου καὶ ἐλυτρώσατό σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐκεῖθεν· διὰ τοῦτο ἐγώ σοι ἐντέλλομαι ποιεῖν τὸ ρῆμα τοῦτο.
Να ενθυμηθής δέ, ότι και συ υπήρξες δούλος εις την χώραν της Αιγύπτου και σε ηλευθέρωσεν ο Κυριος από εκεί. Δια τούτο και εγώ σου δίδω την εντολήν να φέρεσαι με γενναιοδωρίαν προς τον απελεύθερον δούλον σου.
16 ἐὰν δὲ λέγῃ πρός σε, οὐκ ἐξελεύσομαι ἀπὸ σοῦ, ὅτι ἠγάπηκέ σε καὶ τὴν οἰκίαν σου, ὅτι εὖ ἐστιν αὐτῷ παρὰ σοί,
Εάν όμως ο δούλος αυτός σου είπη, δεν θα φύγω από σέ, διότι έχω αγαπήσει και σε και την οικογένειάν σου και ότι είμαι ευτυχισμένος μένων πλησίον σου,
17 καὶ λήψῃ τὸ ὀπήτιον, καὶ τρυπήσεις τὸ ὠτίον αὐτοῦ πρὸς τὴν θύραν, καὶ ἔσται σοι οἰκέτης εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ τὴν παιδίσκην σου ὡσαύτως ποιήσεις.
θα λάβης το τρυπητήρι, θα τρυπήσης το αυτί του εις την θύραν σου, και θα μένη αυτός δούλος σου ισοβίως. Το ίδιο θα κάμης και δια την δούλην σου, εάν και αυτή εκφράση την αυτήν επιθυμίαν.
18 οὐ σκληρὸν ἔσται ἐναντίον σου ἐξαποστελλομένων αὐτῶν ἐλευθέρων ἀπὸ σοῦ, ὅτι ἐπέτειον μισθὸν τοῦ μισθωτοῦ ἐδούλευσέ σοι ἓξ ἔτη· καὶ εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσιν, οἷς ἐὰν ποιῇς.
Δεν θα στενοχωρθής και δεν θα δυσφορήσης εναντίον των δούλων, τους οποίους αφήνεις ελευθέρους, διότι αυτοί επί εξ έτη σε υπηρέτησαν ως δούλοι, σου προσέφεραν ως δούλοι εξ ετησίων υπηρεσιών μισθούς. Υπακούων εις όσα εγώ σε διατάσσω θα έχεις την ευλογίαν Κυρίου του Θεού σου εις όλα τα έργα σου.
19 Πᾶν πρωτότοκον, ὃ ἐὰν τεχθῇ ἐν ταῖς βουσί σου καὶ ἐν τοῖς προβάτοις σου, τὰ ἀρσενικά, ἁγιάσεις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐκ ἐργᾷ ἐν τῷ πρωτοτόκῳ μόσχῳ σου καὶ οὐ μὴ κείρῃς τὰ πρωτότοκα τῶν προβάτων σου·
Καθε πρωτότοκον αρσενικόν, που θα γεννηθή εις τα βόδια σου και εις τα πρόβατά σου, θα το αφιερώσης εις Κυριον τον Θεόν σου. Δεν θα χρησιμοποιήσης δι' ιδικάς σου εργασίας το πρωτότοκον μοσχάρι σου ούτε και θα κουρεύσης δια λογαριασμόν σου τα πρωτότοκα εκ των προβάτων σου.
20 ἔναντι Κυρίου φαγῇ αὐτὸ ἐνιαυτὸν ἐξ ἐνιαυτοῦ ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου, σὺ καὶ ὁ οἶκός σου.
Ενώπιον του Κυρίου και στον τόπον, τον οποίον εκείνος ήθελεν εκλέξει, θα τρώγης συ και η οικογένειά σου κάθε χρόνον τα πρωτότοκα αυτά.
21 ἐὰν δὲ ᾖ ἐν αὐτῷ μῶμος, χωλὸν ἢ τυφλὸν ἢ καὶ πᾶς μῶμος πονηρός, οὐ θύσεις αὐτὸ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου·
Εάν όμως το προσφερόμενον πρωτότοκον έχη κάποιο ελάττωμα, είναι δηλαδή χωλόν η τυφλόν η με άλλο τι σωματικόν ελάττωμα, δεν θα το θυσιάσης εις Κυριον τον Θεόν σου.
22 ἐν ταῖς πόλεσί σου φαγῇ αὐτό, ὁ ἀκάθαρτος ἐν σοὶ καὶ ὁ καθαρὸς ὡσαύτως ἔδεται ὡς δορκάδα ἢ ἔλαφον·
Εις τας πόλεις σου θα το σφάξης και θα το φάγης. Από αυτό έχει το δικαίωμα να φάγη όχι μόνον ο νομικώς καθαρός αλλά και ο ακάθαρτος που μένει κοντά σου, όπως αδιαφόρως τρώγετε το κρέας της δορκάδος η της ελάφου.
23 πλὴν αἷμα οὐ φάγεσθε, ἐπὶ τὴν γῆν ἐκχεεῖς αὐτὸ ὡς ὕδωρ.
Το αίμα όμως δεν θα το φάγετε. Θα το χύσετε εις την γην, όπως το νερό.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα