ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΥΙΟΙ ἐστε Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν· οὐκ ἐπιθήσετε φαλάκρωμα ἀνὰ μέσον τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν ἐπὶ νεκρῷ·
Σεις είσθε τέκνα Κυρίου του Θεού σας. Δεν θα ξυρίσετε την κεφαλήν η το πρόσωπόν σας δια τον θάνατον οιουδήποτε οικείου σας·
2 ὅτι λαὸς ἅγιος εἶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, καὶ σὲ ἐξελέξατο Κύριος ὁ Θεός σου γενέσθαι σε λαὸν αὐτῷ περιούσιον ἀπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν τῶν ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς.
διότι είσαι συ λαός εκλεκτός και ξεχωριστός ενώπιον Κυρίου του Θεού σου· ο Θεός σε εξέλεξεν ανάμεσα από όλα τα έθνη της υφηλίου, δια να είσαι ιδιαιτέρα του περιουσία, ο εκλεκτός λαός του.
3 Οὐ φάγεσθε πᾶν βδέλυγμα.
Δεν θα φάγης κανένα ακάθαρτον ζώον.
4 ταῦτα κτήνη, ἃ φάγεσθε, μόσχον ἐκ βοῶν καὶ ἀμνὸν ἐκ προβάτων καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν,
Αυτά δε είναι τα καθαρά ζώα, που έχετε δικαίωμα να τρώγετε· μοσχάρι από τα βόδια, αμνόν από τα πρόβατα, τράγον από τα γίδια.
5 ἔλαφον καὶ δορκάδα καὶ πύγαργον, ὄρυγα καὶ καμηλοπάρδαλιν·
Επίσης έχετε δικαίωμα να τρώγετε ελάφι, ζαρκάδι, πύγαργον (είδος δορκάδος), όρυγα (είδος αιγάγρου) και καμηλοπάρδαλιν.
6 πᾶν κτῆνος διχηλοῦν ὁπλὴν καὶ ὀνυχιστῆρας ὀνυχίζον δύο χηλῶν καὶ ἀνάγον μηρυκισμὸν ἐν τοῖς κτήνεσι, ταῦτα φάγεσθε.
Γενικώς έχετε το δικαίωμα να τρώγετε κάθε ζώον δίχηλον, ζώον δηλαδή που έχει δύο όνυχας στο κάθε πόδι του, χωρισμένους αναμεταξύ των, και το οποίον αναμασά την τροφήν του.
7 καὶ ταῦτα οὐ φάγεσθε ἀπὸ τῶν ἀναγόντων μηρυκισμὸν καὶ ἀπὸ τῶν διχηλούντων τὰς ὁπλὰς καὶ ὀνυχιζόντων ὀνυχιστῆρας· τὸν κάμηλον καὶ δασύποδα καὶ χοιρογρύλλιον, ὅτι ἀνάγουσι μηρυκισμὸν καὶ ὁπλὴν οὐ διχηλοῦσιν, ἀκάθαρτα ταῦτα ὑμῖν ἐστι·
Αλλά και από αυτά τα μηρυκαστικά ζώα, η τα δίχηλα, αυτά που έχουν τους δύο ονυχάς των ξεχωριστούς, δεν θα φάγετε τα εξής· Την κάμηλον, τον λαγωόν, τον ακανθόχοιρον, τα οποία ναι μεν μηρυκάζουν αλλά δεν είναι δίχηλα. Αυτά λοιπόν θα είναι ακάθαρτα δια σας.
8 καὶ τὸν ὗν, ὅτι διχηλεῖ ὁπλὴν τοῦτο καὶ ὀνυχίζει ὀνυχιστῆρας ὁπλῆς, καὶ τοῦτο μηρυκισμὸν οὐ μηρυκᾶται, ἀκάθαρτον τοῦτο ὑμῖν· ἀπὸ τῶν κρεῶν αὐτῶν οὐ φάγεσθε καὶ τῶν θνησιμαίων αὐτῶν οὐχ ἅψεσθε.
Δεν θα φάτε επίσης τον χοίρον, διότι ναι μεν είναι δίχηλον ζώον, έχει δηλαδή στους πόδας του δύο όνυχας χωρισμένους, αλλά δεν μηρυκάζει την τροφήν του· είναι δια σας ακάθαρτον ζώον. Τα κρέατα των ζώων αυτών δεν θα τα φάγετε και τα νεκρά σώματά των δεν θα τα εγγίσετε.
9 καὶ ταῦτα φάγεσθε ἀπὸ πάντων τῶν ἐν τῷ ὕδατι· πάντα ὅσα ἐστὶν ἐν αὐτοῖς πτερύγια καὶ λεπίδες, φάγεσθε.
Από τα ζώα που υπάρχουν εις τα ύδατα, έχετε το δικαίωμα να τρώγετε, όσα από αυτά έχουν πτερύγια και λέπια.
10 καὶ πάντα ὅσα οὐκ ἔστιν αὐτοῖς πτερύγια καὶ λεπίδες, οὐ φάγεσθε, ἀκάθαρτα ὑμῖν ἐστι.
Ολα όμως όσα δεν έχουν πτερύγια και λέπια, δεν θα τα τρώγετε. Θα είναι δια σας ακάθαρτα.
11 πᾶν ὄρνεον καθαρὸν φάγεσθε.
Καθε πτηνόν καθαρόν έχετε το δικαίωμα να τρώγετε.
12 καὶ ταῦτα οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτῶν· τὸν ἀετὸν καὶ τὸν γρύπα καὶ τὸν ἁλιαίετον
Αυτά δε είναι τα πτηνά, από τα οποία δεν επιτρέπεται να τρώγετε· Ο αετός, ο γρυψ (είδος αετού), ο αλιάετος
13 καὶ τὸν γύπα καὶ τὸν ἴκτινον καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ
ο γυψ (πτηνόν που τρώγει πτώματα), ο ιέραξ και τα όμοια προς αυτόν.
14 καὶ πάντα κόρακα καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ
Δεν θα φάτε κανένα είδος κόρακος και τα όμοια προς αυτόν.
15 καὶ στρουθὸν καί γλαῦκα καὶ λάρον
Επίσης στρουθίον, γλαύκα, γλάρον,
16 καὶ ἐρωδιὸν καὶ κύκνον καὶ ἶβιν
τον ερωδιόν, τον τσικνιάν, την ίβιν,
17 καὶ καταράκτην καὶ ἱέρακα καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ καὶ ἔποπα καὶ νυκτικόρακα
τον καταράκτην (είδος ορμητικοπύ γλάρου), τον ιέρακα και τα όμοια προς αυτόν, τον τσαλαπετεινόν και τον νυκτοκόρακα,
18 καὶ πελεκᾶνα καὶ χαραδριὸν καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ καὶ πορφυρίωνα καὶ νυκτερίδα.
τον πελεκάνο, τον χαραδριόν (υποκίτρινον λαίμαργον πτηνόν) και τα όμοια προς αυτόν, τον πορφυρίωνα (πτηνόν καλοβατικόν) και την νυκτερίδα.
19 πάντα τὰ ἑρπετὰ τῶν πετεινῶν ἀκάθαρτά ἐστιν ὑμῖν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτῶν.
Επίσης όλα όσα έρπουν και πετούν, δηλαδή τα έντομα, θα είναι δια σας ακάθαρτα και δεν θα τρώγετε από αυτά.
20 πᾶν πετεινὸν καθαρὸν φάγεσθε.
Εχετε όμως το δικαίωμα να τρώγετε κάθε καθαρόν πτηνόν.
21 πᾶν θνησιμαῖον οὐ φάγεσθε· τῷ παροίκῳ τῷ ἐν ταῖς πόλεσί σου δοθήσεται, καὶ φάγεται, ἢ ἀποδώσῃ τῷ ἀλλοτρίῳ· ὅτι λαὸς ἅγιος εἶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου. οὐχ ἑψήσεις ἄρνα ἐν γάλακτι μητρὸς αὐτοῦ.
Κανένα θνησιμαίον δεν θα φάγετε. Οσα ο νόμος ορίζει δια σας ακάθαρτα ημπορείτε να τα δίδετε στον ξένον, που φιλοξενείτε εις την πόλιν σας δια να φάγη από αυτά η να τα πωλήσετε εις μη Ισραηλίτην. Σεις όμως δεν πρέπει να τρώγετε από τα ακάθαρτα, διότι είσθε λαός άγιος αφιερωμένος στον Κυριον. Δεν θα βράσης αρνί με το γάλα της μητρός του.
22 Δεκάτην ἀποδεκατώσεις παντὸς γενήματος τοῦ σπέρματός σου, τὸ γένημα τοῦ ἀγροῦ σου ἐνιαυτὸν κατ᾿ ἐνιαυτόν,
Από όλα τα προϊόντα των σπαρτών σας, από όλα δηλαδή όσα οι αγροί σας κάθε χρόνον σας δίδουν, θα αφαιρέσης το εν δέκατον.
23 καὶ φαγῇ αὐτὸ ἐν τῷ τόπῳ ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου, ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ· οἴσετε τὰ ἐπιδέκατα τοῦ σίτου σου καὶ τοῦ οἴνου σου καὶ τοῦ ἐλαίου σου, τὰ πρωτότοκα τῶν βοῶν σου καὶ τῶν προβάτων σου, ἵνα μάθῃς φοβεῖσθαι Κύριον τὸν Θεόν σου πάσας τὰς ἡμέρας.
Θα φάγετε αυτό στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σας δια να αφιερωθή στο όνομά του (δηλαδή στον ναόν). Εκεί θα φέρετε το εν δέκατον από τον σίτον σας, από τον οίνον, από το έλαιον, όπως επίσης και τα πρωτότοκα από τα βόδια και τα πρόβατά σας, δια να μάθετε να ευλαβήσθε Κυριον τον Θεόν σας όλας τας ημέρας της ζωής σας.
24 ἐὰν δὲ μακρὰν γένηται ἡ ὁδὸς ἀπὸ σοῦ καὶ μὴ δύνῃ ἀναφέρειν αὐτά, ὅτι μακρὰν ἀπὸ σοῦ ὁ τόπος, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, ὅτι εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου,
Εάν όμως είναι μακρά η απόστασις από την κατοικίαν σου μέχρι του ναού και δεν σου είναι δυνατόν να φέρης εκεί αυτά τα δέκατα, στον τόπον δηλαδή που εξέλεξεν ο Κυριος δια να λατρεύετε το όνομά του, συ δε θέλης πράγματι να προσφέρης, από όσα η ευλογία του Κυρίου σου έδωσε,
25 καὶ ἀποδώσῃ αὐτὰ ἀργυρίου καὶ λήψῃ τὸ ἀργύριον ἐν ταῖς χερσί σου καὶ πορεύσῃ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτόν,
θα πωλήσης αυτά, θα πάρης το αντίτιμον αυτών εις τα χέρια σου και θα μεταβής στον τόπον, τον οποίον εξέλεξε Κυριος ο Θεός σου.
26 καὶ δώσεις ἀργύριον ἐπὶ παντός, οὗ ἂν ἐπιθυμῇ ἡ ψυχή σου, ἐπὶ βουσὶν ἢ ἐπὶ προβάτοις, ἐπ᾿ οἴνῳ ἢ ἐπὶ σίκερα ἢ ἐπὶ παντός, οὗ ἂν ἐπιθυμῇ ἡ ψυχή σου, καὶ φαγῇ ἐκεῖ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ εὐφρανθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου
Εκεί δύνασαι να δαπανήσης αυτά τα χρήματα και να αγοράσης ο,τι η ψυχή σου επιθυμεί να προσφέρης προς τον Θεόν, βόδια, πρόβατα, οίνον, οινοπνευματώδη ποτά και ο,τι άλλο επιθυμείς. ' Εκεί δε ενώπιον Κυρίου του Θεού σου θα φάγης και θα ευφρανθής συ και η οικογένειά σου.
27 καὶ ὁ Λευίτης ὁ ἐν ταῖς πόλεσί σου, ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτῷ μερὶς οὐδὲ κλῆρος μετὰ σοῦ.
Μαζή σου δε εκεί θα φάγη και ο Λευΐτης, που ευρίσκεται εις τας πόλεις σου, διότι αυτός δεν έχει μερίδιον κληρονομίας, όπως συ έχεις.
28 μετὰ τρία ἔτη ἐξοίσεις πᾶν τὸ ἐπιδέκατον τῶν γενημάτων σου· ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ θήσεις αὐτὸ ἐν ταῖς πόλεσί σου,
Καθε τρία χρόνια θα βάζης κατά μέρος ένά δέκατον από τα προϊόντα σου. Κατά το τρίτον δε αυτό έτος θα θέτης αυτό εις την πόλιν σου· δεν θα το προσφέρης στον ναόν.
29 καὶ ἐλεύσεται ὁ Λευίτης, ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτῷ μερὶς οὐδὲ κλῆρος μετὰ σοῦ, καὶ ὁ προσήλυτος καὶ ὁ ὀρφανὸς καὶ ἡ χήρα ἡ ἐν ταῖς πόλεσί σου καὶ φάγονται καὶ ἐμπλησθήσονται, ἵνα εὐλογήσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις, οἷς ἐὰν ποιῇς.
Θα έλθη δε ο Λευΐτης, διότι αυτός δεν έχει μερίδιον και κληρονομίαν εις την γην της Επαγγελίας, θα έλθη ο ξένος και το ορφανόν και η χήρα, που ευρίσκεται εις τας πόλεις σας, και θα φάγουν από το δέκατον αυτό και θα χορτάσουν. Δια την καλήν σου δε αυτήν πράξιν θα σε ευλογήση ο Θεός εις όλα τα έργα, τα οποία θα έκαμνες.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα