ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΠΑΝ ρῆμα ὃ ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, τοῦτο φυλάξῃ ποιεῖν· οὐ προσθήσεις ἐπ᾿ αὐτὸ οὐδὲ ἀφελεῖς ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Καθε εντολήν, την οποίαν εγώ σήμερα σας δίδω, θα επιμεληθήτε να την εφαρμόσετε. Ούτε θα προσθέσετε τίποτε εις αυτάς, ούτε και θα αφαιρέσετε.
2 ἐὰν δὲ ἀναστῇ ἐν σοὶ προφήτης ἢ ἐνυπνιαζόμενος τὸ ἐνύπνιον καὶ δῷ σοι σημεῖον ἢ τέρας
Εάν δε παρουσιασθή μεταξύ σας προφήτης (διδάσκαλος ψευδής) η άνθρωπος, ο οποίος βλέπει και ερμηνεύει όνειρα και σας, είπη ότι θα δώση κάποιο σημάδι η, θα κάμη κάποιο καταπληκτικό θαύμα,
3 καὶ ἔλθῃ τὸ σημεῖον ἢ τὸ τέρας, ὃ ἐλάλησε πρός σε λέγων· πορευθῶμεν καὶ λατρεύσωμεν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ οἴδατε,
και πραγματοποιήση έστω το σημάδι η το θαύμα, που σας προανήγγειλε, έπειτα δε σας είπη· “Ας πάμε να λατρεύσωμεν άλλους θεούς, τους οποίους δεν γνωρίζετε”,
4 οὐκ ἀκούσεσθε τῶν λόγων τοῦ προφήτου ἐκείνου ἢ τοῦ ἐνυπνιαζομένου τὸ ἐνύπνιον ἐκεῖνο, ὅτι πειράζει Κύριος ὁ Θεός σου ὑμᾶς εἰδέναι, εἰ ἀγαπᾶτε τὸν Θεὸν ὑμῶν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ὑμῶν καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ὑμῶν.
δεν θα δώσετε καμμίαν προσοχήν εις τα λόγια του ψεύδους εκείνου προφήτου η του ενιπνιαστού αλλά να σκεφθήτε ότι Κυριος ο Θεός σου επέτρεψε να γίνουν τα σημεία αυτά, δια να σας δοκιμάση και να γνωρίση, εάν πράγματι αγαπάτε τον Θεόν σας με όλην σας την καρδίαν και με όλην σας την ψυχήν.
5 ὀπίσω Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν πορεύσεσθε καὶ τοῦτον φοβηθήσεσθε καὶ τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσεσθε καὶ αὐτῷ προστεθήσεσθε.
Κυριον τον Θεόν σας, αυτόν μόνον θα ακολουθήστε, αυτόν θα φοβήσθε, αυτού τας εντολάς θα ακούετε και εις αυτόν θα προσκολληθήτε.
6 καὶ ὁ προφήτης ἐκεῖνος ἢ ὁ τὸ ἐνύπνιον ἐνυπνιαζόμενος ἐκεῖνος ἀποθανεῖται· ἐλάλησε γὰρ πλανῆσαί σε ἀπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τοῦ ἐξαγαγόντος σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, τοῦ λυτρωσαμένου σε ἐκ τῆς δουλείας, ἐξῶσαί σε ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετείλατό σοι Κύριος ὁ Θεός σου πορεύεσθαι ἐν αὐτῇ· καὶ ἀφανιεῖς τὸ πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.
Ο δε προφήτης εκείνος η ο ενυπνιαστής πρέπει να τιμωρηθή δια θανάτου, διότι εδίδαξε ψευδή δια να σε παραπλανήση και σε απομακρύνη από Κυριον τον Θεόν σου, ο οποίος σε έβγαλεν από την χώραν της Αιγύπτου και σε ηλευθέρωσε από την δουλείαν. Αυτός ο προφήτης ηθέλησε να σε ωθήση έξω από τον δρόμον, τον οποίον ο Θεός σε διέταξε να ακολουθής. Πρέπει να τον τιμωρήσης με θάνατον, δια να εξαφανίσης από ανάμεσά σας το κακόν, το οποίον εκείνος ήθελε να σας κάμη.
7 Ἐὰν δὲ παρακαλέσῃ σε ὁ ἀδελφός σου ἐκ πατρός σου ἢ ἐκ μητρός σου ἢ ὁ υἱός σου ἢ ἡ θυγάτηρ ἢ ἡ γυνή σου ἡ ἐν κόλπῳ σου ἢ φίλος ἴσος τῇ ψυχῇ σου λάθρα λέγων· βαδίσωμεν καὶ λατρεύσωμεν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ ᾔδεις σὺ καὶ οἱ πατέρες σου,
Εάν δε ακόμη και αυτός ο αδελφός σου, ο ομοπάτριος σε παρακαλέση η ο ομομήτριος, η ο υιός σου, η η κόρη σου, η η σύζυγος, που κρατείς εις την αγκάλην σου, η ο ισόψυχος φίλος σου και σου είπη κρυφίως “πάμε να λατρεύσωμεν άλλους θεούς, τους οποίους ούτε συ εγνώριζες, ούτε οι πατέρες σου,
8 ἀπὸ τῶν θεῶν τῶν ἐθνῶν τῶν περικύκλῳ ὑμῶν, τῶν ἐγγιζόντων σοι ἢ τῶν μακρὰν ἀπὸ σοῦ, ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου τῆς γῆς,
οι οποίοι θεοί είναι από τους θεούς των γύρω μας ειδωλολατρικών λαών”, αυτών που ευρίσκονται πλησίον σου η μακράν από σέ, στο ένα η, στο άλλο άκρον της γης,
9 οὐ συνθελήσεις αὐτῷ καὶ οὐκ εἰσακούσῃ αὐτοῦ καὶ οὐ φείσεται ὁ ὀφθαλμός σου ἐπ᾿ αὐτῷ, οὐκ ἐπιποθήσεις ἐπ᾿ αὐτῷ οὐδ᾿ οὐ μὴ σκεπάσῃς αὐτόν·
όχι μόνον δεν θα συμφωνήσης με αυτόν και δεν θα δεχθής τας πονηράς προτάσστου, αλλά δεν θα τον λυπηθή το μάτι σου, δεν θα τον λυπηθής και ούτε θα τον συγκαλύψης.
10 ἀναγγέλων ἀναγγελεῖς περὶ αὐτοῦ, καὶ αἱ χεῖρές σου ἔσονται ἐπ᾿ αὐτὸν ἐν πρώτοις ἀποκτεῖναι αὐτόν, καὶ αἱ χεῖρες παντὸς τοῦ λαοῦ ἐπ᾿ ἐσχάτῳ,
Θα τον καταγγείλης αμέσως, δια να καταδικασθή εις θάνατον· και στον λιθοδολισμόν του αι χείρες σου θα ρίψουν πρώται τον λίθον εναντίον του, διότι συ υπήρξες ο μάρτυς της κατηγορίας, και έπειτα αι χείρες του λαού θα τον λιθοβολήσουν.
11 καὶ λιθοβολήσουσιν αὐτὸν ἐν λίθοις, καὶ ἀποθανεῖται, ὅτι ἐζήτησεν ἀποστῆσαί σε ἀπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τοῦ ἐξαγαγόντος σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας.
Θα τον θανατώσουν δια λιθοβολισμού, θα τιμωρηθή δια θανάτου, διότι επεζήτησε να σε απομακρύνη από τον Κυριον και Θεόν σου, ο οποίος σε έβγαλε από την Αίγυπτον, από την χώραν της δουλείας.
12 καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἀκούσας φοβηθήσεται καὶ οὐ προσθήσωσι ποιῆσαι ἔτι κατὰ τὸ ρῆμα τὸ πονηρὸν τοῦτο ἐν ὑμῖν.
Οταν δε οι Ισραηλίται πληροφορηθούν την τιμωρίαν αυτήν, θα φοβηθούν και δεν θα τολμήση κανείς να επαναλάβη την κακήν αυτήν πράξιν μεταξύ σας.
13 Ἐὰν δὲ ἀκούσῃς ἐν μιᾷ τῶν πόλεών σου, ὧν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι κατοικεῖν σε ἐκεῖ, λεγόντων·
Εάν δε εις μίαν από τας πόλεις, την οποίαν Κυριος ο Θεός σας έδωσε ως κατοικίαν σας, ακούσης να λέγουν·
14 ἐξήλθοσαν ἄνδρες παράνομοι ἐξ ὑμῶν καὶ ἀπέστησαν πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν αὐτῶν λέγοντες· πορευθῶμεν καὶ λατρεύσωμεν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ ᾔδειτε,
“εβγήκαν παράνομοι άνδρες από σας και απεμάκρυναν από τον Θεόν τους κατοίκους της πολεώς των, λέγοντες δολίως, ας πάμε να λατρεύσωμεν άλλους θεούς, τους οποίους δεν εγνωρίζατε”,
15 καὶ ἐτάσεις καὶ ἐρωτήσεις καὶ ἐρευνήσεις σφόδρα, καὶ ἰδοὺ ἀληθὴς σαφῶς ὁ λόγος, γεγένηται τὸ βδέλυγμα τοῦτο ἐν ὑμῖν,
συ, θα εξετάσης, θα ερωτήσης, θα ερευνήσης με πολλήν επιμέλειαν και προσοχήν και εάν αποδειχθή αληθινή και βεβαία αυτή η κατηγορία, εάν δηλαδή όντως έλαβε χώραν μεταξύ σας αυτό το βδελυρόν γεγονός,
16 ἀναιρῶν ἀνελεῖς πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ γῇ ἐκείνῃ ἐν φόνῳ μαχαίρας, ἀναθέματι ἀναθεματιεῖτε αὐτὴν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ
σεις τότε θα φονεύσετε όλους τους κατοίκους της πόλεως εκείνης εν στόματι μαχαίρας, θα αναθεματίσετε εξ ολοκλήρου αυτήν και όσα υπάρχουν εις αυτήν.
17 καὶ πάντα τὰ σκῦλα αὐτῆς συνάξεις εἰς τὰς διόδους αὐτῆς καὶ ἐμπρήσεις τὴν πόλιν ἐν πυρὶ καὶ πάντα τὰ σκῦλα αὐτῆς πανδημεὶ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, καὶ ἔσται ἀοίκητος εἰς τὸν αἰῶνα, οὐκ ἀνοικοδομηθήσεται ἔτι.
Ολα δε τα λάφυρα αυτής θα τα συγκεντρώσετε στους δρόμους της και θα παραδώσετε στο πυρ, την πόλιν και όλα τα λάφυρά της, ενώπιον Κυρίου του Θεού σου και θα μείνη η πόλις εκείνη ακατοίκητος παντοτεινά· ουδέποτε πλέον θα ανοικοδομηθή.
18 καὶ οὐ προσκολληθήσεται οὐδὲν ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος ἐν τῇ χειρί σου, ἵνα ἀποστραφῇ Κύριος ἀπὸ θυμοῦ τῆς ὀργῆς αὐτοῦ καὶ δώσῃ σοι ἔλεος καὶ ἐλεήσῃ σε καὶ πληθύνῃ σε, ὃν τρόπον ὤμοσε τοῖς πατράσι σου,
Τιποτε από τα αναθεματισμένα πράγματα της πόλεως εκείνης δεν θα κρατήση το χέρι σου, δια να αποστρέψη έτσι ο Κυριος τον θυμόν και την οργήν του από σας, να σας ευσπλαγχνισθή, να σας ελεήση, να σας αυξήση και πολλαπλασιάση, όπως ωρκίσθη στους προγόνους σας.
19 ἐὰν ἀκούσῃς τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, φυλάσσειν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ποιεῖν τὸ καλὸν καὶ τὸ ἀρεστὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.
Και η ευλογία αυτή του Κυρίου θα έλθη και θα μείνη εις σας, εάν ακούσετε την φωνήν του, ώστε να τηρήτε τας εντολάς του, τας οποίας εγώ σήμερον σας διατάσσω, να πράττετε το κολόν και το ευάρεστον ενώπιον Κυρίου του Θεού σας.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα