ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ταῦτα τὰ προστάγματα καὶ αἱ κρίσεις, ἃς φυλάξετε τοῦ ποιεῖν ἐν τῇ γῇ, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν δίδωσιν ὑμῖν ἐν κλήρῳ πάσας τὰς ἡμέρας, ἃς ὑμεῖς ζῆτε ἐπὶ τῆς γῆς.
Αυτά δε είναι τα προστάγματα κα αι διατάξεις, τας οποίας θα φροντίσετε να τηρήτε εις την χώραν, την οποίαν Κυριος ο Θεός των πατέρων σας δίδει ως κληρονομίαν σας όλας τας ημέρας, που θα ζήσετε επί της γης.
2 ἀπωλείᾳ ἀπολεῖτε πάντας τοὺς τόπους, ἐν οἷς ἐλάτρευσαν ἐκεῖ τοῖς θεοῖς αὐτῶν, οὓς ὑμεῖς κληρονομεῖτε αὐτούς, ἐπὶ τῶν ὀρέων τῶν ὑψηλῶν καὶ ἐπὶ τῶν θινῶν καὶ ὑποκάτω δένδρου δασέος.
Θα καταστρέψετε εξ ολοκλήρου όλους τους τόπους, επάνω στους οποίους οι ειδωλολάτραι ελάτρευσαν τους θεούς των- τόπους οι οποίοι θα γίνουν πλέον ιδικοί σας- επάνω εις τα υψηλά όρη και στους λόφους και κάτω από βαθύσκια δένδρα.
3 καὶ κατασκάψετε τοὺς βωμοὺς αὐτῶν καὶ συντρίψετε τὰς στήλας αὐτῶν καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐκκόψετε καὶ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατακαύσετε πυρί, καὶ ἀπολεῖται τὸ ὄνομα αὐτῶν ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου.
Θα κατασκάψετε εκ θεμελίων τους βωμούς των, θα συντρίψετε τας ειδωλολατρικάς στήλας των, θα κόψετε από την ρίζαν τα ιερά δάση των, θα καύσετε στο πυρ τα αγάλματα των θεών των, και αυτά ακόμη τα ονόματά των θα τα εξαλείψετε από εκείνους τους τόπους.
4 οὐ ποιήσετε οὕτω Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν,
Δεν θα κάμετε όμως το ίδιον πράγμα δια τον Κυριον και Θεόν σας.
5 ἀλλ᾿ ἢ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐν μιᾷ τῶν πόλεων ὑμῶν ἐπονομάσαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ καὶ ἐπικληθῆναι, καὶ ἐκζητήσετε καὶ εἰσελεύσεσθε ἐκεῖ
Αλλά θα προσέρχεσθε να ζητήτε αυτόν, στον τόπον, τον οποίον θα εκλέξη Κυριος ο Θεός σας, εις μίαν από τας πόλεις σας, δια να τιμάται ιδιαιτέρως εκεί το όνομά του.
6 καὶ οἴσετε ἐκεῖ τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ τὰ θυσιάσματα ὑμῶν καὶ τὰς ἀπαρχὰς ὑμῶν καὶ τὰς εὐχὰς ὑμῶν καὶ τὰ ἑκούσια ὑμῶν καὶ τὰς ὁμολογίας ὑμῶν, τὰ πρωτότοκα τῶν βοῶν ὑμῶν καὶ τῶν προβάτων ὑμῶν
Εκεί θα προσφέρετε τα ολοκαυτώματά σας, τας θυσίας σας, τους πρώτους καρπούς από τα προϊόντα σας, τα ταξίματά σας, τας άλλας αυτοπροαιρέτους προσφοράς σας, ο,τι άλλο ηθέλατε ξεχωρίσει δια τον Κυριον, τα πρωτότοκα από τα βόδια σας και από τα πρόβατά σας.
7 καὶ φάγεσθε ἐκεῖ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν καὶ εὐφρανθήσεσθε ἐπὶ πᾶσιν, οὗ ἐὰν ἐπιβάλητε τὴν χεῖρα, ὑμεῖς καὶ οἱ οἶκοι ὑμῶν, καθότι εὐλόγησέ σε Κύριος ὁ Θεός σου.
Εκεί θα φάτε ενώπιον Κυρίου του Θεού σας και θα ευφρανθήτε δι' όλα αυτά, τα οποία προσφέρετε με το χέρι σας· θα είσθε ευτυχείς σεις και αι οικογενέιαί σας, με όλα όσα σας ηυλόγησεν Κυριος ο Θεός σας.
8 οὐ ποιήσετε πάντα ὅσα ἡμεῖς ποιοῦμεν ὧδε σήμερον, ἕκαστος τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιον αὐτοῦ·
Δεν θα κάμετε αυτά, που ημείς σήμερον κάμνομεν εδώ, όπου ο καθένας κάμνει ο,τι του αρέσει,
9 οὐ γὰρ ἥκατε ἕως τοῦ νῦν εἰς τὴν κατάπαυσιν καὶ εἰς τὴν κληρονομίαν ἣν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν δίδωσιν ὑμῖν.
διότι δεν έχετε εισέλθει ακόμη εις την ανάπαυσιν και εις την κληρονομίαν την οποίαν ο Κυριος ο Θεός μας δίδει εις σας.
10 καὶ διαβήσεσθε τὸν Ἰορδάνην, καὶ κατοικήσετε ἐπὶ τῆς γῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν κατακληρονομεῖ ὑμῖν, καὶ καταπαύσει ὑμᾶς ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν τῶν κύκλῳ, καὶ κατοικήσετε μετὰ ἀσφαλείας.
Οταν όμως διαβήτε τον Ιορδάνην και εγκατασταθήτε εις την γην, την οποίαν Κυριος ο Θεός μας κληροδοτεί εις σας, εκεί όπου θα σας αναπαύση και θα σας κατασφαλίση από όλους τους γύρω εχθρούς σας, και σεις θα κατοικήτε εκεί με ασφάλειαν,
11 καὶ ἔσται ὁ τόπος, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, ἐκεῖ οἴσετε πάντα, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ τὰ θυσιάσματα ὑμῶν καὶ τὰ ἐπιδέκατα ὑμῶν καὶ τὰς ἀπαρχὰς τῶν χειρῶν ὑμῶν καὶ πᾶν ἐκλεκτὸν τῶν δώρων ὑμῶν, ὅσα ἂν εὔξησθε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν,
τότε στον τόπον, τον οποίον θα εκλέξη ο Κυριος δια να λατρεύετε το όνομά του, εκεί θα προσφέρετε όσα εγώ σήμερον σας διατάσσω, δηλαδή τα ολοκαυτώματά σας, τας θυσίας σας, τα δέκατα των εισοδημάτων σας, τα πρωτογεννήματα από τους κόπους των χειρών σας και κάθε τι εκλεκτόν δώρον από τα δώρα σας, όσα ηθέλατε τάξει προς Κυριον τον Θεόν σας.
12 καὶ εὐφρανθήσεσθε ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν, ὑμεῖς καὶ οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν καὶ οἱ παῖδες ὑμῶν καὶ αἱ παιδίσκαι ὑμῶν καὶ ὁ Λευίτης ὁ ἐπὶ τῶν πυλῶν ὑμῶν, ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτῷ μερὶς οὐδὲ κλῆρος μεθ᾿ ὑμῶν.
Θα ευφρανθήτε ενώπιον Κυρίου του Θεού σας, σεις και οι υιοί σας και αι θυγατέρες σας, οι δούλοι σας και αι δούλαι σας και ο Λευΐτης, ο οποίος ευρίσκεται έξω από την θύραν σας, διότι αυτός δεν έχει μερίδιον και κλήρον μαζή με σας εις την γην της Επαγγελίας.
13 πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἀνενέγκῃς τὰ ὁλοκαυτώματά σου ἐν παντὶ τόπῳ, οὗ ἐὰν ἴδῃς,
Προσέχετε στον εαυτόν σας να μη προσφέρετε τα ολοκαυτώματά σας εις οιονδήποτε τόπον, τον οποίον σεις ηθέλατε ίδει και προτιμήσει,
14 ἀλλ᾿ ἢ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν φυλῶν σου, ἐκεῖ ἀνοίσετε τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ ἐκεῖ ποιήσεις πάντα, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον.
αλλά μόνον στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου, τον ωρισμένον τόπον εις μίαν από τας δώδεκα φυλάς σας, εκεί θα προσφέρετε τα ολοκαυτώματά σας και όλα όσα εγώ σας διατάσσω σήμερον.
15 ἀλλ᾿ ἢ ἐν πάσῃ ἐπιθυμίᾳ σου θύσεις καὶ φαγῇ κρέα κατὰ τὴν εὐλογίαν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἣν ἔδωκέ σοι ἐν πάσῃ πόλει· ὁ ἀκάθαρτος ἐν σοὶ καὶ ὁ καθαρὸς ἐπὶ τὸ αὐτὸ φάγεται αὐτό, ὡς δορκάδα ἢ ἔλαφον.
Εάν όμως επιθυμήσης να σφάξης ένα ζώον σου και να φάγης το κρέας του, δώρον το οποίον Κυριος ο Θεός σου σου έδωκεν, ημπορείς να το σφάξης και να το φάγης εις οιανδήποτε πόλιν. Από αυτό δύναται να φάγη όχι μόνον ο καθαρός κατά τον Νομον του Θεού, αλλά και ο ακάθαρτος, όπως αδιαφόρως τρώγετε το ζαρκάδι η το ελάφι.
16 πλὴν τὸ αἷμα οὐ φάγεσθε, ἐπὶ τὴν γῆν ἐκχεεῖτε αὐτὸ ὡς ὕδωρ
Αλλά το αίμα αυτών δεν θα το φάγετε· θα το χύσετε εις την γην, όπως χύνετε το νερό.
17 οὐ δυνήσῃ φαγεῖν ἐν ταῖς πόλεσί σου τὸ ἐπιδέκατον τοῦ σίτου σου καὶ τοῦ οἴνου σου καὶ τοῦ ἐλαίου σου, τὰ πρωτότοκα τῶν βοῶν σου καὶ τῶν προβάτων σου καὶ πάσας τάς εὐχάς, ὅσας ἂν εὔξησθε, καὶ τὰς ὁμολογίας ὑμῶν καὶ τὰς ἀπαρχὰς τῶν χειρῶν ὑμῶν,
Δεν επιτρέπεται όμως να φάγης μέσα εις τας οιασδήποτε πόλεις σου το δέκατον του σίτου σου και του οίνου σου και του ελαίου σου, τα πρωτότοκα των βοών και των προβάτων σου, τα ταξίματα που ήθελες κάμει προς τον Θεόν, τας αυτοπροαιρέτους προσφοράς και τα πρωτογεννήματα των αγρών σου, που συλλέγετε με τα χέρια σας.
18 ἀλλ᾿ ἢ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου φαγῇ αὐτὸ ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτῷ, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου καὶ ὁ προσήλυτος ὁ ἐν ταῖς πόλεσιν ὑμῶν, καὶ εὐφρανθήσῃ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ πάντα, οὗ ἐὰν ἐπιβάλῃς τὴν χεῖρά σου.
Αυτά, δώρα του Κυρίου και προσφοραί προς τον Κυριον, θα φαγωθούν στον ιερόν τόπον, τον οποίον θα εκλέξη δια τον εαυτόν του Κυριος ο Θεός σου. Θα φάγης αυτά συ, ο υιός σου και η κόρη σου, ο δούλος και η δούλη σου και ο ξένος, που θα ευρίσκεται εις τας πόλεις σας. Θα ευφρανθήτε ενώπιον Κυρίου του Θεού σας από όλα αυτά, που θα είναι και των ιδικών σας χειρών έργα.
19 πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἐγκαταλίπῃς τὸν Λευίτην πάντα τὸν χρόνον, ὅσον ἂν ζῇς ἐπὶ τῆς γῆς.
Προσέχετε να μη εγκαταλείψετε αβοηθήτον τον Λευΐτην όλον τον καιρόν, που θα ζήτε εις την χώραν σας.
20 Ἐὰν δὲ ἐμπλατύνῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὰ ὅριά σου, καθάπερ ἐλάλησέ σοι, καὶ ἐρεῖς· φάγομαι κρέα, ἐὰν ἐπιθυμήσῃ ἡ ψυχή σου ὥστε φαγεῖν κρέα, ἐν πάσῃ ἐπιθυμίᾳ τῆς ψυχῆς σου φαγῇ κρέα.
Εάν Κυριος ο Θεός σας ευρύνη τα όριά σας, όπως σας υπεσχέθη, και σας δώση τα αγαθά του, συ δε είπης· Θα φάγω κρέας. Εάν επιθυμή η ψυχή σου να φάγη κρέας, φάγε κατά την επιθυμίαν σου.
21 ἐὰν δὲ μακρὰν ἀπέχῃ σου ὁ τόπος, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐκεῖ ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, καὶ θύσεις ἀπὸ τῶν βοῶν σου καὶ ἀπὸ τῶν προβάτων σου, ὧν ἂν δῷ ὁ Θεός σοι, ὃν τρόπον ἐνετειλάμην σοι καὶ φαγῇ ἐν ταῖς πόλεσί σου κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ψυχῆς σου·
Εαν ο τόπος, εις τον οποίον μένεις, ευρίσκεται μακράν από τον τόπον, τον οποίον εξέλεξε Κυριος ο Θεός σου, δια να λατρεύεται εκεί το όνομά του, θα σφάξης από τα βόδια του και από τα πρόβατά σου, που σου έχει δώσει ο Θεός, και, όπως σε διέταξα, θα φάγης από αυτά εις τας πόλεις σου σύμφωνα με την επιθυμίαν και την διάθεσίν σου.
22 ὡς ἔσθεται ἡ δορκὰς καὶ ἡ ἔλαφος, οὕτω φαγῇ αὐτό, ὁ ἀκάθαρτος ἐν σοὶ καὶ ὁ καθαρὸς ὡσαύτως ἔδεται.
Οπως αδιαφόρως τρώγεται το ζαρκάδι και το ελάφι, έτσι και συ θα φάγης αυτό. Από αυτό θα φάγη επίσης, όχι μόνον ο κατά τον Νομον του Θεού καθαρός, αλλά και ο ακάθαρτος.
23 πρόσεχε ἰσχυρῶς τοῦ μὴ φαγεῖν αἷμα, ὅτι τὸ αἷμα αὐτοῦ ψυχή· οὐ βρωθήσεται ψυχὴ μετὰ τῶν κρεῶν,
Πρόσεχε όμως πολύ να μη φάγης αίμα, διότι το αίμα του ζώου είναι η ζωη του (κάθε δε ζωή ανήκει στον Θεόν). Δεν πρέπει να φαγωθή η ζωή μαζή με το κρέας.
24 οὐ φάγεσθε, ἐπὶ τὴν γῆν ἐκχεεῖτε αὐτὸ ὡς ὕδωρ·
Δεν θα φάγετε το αίμα, αλλά θα το χύσετε στο χώμα, όπως το νερό.
25 οὐ φαγῇ αὐτό, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ τοῖς υἱοῖς σου μετὰ σέ, ἐὰν ποιήσῃς τὸ καλὸν καὶ τὸ ἀρεστὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.
Δεν θα φάγης, λοιπόν, το αίμα του ζώου, δια να ζήσης έτσι ευτυχής συ και οι υιοί σου έπειτα από σέ, εάν θα πράξετε το καλόν και ευάρπτον ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.
26 πλὴν τὰ ἅγιά σου, ἐὰν γένηταί σοι, καὶ τὰς εὐχάς σου λαβὼν ἥξεις εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ,
Ομως τας αγίας προσφοράς σου, όταν αυτάς θα τας ετοιμάσης, και τα ταξίματά σου, λάβε τα και πρόσφερέ τα στον τόπον, τον οποίον θα εκλέξη Κυριος ο Θεός σου, δια να λατρεύεται εκεί το όνομά του.
27 καὶ ποιήσεις τὰ ὁλοκαυτώματά σου· τὰ κρέα ἀνοίσεις ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, τὸ δὲ αἷμα τῶν θυσιῶν σου προσχεεῖς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, τὰ δὲ κρέα φαγῇ.
Εκεί θα πρασφέρης τα ολοκαυτώματά σου, το κρέας με το αίμα επάνω στο θυσιαστήριον Κυρίου του Θεού σου. Το αίμα όμως των άλλων θυσιών, θα το χύσης εις την βάσιν του θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού σου, το δε κρέας αυτών θα το φάγετε σεις.
28 φυλάσσου καὶ ἄκουε καὶ ποιήσεις πάντας τοὺς λόγους, οὓς ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ τοῖς υἱοῖς σου δι᾿ αἰῶνος, ἐὰν ποιήσῃς τὸ ἀρεστὸν καὶ τὸ καλὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.
Πρόσεχε, άκουε, και θέσε εις εφαρμογήν όλας τας εντολάς, τας οποίας εγώ σε διατάσσω, δια να ζήσης ευτυχής συ και τα τέκνα σου πάντοτε, εφόσον θα πράττης το καλόν και ευάρεστον ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.
29 Ἐὰν δὲ ἐξολοθρεύσῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὰ ἔθνη, εἰς οὓς εἰσπορεύῃ ἐκεῖ κληρονομῆσαι τὴν γῆν αὐτῶν, ἀπὸ προσώπου σου καὶ κατακληρονομήσῃς αὐτήν, καὶ κατοικήσῃς ἐν τῇ γῇ αὐτῶν,
Οταν δε ο Κυριος εξολοθρεύση τα έθνη, εις τα οποία συ πορεύεσαι, δια να καταλάβης ως ιδικήν σου κληρονομίαν την χώραν αυτών, και την κληρονομήσης και εγκατασταθής εις αυτήν,
30 πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἐκζητήσῃς ἐπακολουθῆσαι αὐτοῖς μετὰ τὸ ἐξολοθρευθῆναι αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου σου λέγων· πῶς ποιοῦσι τὰ ἔθνη ταῦτα τοῖς θεοῖς αὐτῶν, ποιήσω κἀγώ.
πρόσεχε τον εαυτόν σου, μήπως τυχόν και ζητήσης να ακολουθήσης τρόπους ζωής των εθνών αυτών μετά την εξολόθρευσίν των, λέγων, ότι όπως κάμνουν τα έθνη αυτά στους θεούς των, έτσι θα κάμνω και εγώ στον Θεόν μου.
31 οὐ ποιήσεις οὕτω τῷ Θεῷ σου· τὰ γὰρ βδελύγματα Κυρίου, ἃ ἐμίσησεν, ἐποίησαν ἐν τοῖς θεοῖς αὐτῶν, ὅτι τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν κατακαίουσιν ἐν πυρὶ τοῖς θεοῖς αὐτῶν.
Οχι· δεν θα κάμης συ έτσι στον Θεόν σου· διότι αηδιαστικά και αποκρουστικά πράγματα, τα οποία εμίσησεν ο Θεός, έκαμαν αυτοί προς τους θεούς των, αφού έφθασαν μέχρι του σημείου να καίουν τους υιούς και τας θυγατέρας των εις την φωτιάν χάριν των θεών των.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα