ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΝ ἐκείνῳ τῷ καιρῷ εἶπε Κύριος πρός με· λάξευσον σεαυτῷ δύο πλάκας λιθίνας, ὥσπερ τὰς πρώτας, καὶ ἀνάβηθι πρός με εἰς τὸ ὄρος· καὶ ποιήσεις σεαυτῷ κιβωτὸν ξυλίνην·
Κατ' εκείνον τον καιρόν μου είπεν ο Κυριος· Πελέκησε συ ο ίδιος δύο λιθίνας πλάκας, όπως ήσαν αι δύο προηγούμεναι, και ανέβα στο όρος, προς εμέ. Επίσης συ ο ίδιος να κατασκευάσης και ένα ξύλινο κιβώτιον.
2 καὶ γράψεις ἐπὶ τὰς πλάκας τὰ ρήματα, ἃ ἦν ἐν ταῖς πλαξὶ ταῖς πρώταις, ἃς συνέτριψας, καὶ ἐμβαλεῖς αὐτὰς εἰς τὴν κιβωτόν.
Θα γράψης εις τας λιθίνας αυτάς πλάκας τας εντολάς, αι οποίαι ήσαν χαραγμέναι εις τας δύο προηγουμένας πλάκας, που συνέτριψες, και θα τοποθετήσης αυτάς στο κιβώτιον, την Κιβωτόν του Μαρτυρίου.
3 καὶ ἐποίησα κιβωτὸν ἐκ ξύλων ἀσήπτων καί ἐλάξευσα τὰς πλάκας λιθίνας, ὡς αἱ πρῶται· καὶ ἀνέβην εἰς τὸ ὄρος καὶ αἱ δύο πλάκες ἐπὶ ταῖς χερσί μου.
Εκαμα όπως μου είπεν ο Θεός. Κατεσκεύασα την κιβωτόν από ξύλα που δεν σήπονται, επελέκησα τας δύο λιθίνας πλάκας, όπως ήσαν αι προηγούμεναι, και ανέβηκα στο όρος κρατών εις τας χείρας μου τας δύο πλάκας.
4 καὶ ἔγραψεν ἐπὶ τὰς πλάκας κατὰ τὴν γραφὴν τὴν πρώτην τοὺς δέκα λόγους, οὓς ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐν τῷ ὄρει ἐκ μέσου τοῦ πυρός, καὶ ἔδωκεν αὐτὰς Κύριος ἐμοί.
Ο δε Κυριος έγραψεν επάνω εις τας δύο αυτάς πλάκας, ο,τι είχε γράψει εις τας προηγουμένας, δηλαδή τον Δεκάλογον, τας δέκα εντολάς, τας οποίας είχεν είπει προς σας ο Κυριος στο όρος το Σινά μέσα από το πυρ. Αυτάς δε και μου τας έδωκεν.
5 καὶ ἐπιστρέψας κατέβην ἐκ τοῦ ὄρους καὶ ἐνέβαλον τὰς πλάκας εἰς τὴν κιβωτόν, ἣν ἐποίησα, καὶ ἦσαν ἐκεῖ, καθὰ ἐνετείλατό μοι Κύριος.
Εγώ επέστρεψα, κατέβηκα από το όρος και έβαλα τας πλάκας μέσα εις την κιβωτόν, την οποίαν είχα κατασκευάσει, έμειναν δε και μένουν αυταί εκεί, όπως με διέταξεν ο Κυριος. Επειτα, όπως ενθυμείσθε,
6 καὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀπῇραν ἐκ Βηρὼθ υἱῶν Ἰακὶμ Μισαδαΐ· ἐκεῖ ἀπέθανεν Ἀαρὼν καὶ ἐτάφη ἐκεῖ, καὶ ἱεράτευσεν Ἐλεάζαρ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.
ανεχώρησαν οι Ισραηλίται από την Βηρώθ, την περιοχήν της φυλής Ιακίμ, και κατηυθύνθησαν προς Μισαδαΐ. Εκεί απέθανε και ετάφη ο Ααρών ο αρχιερεύς. Αντί δε του Ααρών έγινεν αρχιερεύς ο υιός του, ο Ελεάζαρ.
7 ἐκεῖθεν ἀπῇραν εἰς Γαδγὰδ καὶ ἀπὸ Γαδγὰδ εἰς Ἐτεβαθᾶ, γῆ χείμαρροι ὑδάτων.
Από εκεί επροχώρησαν οι Ισραηλίται εις Γαδγάδ και από την περιοχήν Γαδγάδ εις την διεύθυνσιν Ετεβαθά, εις περιοχήν όπου υπάρχουν ύδατα και χείμαρροι.
8 ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ διέστειλε Κύριος τὴν φυλὴν τὴν Λευὶ αἴρειν τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης Κυρίου, παρεστάναι ἔναντι Κυρίου, λειτουργεῖν καὶ ἐπεύχεσθαι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Κατά την εποχήν δε εκείνην εξεχώρισεν ο Κυριος την φυλήν Λευί από τας αλλάς φυλάς και ώρισε να μεταφέρη αυτή την Κιβωτόν της Διαθήκης του Κυρίου, να παρίσταται ενώπιον του Κυρίου, να λειτουργή και εν τω ονόματι του Κυρίου, να ευλογή τον λαόν, όπως γίνεται μέχρι σήμερον.
9 διὰ τοῦτο οὐκ ἔστι τοῖς Λευίταις μερὶς καὶ κλῆρος ἐν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν· Κύριος αὐτὸς κλῆρος αὐτοῦ, καθότι εἶπεν αὐτῷ.
Δια τούτο δεν υπάρχει μερίδιον γης και κληρονομία στους Λευΐτας μεταξύ των άλλων Ισραηλιτών, διότι αυτός ο ίδιος ο Κυριος, είναι η κληρονομία της φυλής Λευϊ, όπως είπεν εις αυτήν.
10 κἀγὼ εἱστήκειν ἐν τῷ ὄρει τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας, καὶ εἰσήκουσε Κύριος ἐμοῦ καὶ ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ, καὶ οὐκ ἠθέλησε Κύριος ἐξολοθρεῦσαι ὑμᾶς.
Εγώ έμεινα στο όρος Σινά τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας και προσηυχόμην δια σας· και ο Κυριος ήκουσε την πρασευχήν μου κατά τον καιρόν εκείνον και δεν ηθέλησε να σας εξολοθρεύση.
11 καὶ εἶπε Κύριος πρός με· βάδιζε, ἄπαρον ἐναντίον τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ εἰσπορευέσθωσαν καὶ κληρονομήτωσαν τὴν γῆν, ἣν ὤμοσα τοῖς πατράσιν αὐτῶν δοῦναι αὐτοῖς.
Αλλά είπεν ο Κυριος προς εμέ· Πηγαινε, αναχώρησε ως αρχηγός και προπορευόμενος του λαού αυτού, και ας εισέλθουν οι Ισραηλίται, δια να κληρονομήσουν την χώραν, την οποίαν με όρκον στους προπάτοράς των υπεσχέθην εγώ να δώσω εις αυτούς.
12 Καὶ νῦν, Ἰσραήλ, τί Κύριος ὁ Θεός σου αἰτεῖται παρὰ σοῦ, ἀλλ᾿ ἢ φοβεῖσθαι Κύριον τὸν Θεόν σου καὶ πορεύεσθαι ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ ἀγαπᾶν αὐτὸν καὶ λατρεύειν Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου,
Και τώρα, λαέ του Ισραήλ, τι άλλο ζητεί από σένα ο Θεός σου αντί όλων των ευεργεσιών του, ειμή μόνον να φοβήσαι τον Θεόν σου, να βαδίζης εις όλας τας οδούς αυτού, να αγαπάς και να λατρεύης Κυριον τον Θεόν σου, με όλην σου την καρδίαν και με όλην σου την ψυχήν,
13 φυλάσσεσθαι τάς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ἵνα εὖ σοι ᾖ;
να τηρής τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου και τους νόμους του, όσα εγώ σήμερον σε διατάσσω, δια να είσαι έτσι ευτυχής;
14 ἰδοὺ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ, ἡ γῆ καὶ πάντα ὅσα ἐστὶν ἐν αὐτῇ·
Ιδού ο ουρανός και ο υπεράνω του γηΐνου ουρανού έναστρος ουρανός, η γη και όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν, ανήκουν στον Κυριον και Θεόν σου.
15 πλὴν τοὺς πατέρας ὑμῶν προείλετο Κύριος ἀγαπᾶν αὐτούς, καὶ ἐξελέξατο τὸ σπέρμα αὐτῶν μετ᾿ αὐτοὺς ὑμᾶς παρὰ πάντα τὰ ἔθνη κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην.
Εν τούτοις από όλους τους εν τη γη λαούς εξέλεξεν ο Κυριος τους προγόνους σας να τους αγαπά και τους προστατεύη ιδιαιτέρως και έπειτα από αυτούς εξέλεξε τους απογόνους των, δηλαδή σας, ανάμεσα από όλα τα έθνη κατά τους χρόνους τούτους.
16 καὶ περιτεμεῖσθε τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν καὶ τὸν τράχηλον ὑμῶν οὐ σκληρυνεῖτε ἔτι·
Απέναντι λοιπόν των δωρεών αυτών του Θεού πρέπει και σεις να περικόψετε και να πετάξετε από επάνω σας την σκληρότητα και ανυπακοήν της καρδίας σας και να μη κρατήτε σκληρόν και άκαμπτον τον τράχηλόν σας απέναντι των εντολών του Κυρίου.
17 ὁ γὰρ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν οὗτος Θεὸς τῶν θεῶν καὶ Κύριος τῶν κυρίων, ὁ Θεὸς ὁ μέγας· καὶ ἰσχυρὸς καὶ φοβερός, ὅστις οὐ θαυμάζει πρόσωπον, οὐδ᾿ οὐ μὴ λάβῃ δῶρον,
Διότι Κυριος ο Θεός σας, αυτός είναι ο αληθινός Θεός, Θεός των θεών και Κυριος των κυρίων, ο Θεός ο μέγας, ο ισχυρός και φοβερός, ο οποίος δεν καταπλήσσεται από πρόσωπα, όσον έξοχα και αν είναι αυτά, και δεν θα δελεασθή με δώρα, ώστε να μη κρίνη δικαίως.
18 ποιῶν κρίσιν προσηλύτῳ καὶ ὀρφανῷ καὶ χήρᾳ, καὶ ἀγαπᾷ τὸν προσήλυτον δοῦναι αὐτῷ ἄρτον καὶ ἱμάτιον.
Είναι Θεός δίκαιος, ο οποίος κρίνει δικαίως και αποδίδει το δίκαιον στον ξένον, στο ορφανόν, εις την χήραν, και αγαπά τον ξένον, ώστε να δίδη και εις αυτόν άρτον και ένδυμα.
19 καὶ ἀγαπήσετε τὸν προσήλυτον· προσήλυτοι γὰρ ἦτε ἐν γῇ Αἰγύπτῳ.
Και σεις πρέπει να αγαπήσετε τον ξένον, διότι κάποτε, εκεί εις την Αίγυπτον, υπήρξατε και σεις ξένοι.
20 Κύριον τὸν Θεόν σου φοβηθήσῃ καὶ αὐτῷ λατρεύσεις καὶ πρὸς αὐτὸν κολληθήσῃ καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ὀμῇ·
Κυριον τον Θεόν σου μόνον αυτόν να φοβήσαι και αυτόν να λατρεύης και εις αυτόν θα προσκολληθής και στο όνομα αυτού θα ορκίζεσαι.
21 οὗτος καύχημά σου καὶ οὗτος Θεός σου, ὅστις ἐποίησεν ἐν σοὶ τὰ μεγάλα καὶ τὰ ἔνδοξα ταῦτα, ἃ εἴδοσαν οἱ ὀφθαλμοί σου.
Αυτός ο Θεός σου θα είναι το καύχημά σου, ο οποίος επραγματοποίησεν εις σε τα μεγάλα και ένδοξα αυτά, τα οποία είδον τα μάτια σου.
22 ἐν ἑβδομήκοντα ψυχαῖς κατέβησαν οἱ πατέρες σου εἰς Αἴγυπτον, νυνὶ δὲ ἐποίησέ σε Κύριος ὁ Θεός σου ὡσεὶ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει.
Ενθυμήσου, ότι εβδομήκοντα ήσαν όλοι-όλοι οι, πρόγονοί σου, ο Ιακώβ με τους απογόνους του, οι οποίοι κατέβησαν από την Χαναάν εις την Αίγυπτον. Τωρα δε ο Κυριος σας επλήθυνε τόσον πολύ, ώστε κατά τον αριθμόν να είσθε όσα είναι τα άστρα του ουρανού.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα