ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΓΩ Ναβουχοδονόσορ εὐθηνῶν ἤμην ἐν τῷ οἴκῳ μου καὶ εὐθαλῶν.
Εγώ ο Ναβουχοδονόσορ ήμουν κατά πάντα υγιής και ευτυχής εις τα ανάκτορά μου.
2 ἐνύπνιον εἶδον, καὶ ἐφοβέρισέ με, καὶ ἐταράχθην ἐπὶ τῆς κοίτης μου, καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς μου ἐτάραξάν με.
Είδα όμως ένα όνειρον, το οποίον με κατεφόβισεν. Εξηπλωμένος επάνω εις την κλίνην μου εταράχθην. Τα οράματα αυτά της διανοίας μου με συνεκλόνισαν.
3 καὶ δι' ἐμοῦ ἐτέθη δόγμα τοῦ εἰσαγαγεῖν ἐνώπιόν μου πάντας τοὺς σοφοὺς Βαβυλῶνος, ὅπως τὴν σύγκρισιν τοῦ ἐνυπνίου γνωρίσωσί μοι.
Εξέδωσα, λοιπόν, διαταγήν να παρουσιάσουν ενώπιόν μου όλους τους σοφούς της Βαβυλώνος, δια να μου δώσουν την ερμηνείαν του ονείρου αυτού.
4 καὶ εἰσεπορεύοντο οἱ ἐπαοιδοί, μάγοι, γαζαρηνοί, Χαλδαῖοι, καὶ τὸ ἐνύπνιον ἐγὼ εἶπα ἐνώπιον αὐτῶν, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ οὐκ ἐγνώρισάν μοι,
Ηλθαν προς εμέ οι εξορκισταί, οι μάγοι, οι αστρολόγοι Χαλδαίοι και εγώ είπα προς αυτούς το ενύπνιόν μου, αλλά εκείνοι δεν κατώρθωσαν να μου δώσουν την ερμηνείαν του,
5 ἕως ἦλθε Δανιήλ, οὗ τὸ ὄνομα Βαλτάσαρ κατὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου, ὃς πνεῦμα Θεοῦ ἅγιον ἐν ἑαυτῷ ἔχει, καὶ τὸ ἐνύπνιον ἐνώπιον αὐτοῦ εἶπα·
μέχρις ότου ήλθεν ο Δανιήλ, του οποίου το όνομα είναι Βαλτάσαρ, έχει δηλαδή το όνομα τούτο του Θεού μου· αυτός, λοιπόν, ο Δανιήλ έχει Αγιον Πνεύμα Θεού και προς αυτόν είπα το όνειρόν μου.
6 Βαλτάσαρ ὁ ἄρχων τῶν ἐπαοιδῶν, ὃν ἐγὼ ἔγνων ὅτι πνεῦμα Θεοῦ ἅγιον ἐν σοὶ καὶ πᾶν μυστήριον οὐκ ἀδυνατεῖ σε, ἄκουσον τὴν ὅρασιν τοῦ ἐνυπνίου μου, οὗ εἶδον, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ εἰπόν μοι·
Βαλτάσαρ, άρχων των μάγων, γνωρίζω καλά ότι εις σε κατοικεί το Αγιον Πνεύμα του Θεού και ότι κανενός μυστηρίου η λύσις δεν είναι δια σε αδύνατος. Ακουσε, λοιπόν, το όραμα του ενυπνίου μου, το οποίον είδα και ειπέ εις εμέ την ερμηνείαν.
7 ἐπὶ τῆς κοίτης μου ἐθεώρουν, καὶ ἰδοὺ δένδρον ἐν μέσῳ τῆς γῆς, καὶ τό ὕψος αὐτοῦ πολύ.
Εκοιμώμην εις την κλίνην μου και είδα· ιδού ένα δένδρον μεγάλου ύψους στο μέσον της πεδιάδος.
8 ἐμεγαλύνθη τὸ δένδρον καὶ ἴσχυσε, καὶ τὸ ὕψος αὐτοῦ ἔφθασεν ἕως τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸ κῦτος αὐτοῦ εἰς τὸ πέρας ἁπάσης τῆς γῆς·
Το δένδρον αυτό εμεγάλωσεν, ανεπτύχθη υπερβολικά. Το ύψος του έφθασεν έως τον ουρανόν και η έκτασίς του εκάλυψε τα πέρατα όλης της γης.
9 τὰ φύλλα αὐτοῦ ὡραῖα, καὶ ὁ καρπὸς αὐτοῦ πολύς, καὶ τροφὴ πάντων ἐν αὐτῷ· καὶ ὑποκάτω αὐτοῦ κατεσκήνουν τὰ θηρία τὰ ἄγρια, καὶ ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ κατῴκουν τὰ ὄρνεα τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐτρέφετο πᾶσα σάρξ.
Τα φύλλα του ήσαν ωραία. Οι καρποί του άφθονοι, από τους οποίους όλοι ετρέφοντο. Κατω από αυτό είχαν τας φωλεάς των τα αγρία θηρία και στους κλάδους του κατοικούσαν τα πουλιά του ουρανού. Από αυτό ετρέφοντο όλα τα ζωντανά όντα.
10 ἐθεώρουν ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς ἐπὶ τῆς κοίτης μου, καὶ ἰδοὺ εἲρ καὶ ἅγιος ἀπ' οὐρανοῦ κατέβη
Ενῷ λοιπόν εξηπλωμένος και κοιμώμενος εις την κλίνην μου έβλεπα τα νυκτερινά αυτά οράματα, αίφνης κατέβηκε από τον ουρανόν άγιος άγγελος.
11 καὶ ἐφώνησεν ἐν ἰσχύϊ καὶ οὕτως εἶπε· ἐκκόψατε τὸ δένδρον καὶ ἐκτίλατε τοὺς κλάδους αὐτοῦ καὶ ἐκτινάξατε τὰ φύλλα αὐτοῦ καὶ διασκορπίσατε τὸν καρπὸν αὐτοῦ· σαλευθήτωσαν τὰ θηρία ὑποκάτωθεν αὐτοῦ καὶ τὰ ὄρνεα ἀπὸ τῶν κλάδων αὐτοῦ·
Εφώναξε με μεγάλην φωνήν και είπε τα εξής· Κοψατε το δένδρον αυτό, μαδήσατε τους κλάδους του, τινάξατε κάτω τα φύλλα του, διασκορπίσατε τον καρπόν του. Ας φύγουν τρομαγμένα τα θηρία, που ήσαν κάτω από αυτό, και τα πτηνά, που ήσαν στους κλάδους του.
12 πλὴν τὴν φυὴν τῶν ριζῶν αὐτοῦ ἐν τῇ γῇ ἐάσατε καὶ ἐν δεσμῷ σιδηρῷ καὶ χαλκῷ καὶ ἐν τῇ χλόῃ τῇ ἔξω, καὶ ἐν τῇ δρόσῳ τοῦ οὐρανοῦ κοιτασθήσεται, καὶ μετὰ τῶν θηρίων ἡ μερὶς αὐτοῦ ἐν τῷ χόρτῳ τῆς γῆς.
Αφήσατε μόνον το φύτρον των ριζών του μέσα εις την γην. Με δεσμά σιδηρά και χάλκινα δέσατε τον άνθρωπον, που συμβολίζεται με το δένδρον αυτό. Αυτός θα κοιμάται στο εξής έξω εις την χλόην, κάτω από την δροσιά του ουρανού. Θα έχη μέρος και συναναστροφήν με τα θηρία και θα τρώγη το χορτάρι της γης.
13 ἡ καρδία αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἀλλοιωθήσεται, καὶ καρδία θηρίου δοθήσεται αὐτῷ, καὶ ἑπτὰ καιροὶ ἀλλαγήσονται ἐπ' αὐτόν.
Η καρδία του θα μεταβληθή, θα γίνη διαφορετική από την καρδιάν των ανθρώπων. Θα δοθή εις αυτόν καρδία θηρίου. Επτά χρονικάς περιόδους θα περάση ο άνθρωπος αυτός εις την κατάστασιν αυτήν.
14 διὰ συγκρίματος εἲρ ὁ λόγος, καὶ ρῆμα ἁγίων τὸ ἐπερώτημα, ἵνα γνῶσιν οἱ ζῶντες ὅτι Κύριός ἐστιν ὁ ὕψιστος τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ᾧ ἐὰν δόξῃ, δώσει αὐτὴν καὶ ἐξουδένωμα ἀνθρώπων ἀναστήσει ἐπ' αὐτήν.
Απόφασις διαγγελθείσα από ουράνιον άγγελον είναι ο λόγος αυτός. Αποτελεί απάντησιν εις ερώτημα, το οποίον ετέθη υπό των αγίων στον ουρανόν, δια να μάθουν οι ζώντες επί της γης, ότι ο Κυριος του κόσμου είναι ο Υψιστος, ο κυρίαρχος επί πάσαν βασιλείαν ανθρώπων. Και ότι εις εκείνον, που αυτός θα κρίνη καλόν να δώση την εξουσίαν, θα την δώση. Και εις τα χέρια του είναι να αναδείξη και εγκαταστήση επί την εξουσίαν ο άνθρωπον άσημον και περιφρονημένον.
15 τοῦτο τὸ ἐνύπνιον, ὃ εἶδον ἐγὼ Ναβουχοδονόσορ ὁ βασιλεύς, καὶ σύ, Βαλτάσαρ, τὸ σύγκριμα εἰπόν, ὅτι πάντες οἱ σοφοὶ τῆς βασιλείας μου οὐ δύνανται τὸ σύγκριμα αὐτοῦ δηλῶσαί μοι, σὺ δέ, Δανιήλ, δύνασαι, ὅτι πνεῦμα Θεοῦ ἅγιον ἐν σοί. ~
Αυτό είναι το ενύπνιον, το οποίον εγώ ο Ναδουχοδονόσορ ο βασιλεύς είδον. Συ δέ, Βαλτάσαρ, είπέ μου την ερμηνείαν, διότι όλοι οι άλλοι σοφοί της βασιλείας μου δεν είναι ικανοί να μου δώσουν το νόημά του. Συ όμως, Δανιήλ, ημπορείς, διότι υπάρχει εις σε το Αγιον Πνεύμα του Θεού”.
16 Τότε Δανιήλ, οὗ τὸ ὄνομα Βαλτάσαρ, ἀπηνεώθη ὡσεὶ ὥραν μίαν, καὶ οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ συνετάρασσον αὐτόν. καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπεν· Βαλτάσαρ, τὸ ἐνύπνιον καὶ ἡ σύγκρισις μὴ κατασπευσάτω σε· καὶ ἀπεκρίθη Βαλτάσαρ καὶ εἶπε· κύριε, τὸ ἐνύπνιον ἔστω τοῖς μισοῦσί σε καὶ ἡ σύγκρισις αὐτοῦ τοῖς ἐχθροῖς σου.
Τοτε ο Δανιήλ, ο οποίος επωνομάζετο και Βαλτάσαρ, έμεινε συγκεχυμένος και βωβός μίαν περίπου ώραν, ενώ οι διαλογισμοί του τον συνετάρασσαν. Ωμίλησε πάλιν ο βασιλεύς και είπε· “Βαλτάσαρ, ας μη βιάζεσαι, δια να είπης σύντομα το όνειρον και την ερμηνείαν του”. Ο Βαλτάσαρ απήντησε· “κύριε, το όνειρον αυτό ας επαλήθευση και ας πραγματοποιηθή εις βάρος εκείνων, οι οποίοι σε μισούν. Η ερμηνεία του ας πέση επάνω στους εχθρούς σου.
17 τὸ δένδρον, ὃ εἶδες τὸ μεγαλυνθὲν καὶ τὸ ἰσχυκός, οὗ τὸ ὕψος ἔφθανεν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ τὸ κῦτος αὐτοῦ εἰς πᾶσαν τὴν γῆν
Το δένδρον, το οποίον είδες, το τόσον μέγα και ισχυρόν, του οποίου το ύψος έφθανεν έως στον ουρανόν, και η κόμη αυτού ηπλώνετο εις πάσαν την γην,
18 καὶ τὰ φύλλα αὐτοῦ εὐθαλῆ καὶ ὁ καρπὸς αὐτοῦ πολὺς καὶ τροφὴ πᾶσιν ἐν αὐτῷ, ὑποκάτω αὐτοῦ κατῴκουν τὰ θηρία τὰ ἄγρια καὶ ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ κατεσκήνουν τὰ ὄρνεα τοῦ οὐρανοῦ,
τα δε φύλλα του ήσαν θαλλερά και ο καρπός του άφθονος, δίδων τροφήν εξ αυτού εις όλους, το δένδρον υποκάτω από το οποίον κατοικούσαν τα άγρια θηρία, εις δε τους κλάδους του εφώληαζαν τα πουλιά του ουρανού,
19 σὺ εἶ, βασιλεῦ, ὅτι ἐμεγαλύνθης καὶ ἴσχυσας καὶ ἡ μεγαλωσύνη σου ἐμεγαλύνθη καὶ ἔφθασεν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἡ κυριεία σου εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς.
είσαι συ, βασιλεύ, διότι πράγματι εμεγαλύνθης, έγινες ισχυρός, το μεγαλείον σου εκραταιώθη και έφθασεν έως στον ουρανόν και η κυριαρχία σου έως εις τα πέρατα της γης.
20 καὶ ὅτι εἶδεν ὁ βασιλεὺς εἲρ καὶ ἅγιον καταβαίνοντα ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ εἶπεν· ἐκτίλατε τὸ δένδρον καὶ διαφθείρατε αὐτό, πλὴν τὴν φυὴν τῶν ριζῶν αὐτοῦ ἐν τῇ γῇ ἐάσατε καὶ ἐν δεσμῷ σιδηρῷ καὶ ἐν χαλκῷ καὶ ἐν τῇ χλόῃ τῇ ἔξω, καὶ ἐν τῇ δρόσῳ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται, καὶ μετὰ θηρίων ἀγρίων ἡ μερὶς αὐτοῦ, ἕως οὗ ἑπτὰ καιροὶ ἀλλοιωθῶσιν ἐπ' αὐτόν,
Ο δε άγγελος, τον οποίον είδεν ο βασιλεύς, τον άγιον εκείνον να κατεβαίνη από τον ουρανόν και να λέγη· Μαδήσατε το δένδρον, καταστρέψατέ το, πλην αφήσατε την φύτραν των ριζών του μέσα εις την γην, δέσατέ το με δεσμά σιδερένια και χάλκινα και αφήσατέ το να μένη έξω εις την χλόην· θα έχη τον καταυλισμόν του κάτω από την δρόσον του ουρανού, η κατοικία του θα είναι ανάμεσα από τα αγρία θηρία, μέχρις ότου συμπληρωθούν δι' αυτόν επτά καιροί,
21 τοῦτο ἡ σύγκρισις αὐτοῦ, βασιλεῦ. καὶ σύγκριμα Ὑψίστου ἐστίν, ὃ ἔφθασεν ἐπὶ τὸν κύριόν μου τὸν βασιλέα,
ιδού, λοιπόν, τώρα και η ερμηνεία του, ω βασιλεύ· η ερμηνεία αυτή προέρχεται από αυτόν τον Υψιστον Θεόν. Και αυτό που αποκαλύπτει δια του ονείρου ο Θεός, θα πέση συντόμως επάνω στον κύριόν μου τον βασιλέα.
22 καὶ σὲ ἐκδιώξουσιν ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ μετὰ θηρίων ἀγρίων ἔσται ἡ κατοικία σου, καὶ χόρτον ὡς βοῦν ψωμιοῦσί σε καὶ ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσῃ, καὶ ἑπτὰ καιροὶ ἀλλαγήσονται ἐπὶ σέ, ἕως οὗ γνῷς ὅτι κυριεύει ὁ ¨Υψιστος τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ᾧ ἂν δόξῃ, δώσει αὐτήν.
Θα σε εκδιώξουν εκ μέσου των ανθρώπων, θα κατοικής με τα αγρία θηρία, θα σε τρέφουν με χορτάρι ωσάν το βόϊδι, θα καταυλισθής στο ύπαιθρον κάτω από την δρόσον του ουρανού, θ' αλλάξουν επτά καιροί επάνω εις σέ, μέχρις ότου μάθης και γνωρίσης, ότι ο Υψιστος κυριαρχεί επί της βασιλείας όλων των ανθρώπων και ο οποίος δίδει την βασιλείαν του κόσμου εις εκείνον, που θέλει.
23 καὶ ὅτι εἶπαν· ἐάσατε τὴν φυὴν τῶν ριζῶν τοῦ δένδρου, ἡ βασιλεία σου σοὶ μενεῖ, ἀφ' ἧς ἂν γνῷς τὴν ἐξουσίαν τὴν οὐράνιον.
Εκείνο δε που είπαν οι άγγελοι του ουρανού· “αφήσατε την φύτραν των ριζών του δένδρου”, σημαίνει ότι η βασιλεία σου θα διατηρηθή δια σε και θα την αποκτήσης, από τότε που θα αναγνώρισης την εξουσίαν της ουρανίου βασιλείας.
24 διὰ τοῦτο, βασιλεῦ, ἡ βουλή μου ἀρεσάτω σοι καὶ τὰς ἁμαρτίας σου ἐν ἐλεημοσύναις λύτρωσαι καὶ τὰς ἀδικίας ἐν οἰκτιρμοῖς πενήτων· ἴσως ἔσται μακρόθυμος τοῖς παραπτώμασί σου ὁ Θεός. ~
Δια τούτο, βασιλεύ, ας φανή αρεστή και ας γίνη δεκτή από σε η συμβουλή μου· φρόντισε να εξαλείψης τας αμαρτίας σου με ελεημοσύνας και τας αδικίας σου με έλεος και φιλανθρωπίαν προς τους πτωχούς. Ισως θα φανή έτσι μακρόθυμος ο Θεός δια τα αμαρτήματά σου”.
25 Ταῦτα πάντα ἔφθασεν ἐπὶ Ναβουχοδονόσορ τὸν βασιλέα.
Ολα αυτά συνέβησαν στον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα.
26 μετὰ δωδεκάμηνον ἐπὶ τῷ ναῷ τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἐν Βαβυλῶνι περιπατῶν
Δωδεκα μήνας έπειτα αυτό το όνειρον, ενώ αυτός επεριπατούσε στον εν Βαβυλώνι ναόν της βασιλείας του,
27 ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς καὶ εἶπεν· οὐχ αὕτη ἐστὶ Βαβυλὼν ἡ μεγάλη, ἣν ἐγὼ ᾠκοδόμησα εἰς οἶκον βασιλείας ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος μου εἰς τιμὴν τῆς δόξης μου;
επήρε τον λόγον και είπεν· “αυτή δεν είναι η μεγάλη Βαβυλών, την οποίαν εγώ ανοικοδόμησα ως πρωτεύουσαν της βασιλείας μου, με την μεγάλην μου ισχύν και δύναμιν, ώστε να διαλαλή την μεγαλειότητά μου και την δόξαν μου”;
28 ἔτι τοῦ λόγου ἐν τῷ στόματι τοῦ βασιλέως ὄντος, φωνὴ ἀπ' οὐρανοῦ ἐγένετο· σοὶ λέγουσι, Ναβουχοδονόσορ βασιλεῦ, ἡ βασιλεία παρῆλθεν ἀπὸ σοῦ,
Ενῷ ευρίσκετο ο λόγος αυτός ακόμη στο στόμα του βασιλέως, ήλθε φωνή από τον ουρανόν. “Εις σέ, βασιλεύ Ναδουχοδονόσορ, απευθύνεται ο λόγος αυτός· η βασιλεία σου επέρασεν, αφηρέθη από σέ,
29 καὶ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων σέ ἐκδιώξουσι, καὶ μετὰ θηρίων ἀγρίων ἡ κατοικία σου καὶ χόρτον ὡς βοῦν ψωμιοῦσί σε, καὶ ἑπτὰ καιροὶ ἀλλαγήσονται ἐπὶ σέ, ἕως οὗ γνῷς, ὅτι κυριεύει ὁ ¨Υψιστος τῆς βασιλείας τῶν ἀνθρώπων, καὶ ᾧ ἂν δόξῃ, δώσει αὐτήν.
Θα σε εκδιώξουν από την κοινωνίαν των ανθρώπων και η κατοικία σου θα είναι ανάμεσα εις τα θηρία τα άγρια. Θα σε τρέφουν με χορτάρι, ωσάν το βόϊδι και θα περάσουν επτά καιροί επάνω σου, έως ότου μάθης και γνώρισης, ότι ο Υψιστος Θεός είναι ο κύριος της βασιλείας των ανθρώπων και ότι δίδει αυτός την βασιλείαν εις εκείνον, τον οποίον θέλει”.
30 αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὁ λόγος συνετελέσθη ἐπὶ Ναβουχοδονόσορ, καὶ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐξεδιώχθη καὶ χόρτον ὡς βοῦς ἤσθιε, καὶ ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐβάφη, ἕως οὗ αἱ τρίχες αὐτοῦ ὡς λεόντων ἐμεγαλύνθησαν καὶ οἱ ὄνυχες αὐτοῦ ὡς ὀρνέων. ~
Κατά την στιγμήν ακριβώς εκείνην εξεπληρώθη δια τον Ναδουχοδονόσορα η προφητεία του ονείρου. Διότι αυτός έχασε το λογικόν του, εξεδιώχθη από την κοινωνίαν των ανθρώπων, έτρωγεν ωσάν βόϊδι χορτάρι και η δρόσος του ουρανού έβρεχε το σώμα του, έως ότου αι τρίχες αυτού εμεγάλωσαν ωσάν τας τρίχας του λέοντος και τα νύχια του έγιναν ωσάν τα νύχια των αρπακτικών ορνέων.
31 Καὶ μετὰ τὸ τέλος τῶν ἡμερῶν ἐγὼ Ναβουχοδονόσορ τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνέλαβον, καὶ αἱ φρένες μου ἐπ' ἐμὲ ἐπεστράφησαν, καὶ τῷ Ὑψίστῳ ηὐλόγησα καὶ τῷ ζῶντι εἰς τὸν αἰῶνα ᾔνεσα καὶ ἐδόξασα, ὅτι ἡ ἐξουσία αὐτοῦ ἐξουσία αἰώνιος καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ εἰς γενεὰν καὶ γενεάν,
“Μετά το πέρας του χρονικού αυτού διαστήματος, εγώ ο Ναδουχοδονόσορ, ύψωσα τους οφθαλμούς μου στον ουρανόν και το λογικόν μου επανήλθεν. Εδόξασα τον Υψιστον και υμνολόγησα εκείνον, ο οποίος ζη στους αιώνας των αιώνων, τον εδοξολόγησα, διότι εις αυτόν πράγματι είναι αιώνιος η εξουσία και η βασιλεία του εις γενεάν γενεών.
32 καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν ὡς οὐδὲν ἐλογίσθησαν, καὶ κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖ ἐν τῇ δυνάμει τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐν τῇ κατοικίᾳ τῆς γῆς, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἀντιποιήσεται τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ ἐρεῖ αὐτῷ· τί ἐποίησας;
Και όλοι οι άνθρωποι, που κατοικούν την γην, ως ένα τίποτε είναι ενώπιον του. Συμφωνα με το θέλημά του διατάσσει και πράττει εις τας δυνάμστου ουρανού και στους ανθρώπους της γης. Και δεν υπάρχει κανείς, ο οποίος θα η μπορέση να εμποδίση το παντοδύναμον χέρι του και να πη εις αυτόν τι έπραξες;
33 αὐτῷ τῷ καιρῷ αἱ φρένες μου ἐπεστράφησαν ἐπ' ἐμέ, καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῆς βασιλείας μου ἦλθον, καὶ ἡ μορφή μου ἐπέστρεψεν ἐπ' ἐμέ, καὶ οἱ τύραννοί μου καὶ οἱ μεγιστᾶνές μου ἐζήτουν με, καὶ ἐπὶ τὴν βασιλείαν μου ἐκραταιώθην, καὶ μεγαλωσύνη περισσοτέρα προσετέθη μοι.
Κατ' αυτόν τον καιρόν η διανοητική μου υγεία αποκατεστάθη και επανήλθον εις την δάξαν της βασιλείας μου. Η μορφή και η όλη εμφάνισίς μου αποκατεστάθη εις την προτέραν της κατάστασιν, οι άρχοντές μου και οι μεγιστάνες μου με ανεζητούσαν, η βασιλεία μου έγινε πάλιν ισχυρά, η δε δόξα προσετέθη ακόμη μεγαλυτέρα εις εμέ.
34 νῦν οὖν ἐγὼ Ναβουχοδονόσορ αἰνῶ καὶ ὑπερυψῶ καὶ δοξάζω τὸν βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ ἀληθινὰ καὶ αἱ τρίβοι αὐτοῦ κρίσεις, καὶ πάντας τοὺς πορευομένους ἐν ὑπερηφανίᾳ δύναται ταπεινῶσαι.
Και τώρα, λοιπόν, εγώ, ο Ναδουχοδονόσορ, υμνολογώ και υπερυψώνω και δοξάζω τον βασιλέα του ουρανού, διότι όλα τα έργα αύτού είναι αληθινά, αι οδοί του δίκαιαι και ορθαί και ημπορεί να ταπεινώση όλου εκείνους, οι οποίοι πορεύονται με υπερηφάνειαν”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα