ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐποίησεν Ἰωσίας τὸ φασὲκ τῷ Κυρίῳ Θεῷ αὐτοῦ, καὶ ἔθυσε τὸ φασὲκ τῇ τεσσαρεσκαιδεκάτῃ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς τοῦ πρώτου.
Ο Ιωσίας εόρτασε το Πασχα προς δόξαν Κυρίου του Θεού αυτού. Προσέφερεν ως θυσίαν τον πασχάλιον αμνόν κατά την δεκάτην τετάρτην ημέραν του πρώτου μηνός.
2 καὶ ἔστησε τοὺς ἱερεῖς ἐπὶ τὰς φυλακὰς αὐτῶν καὶ κατίσχυσεν αὐτοὺς εἰς τὰ ἔργα οἴκου Κυρίου.
Διώρισε τους ιερείς εις τας υπηρεσίας των και τους ανεθάρυννε να εκτελούν τας εργασίας των στον ναόν του Κυρίου.
3 καὶ εἶπε τοῖς Λευίταις τοῖς δυνατοῖς ἐν παντὶ Ἰσραὴλ τοῦ ἁγιασθῆναι αὐτοὺς τῷ Κυρίῳ, καὶ ἔθηκαν τὴν κιβωτὸν τὴν ἁγίαν εἰς τὸν οἶκον, ὃν ᾠκοδόμησε Σαλωμὼν υἱὸς Δαυὶδ τοῦ βασιλέως Ἰσραήλ. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· οὐκ ἔστιν ὑμῖν ἐπ' ὤμων ἆραι οὐδέν· νῦν οὖν λειτουργήσατε τῷ Κυρίῳ Θεῷ ὑμῶν καὶ τῷ λαῷ αὐτοῦ Ἰσραὴλ
Εις δε τους Λευίτας, οι οποίοι είχον ως καθήκον να διδάσκουν όλον τον ισραηλιτικόν λαόν και ήσαν αφιερωμένοι στον Κυριον, είπε και έθεσαν την Ιεράν Κιβωτόν στον ναόν, τον οποίον οικοδόμησεν ο Σολομών ο υιός του Δαυίδ του βασιλέως του ισραηλιτικού λαού. Και προσέθεσεν ο βασιλεύς. “Δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να σηκώνετε τίποτε επάνω στους ώμους σας. Από τώρα και στο εξής θα προσφέρετε τας άλλας υπηρεσίας εις Κυριον τον Θεόν σας και στον λαόν αυτού τον ισραηλιτικόν.
4 καὶ ἑτοιμάσθητε κατ' οἴκους πατριῶν ὑμῶν καὶ κατὰ τὰς ἐφημερίας ὑμῶν κατὰ τὴν γραφὴν Δαυὶδ βασιλέως Ἰσραὴλ καὶ διὰ χειρὸς Σαλωμὼν υἱοῦ αὐτοῦ
Τακτοποιηθήτε κατά τους πατριαρχικούς σας οίκους και κατά τας τάξεις σύμφωνα με την ταξινόμησίν σας, την οποίαν γραπτώς παρέδωκεν ο Δαυίδ ο βασιλεύς του Ισραήλ και η οποία παρεδόθη μέχρις ημών δια του υιού του του Σολομώντος.
5 καὶ στῆτε ἐν τῷ οἴκῳ κατὰ τὰς διαιρέσεις οἴκων πατριῶν ὑμῶν τοῖς ἀδελφοῖς ὑμῶν υἱοῖς τοῦ λαοῦ, καὶ μερὶς οἴκου πατριᾶς τοῖς Λευίταις,
Να είσθε, λοιπόν, πάντοτε έτοιμοι προς υπηρεσίαν στον ναόν του Κυρίου, σύμφωνα με τας τάξεις των πατριαρχικών σας οίκων μεταξύ των αδελφών σας του ισραηλιτικού λαού. Θα υπάρχη λοιπόν, δια τους Λευίτας μία κατανομή σύμφωνα με τους οίκους των πατριαρχικών οικογενειών των.
6 καὶ θύσατε τὸ φασὲκ καὶ ἑτοιμάσατε τοῖς ἀδελφοῖς ὑμῶν τοῦ ποιῆσαι κατὰ τὸν λόγον Κυρίου διὰ χειρὸς Μωυσῆ.
Βοηθήσατε, λοιπόν, εις την θυσίαν του Πασχα και ετοιμάσατε αυτήν δια τους αδελφούς σας σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, που εδόθη δια μέσου του Μωϋσέως”.
7 καὶ ἀπήρξατο Ἰωσίας τοῖς υἱοῖς τοῦ λαοῦ πρόβατα καὶ ἀμνοὺς καὶ ἐρίφους ἀπὸ τῶν τέκνων τῶν αἰγῶν, πάντα εἰς τὸ φασέκ, καὶ πάντας τοὺς εὑρεθέντας εἰς ἀριθμὸν τριάκοντα χιλιάδας καὶ μόσχων τρεῖς χιλιάδας· ταῦτα ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τοῦ βασιλέως.
Ο βασιλεύς Ιωσίας έκαμεν αρχήν και έδωσεν στον λαόν πρόβατα, αμνούς, ερίφια αιγών· έδωσεν όλα αυτά δια το Πασχα και δι' όλους εκείνους, οι οποίοι ευρέθησαν εκεί. Ο αριθμός των προβάτων, που προσεφέρθησαν, ανήλθεν εις τριάκοντα χιλιάδας, των δε μόσχων εις τρεις χιλιάδας. Ολα δε αυτά προήρχοντο από την ιδιαιτέραν περιουσίαν του βασιλέως.
8 καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ ἀπήρξαντο τῷ λαῷ καὶ τοῖς ἱερεῦσι καὶ τοῖς Λευίταις· ἔδωκε δὲ Χελκίας καὶ Ζαχαρίας καὶ Ἰιὴλ οἱ ἄρχοντες τοῖς ἱερεῦσιν οἴκου Θεοῦ καὶ ἔδωκεν εἰς τὸ φασὲκ πρόβατα καὶ ἀμνοὺς καὶ ἐρίφους δισχίλια ἑξακόσια καὶ μόσχους τριακοσίους.
Και οι άρχοντες του βασιλέως προσέφεραν στον λαόν, στους ιερείς και στους Λευίτας ζώα προς θυσίας. Ο Χελκίας, ο Ζαχαρίας, ο Ιειήλ, οι αρχηγοί, έδωκαν στους ιερείς του ναού του Θεού δια το Πασχα δύο χιλιάδας εξακόσια πρόβατα, αμνούς και ερίφια και τριακοσίους μόσχους.
9 καὶ Χωνενίας καὶ Βαναίας καὶ Σαμαίας καὶ Ναθαναὴλ ἀδελφὸς αὐτοῦ καὶ Ἀσαβίας καὶ Ἰιὴλ καὶ Ἰωζαβὰδ ἄρχοντες τῶν Λευιτῶν ἀπήρξαντο τοῖς Λευίταις εἰς τὸ φασὲκ πρόβατα πεντακισχίλια καὶ μόσχους πεντακοσίους.
Ο Χωνενίας, ο Βαναίας, ο Σαμαίας και ο αδελφός του ο Ναθαναήλ, ο Ασαβίας, ο Ιειήλ, ο Ιωζαβάδ, οι αρχηγοί των Λευιτών έδωκαν προθύμως προς τους Λευίτας δια το Πασχα πέντε χιλιάδας πρόβατα και πεντακοσίους μόσχους.
10 καὶ κατωρθώθη ἡ λειτουργία, καὶ ἔστησαν οἱ ἱερεῖς ἐπὶ τὴν στάσιν αὐτῶν καὶ οἱ Λευῖται ἐπὶ τὰς διαιρέσεις αὐτῶν κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ βασιλέως
Ετσι δε ετακτοποιήθη η όλη υπηρεσία. Οι ιερείς ίσταντο εις τας θέσεις των, οι Λευίται εις τας τάξεις των, σύμφωνα με την εντολήν του βασιλέως.
11 καὶ ἔθυσαν τὸ φασέκ, καὶ προσέχεαν οἱ ἱερεῖς τὸ αἷμα ἐκ χειρὸς αὐτῶν, καὶ οἱ Λευῖται ἐξέδειραν.
Οι Λευίται εθυσίαζαν τας πασχαλινάς θυσίας, οι δε ιερείς ελάμβαναν τα αίμα των θυσιών από τα χέρια των Λευιτών και έχυναν αυτό στο θυσιαστήριον. Οι Λευίται είχαν αναλάβει επί πλέον το έργον της εκδοράς των θυσιαζομένων ζώων.
12 καὶ ἡτοίμασαν τὴν ὁλοκαύτωσιν παραδοῦναι αὐτοῖς κατὰ τὴν διαίρεσιν κατ' οἴκους πατριῶν τοῖς υἱοῖς τοῦ λαοῦ τοῦ προσάγειν τῷ Κυρίῳ, ὡς γέγραπται ἐν βίβλῳ Μωυσῆ, καὶ οὕτως εἰς τὸ πρωΐ.
Ετακτοποίησαν τα τεμάχια τα προοριζόμενα προς ολοκαύτωσιν, δια να παραδώσουν αυτά εις τας τάξεις των οικογενειών των ανθρώπων του λαού, να προσφέρουν αυτά προς τον Κυριον, όπως είναι γραμμένον στο βιβλίον του Μωϋσέως. Το ίδιο έκαμε και δια την θυσίαν της επομένης ημέρας.
13 καὶ ὤπτησαν τὸ φασὲκ ἐν πυρὶ κατὰ τὴν κρίσιν καὶ τὰ ἅγια ὕψησαν ἐν τοῖς χαλκείοις καὶ ἐν τοῖς λέβησι· καὶ εὐωδώθη, καὶ ἔδραμον πρὸς πάντας τοὺς υἱοὺς τοῦ λαοῦ.
Εψησαν ταν πασχάλιον αμνόν στο πυρ, όπως διέτασσεν ο Νομος, τας δε άλλας ιεράς θυσίας έβρασαν εις τα χάλκινα δοχεία και τους λέβητας. Το έργον των κατευωδώθη. Κατόπιν έσπευσαν να διανείμουν αυτά εις όλους τους ανθρώπους του λαού.
14 καὶ μετὰ τὸ ἑτοιμάσαι αὐτοῖς καὶ τοῖς ἱερεῦσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἐν τῷ ἀναφέρειν τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ τὰ στέατα ἕως νυκτός, καὶ οἱ Λευῖται ἡτοίμασαν αὐτοῖς καὶ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν υἱοῖς Ἀαρών.
Κατόπιν ητοίμασαν το Πασχα δι' αυτούς και δια τους ιερείς. Ητοίμασαν δε αυτοί τα Πασχα και δια τους ιερείς, επειδή οι ιερείς ήσαν απησχολημένοι να προσφέρουν τα ολοκαυτώματα και τα λιπαρά μέρη των ζώων έως την νύκτα. Δι' αυτό οι Λευίται ητοίμασαν το Πασχα και δια τον εαυτόν των και δια τους αδελφούς των τους ιερείς, τους απογόνους του Ααρών.
15 καὶ οἱ ψαλτῳδοὶ υἱοὶ Ἀσὰφ ἐπὶ τῆς στάσεως αὐτῶν κατὰ τὰς ἐντολὰς Δαυὶδ καὶ Ἀσὰφ καὶ Αἰμὰν καὶ Ἰδιθὼμ οἱ προφῆται τοῦ βασιλέως καὶ οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ πυλωροὶ πύλης καὶ πύλης, οὐκ ἦν αὐτοῖς κινεῖσθαι ἀπὸ τῆς λειτουργίας τῶν ἁγίων, ὅτι ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ Λευῖται ἡτοίμασαν αὐτοῖς.
Οι ψάλται οι απόγονοι του Ασάφ ευρίσκοντο και αυτοί εις τας θέσεις των σύμφωνά με τας εντολάς, που είχε δώσει ο Δαυίδ, ο Ασάφ, ο Αιμάν και ο Ιδιθώμ, οι προφήται αυτοί του βασιλέως και οι άρχοντες αυτού. Επίσης εις τας θέσεις των ευρίσκοντο και οι θυρωροί των διαφόρων πυλών, διότι εις αυτούς δεν ήτο επιτετραμμένον να μετακινηθούν από τας θέσεις των, από την υπηρεσίαν δηλαδή των ιερών χώρων. Δι' αυτό και οι αδελφοί των, οι Λευίται, ητοίμασαν και δι' αυτούς το Πασχα.
16 καὶ κατωρθώθη καὶ ἡτοιμάσθη πᾶσα ἡ λειτουργία Κυρίου ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τοῦ ποιῆσαι τὸ φασὲκ καὶ ἐνεγκεῖν τὰ ὁλοκαυτώματα ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον Κυρίου κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ βασιλέως Ἰωσίου.
Ετσι επετεύχθη και ητοιμάσθη όλη η λειτουργία της υπηρεσίας του Κυρίου κατά την ημέραν εκείνην, ώστε να εορτασθή το Πασχα, να προσφερθούν τα ολοκαυτώματα στο θυσιαστήριον του Κυρίου σύμφωνα με την εντολήν του βασιλέως Ιωσίου.
17 καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ οἱ εὑρεθέντες τὸ φασὲκ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ καὶ τὴν ἑορτὴν τῶν ἀζύμων ἑπτὰ ἡμέρας.
Οι Ισραηλίται, οι οποίοι ευρέθησαν εκεί, εώρτασαν το Πασχα κατά τον καιρόν εκείνον και την εορτήν των αζύμων επί επτά ημέρας.
18 καὶ οὐκ ἐγένετο φασὲκ ὅμοιον αὐτῷ ἐν Ἰσραὴλ ἀπὸ ἡμερῶν Σαμουὴλ τοῦ προφήτου καὶ παντὸς βασιλέως Ἰσραὴλ οὐκ ἐποίησαν τὸ φασέκ, ὃ ἐποίησεν Ἰωσίας καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ Ἰσραὴλ ὁ εὑρεθεὶς καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ τῷ Κυρίῳ.
Ομοιον Πασχα προς αυτό δεν είχεν εορτασθή μεταξύ των Ισραηλιτών από τας ημέρας του προφήτου Σαμουήλ. Κανείς βασιλεύς του Ισραήλ δεν εώρτασε τόσον λαμπρόν Πασχα, όμοιον προς εκείνο που εώρτασεν ο βασιλεύς Ιωσίας, οι ιερείς, οι Λευίται, όλοι οι Ιουδαίοι και οι Ισραηλίται, που ήσαν εκεί παρόντες, μαζή με τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ.
19 τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ ἔτει τῆς βασιλείας Ἰωσίου ἐποιήθη τὸ φασὲκ τοῦτο.
Αυτό το Πασχα έγινε κατά το δέκατον όγδοον έτος της βασιλείας του Ιωσίου.
19α καὶ τοὺς ἐγγαστριμύθους καὶ τοὺς γνώστας καὶ τὰ θεραφὶν καὶ τὰ εἴδωλα καὶ τὰ καρησίμ, ἃ ἦν ἐν γῇ Ἰούδα καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐνεπύρισεν ὁ βασιλεὺς Ἰωσίας, ἵνα στήσῃ τοὺς λόγους τοῦ νόμου τοὺς γεγραμμένους ἐπὶ τοῦ βιβλίου, οὗ εὗρε Χελκίας ὁ ἱερεὺς ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου.
Ο βασιλεύς Ιωσίας παρέδωσεν στο πυρ τους εγγαστριμύθους, τους μάγους, τα ειδωλολατρικά αγαλμάτια, τα είδωλα και τα άλλα βδελυρά σύμβολα της ειδωλολατρικής θρησκείας, τα οποία υπήρχον εις την χώραν της Ιουδαίας και εις την πόλιν Ιερουσαλήμ, δια να εφαρμόση έτσι τας εντολάς του Νομου, που ήσαν γραμμέναι στο βιβλίον, το οποίον είχεν ανεύρει ο Χελκίας ο αρχιερεύς στον ναόν του Κυρίου.
19β ὅμοιος αὐτῷ οὐκ ἐγενήθη ἔμπροσθεν αὐτοῦ, ὃς ἐπέστρεψε πρὸς Κύριον ἐν ὅλῃ καρδίᾳ αὐτοῦ καὶ ἐν ὅλῃ ψυχῇ αὐτοῦ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ κατὰ πάντα τὸν νόμον Μωυσῆ, καὶ μετ' αὐτὸν οὐκ ἀνέστη ὅμοιος αὐτῷ·
Βασιλεύς όμοιος προς τον Ιωσίαν δεν υπήρξε ποτέ προ αυτού, ο οποίος να είχε δώσει προς τον Κυριον όλην του την καρδίαν και όλην του την ψυχήν και όλην του την δύναμιν, δια να ζήση σύμφωνα με όλα όσα υπήρχον στον Νομον του Μωϋσέως. Αλλά και έπειτα από αυτόν δεν παρουσιάσθη όμοιος προς αυτόν βασιλεύς.
19γ πλὴν οὐκ ἀπεστράφη Κύριος ἀπὸ ὀργῆς θυμοῦ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου, οὗ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐν τῷ Ἰούδᾳ, ἐπὶ πάντα τὰ παροργίσματα αὐτοῦ, ἃ παρώργισε Μανασσῆς.
Ο Κυριος όμως δεν απέστρεψεν την φοβεράν και μεγάλην αυτού οργήν εναντίον του Ιούδα και εναντίον όλων των εξοργιστικών ειδωλολατρικών πράξεων, με τας οποίας ο Μανασσής προηγουμένως είχε παροργίσει τον Θεόν.
19δ καὶ εἶπε Κύριος· καί γε τὸν Ἰούδαν ἀποστήσω ἀπὸ προσώπου μου, καθὼς ἀπέστησα τὸν Ἰσραήλ, καὶ ἀπωσάμην τὴν πόλιν, ἣν ἐξελεξάμην τὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ τὸν οἶκον ὃν εἶπα· ἔσται τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ.
Δια τούτο ο Κυριος είπε· “και από αυτούς ακόμη τους Ιουδαίους θα αποσύρω την προστασίαν μου, όπως την απέσυρα από τον άλλον ισραηλιτικόν λαόν και θα απωθήσω μακράν από εμέ την Ιερουσαλήμ, την πόλιν, την οποίαν εγώ εξέλεξα και τον ναόν, δια τον οποίον εγώ είχα είπει· Εκεί θα υμνήται το Ονομά μου”.
20 Καὶ ἀνέβη φαραὼ Νεχαὼ βασιλεὺς Αἰγύπτου ἐπὶ τὸν βασιλέα Ἀσσυρίων ἐπὶ τὸν ποταμὸν Εὐφράτην, καὶ ἐπορεύθη βασιλεὺς Ἰωσίας εἰς συνάντησιν αὐτῷ.
Ετσι και έγινε. Ο Φαραώ Νεχαώ, βασιλεύς της Αιγύπτου εξεστράτευσεν εναντίον των Ασσυρίων παρά τον ποταμόν τον Ευφράτην. Ο βασιλεύς Ιωσίας εξήλθε, δια να πολεμήση εναντίον του.
21 καὶ ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν ἀγγέλους λέγων· τί ἐμοὶ καὶ σοί, βασιλεῦ Ἰούδα; οὐκ ἐπὶ σὲ ἥκω σήμερον πόλεμον πολεμῆσαι, καὶ ὁ Θεὸς εἶπε τοῦ κατασπεῦσαί με· πρόσεχε ἀπὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ μετ' ἐμοῦ μὴ καταφθείρῃ σε.
Ο Φαραώ απέστειλεν αγγελιαφόρους προς τον Ιωσίαν και του είπα· “τι διαφοράς έχομεν ημείς μεταξύ μας, βασιλέα του Ιούδα; Εγώ δεν έχω έλθει σήμερον να πολεμήσω εναντίον σου, διότι ο Θεός με διέταξε να σπεύσω εναντίον άλλων. Παψε λοιπόν να εξοργίζης τον θεόν μου, δια να μη σε εξολοθρεύση”.
22 καὶ οὐκ ἀπέστρεψεν Ἰωσίας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀπ' αὐτοῦ, ἀλλ' ἢ πολεμεῖν αὐτὸν ἐκραταιώθη καὶ οὐκ ἤκουσε τῶν λόγων Νεχαὼ διά στόματος Θεοῦ καὶ ἦλθε τοῦ πολεμῆσαι ἐν τῷ πεδίῳ Μαγεδδώ.
Ο Ιωσίας όμως δεν ηθέλησε να αποχωρήση από τον βασιλέα της Αιγύπτου, αλλά ώρμησε να πολεμήση εναντίον του. Δεν ήκουσε τα λόγια του Νεχαώ, που ήσαν λόγια του Θεού, και ήλθε να πολεμήση εναντίον του Νεχαώ, εις την πεδιάδα Μαγεδδώ.
23 καὶ ἐτόξευσαν οἱ τοξόται ἐπὶ βασιλέα Ἰωσίαν· καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς παισὶν αὐτοῦ· ἐξαγάγετέ με, ὅτι ἐπόνεσα σφόδρα.
Οι τοξόται του Φαραώ έρριψαν τα τόξα των εναντίον του βασιλέως Ιωσία και τον επλήγωσαν. Ο βασιλεύς είπεν στους δούλους του· “βγάλτε με μακράν από την μάχην, διότι επληγώθηκα βαρειά”.
24 καὶ ἐξήγαγον αὐτὸν οἱ παῖδες αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἅρματος καὶ ἀνεβίβασαν αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἅρμα τὸ δευτεραῖον, ὃ ἦν αὐτῷ, καὶ ἤγαγον αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλήμ· καὶ ἀπέθανε καὶ ἐτάφη μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ. καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλὴμ ἐπένθησαν ἐπὶ Ἰωσίαν,
Οι δούλοι του τον κατέβασαν από το πολεμικόν του άρμα και τον ανεβίβασαν εις δεύτερον άρμα αναπαυτικώτερον, το οποίον ανήκεν εις αυτόν, και έτσι τον έφεραν εις την Ιερουσαλήμ. Ο Ιωσίας απέθανε και ετάφη μαζή με τους προπάτοράς του. Ολοι οι Ιουδαίοι, μάλιστα δε οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, επένθησαν δια τον θάνατον του Ιωσίου.
25 καὶ ἐθρήνησεν Ἱερεμίας ἐπὶ Ἰωσίαν, καὶ εἶπαν πάντες οἱ ἄρχοντες καὶ αἱ ἄρχουσαι θρῆνον ἐπὶ Ἰωσίαν ἕως τῆς σήμερον· καὶ ἔδωκαν αὐτὸν εἰς πρόσταγμα ἐπὶ Ἰσραήλ, καὶ ἰδοὺ γέγραπται ἐπὶ τῶν θρήνων.
Ωδάς θρήνων συνέθεσεν ο προφήτης Ιερεμίας δια τον Ιωσίαν. Ολοι δε οι ψαλτωδοί, άνδρες και γυναίκες, συνέθεσαν και αυτοί θρήνους δια ταν Ιωσίαν, οι οποίοι υπάρχουν μέχρι σήμερον. Οι θρήνοι δε αυτοί δια τον Ιωσίαν επεβλήθησαν και εψάλλοντο από όλον τον ισραηλιτικόν λαόν. Ιδού, αυτοί οι θρήνοι έχουν γραφή στο βιβλίον των θρήνων.
26 καὶ ἦσαν οἱ λοιποὶ λόγοι Ἰωσίου καὶ ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ γεγραμμένα ἐν νόμῳ Κυρίου·
Τα υπόλοιπα έργα του Ιωσίου και αι άλλαι αυτού πράξεις, όπως και η έλπίς του εις όλα όσα ήσαν γραμμένα στον Νομον του Κυρίου,
27 καὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ ἔσχατοι ἰδοὺ γεγραμμένοι ἐπὶ βιβλίῳ βασιλέων Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα.
τα έργα αυτού, τα πρώτα και τα τελευταία, ιδού, είναι γραμμένα στο βιβλίον των βασιλέων του Ισραήλ και του Ιούδα.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα