ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ μετὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἦλθε Σενναχηρὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων καὶ ἦλθεν ἐπὶ Ἰούδαν καὶ παρενέβαλεν ἐπὶ τὰς πόλεις τὰς τειχήρεις καὶ εἶπε προκαταλαβέσθαι αὐτάς.
Επειτα από τα γεγονότα αυτά, τας συμφώνους προς το θέλημα του Θεού πράξεις αυτάς του Εζεκίου, ο Σενναχηρίμ ο βασιλεύς των Ασσυρίων εξεστράτευσεν εναντίον της Ιουδαίας, επολιόρκησε τας οχυράς πόλεις και έδωσε διαταγήν να τας καταλάβουν.
2 καὶ εἶδεν Ἐζεκίας ὅτι ἥκει Σενναχηρὶμ καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ πολεμῆσαι ἐπὶ Ἱερουσαλήμ,
Οταν ο Εζεκίας είδεν ότι είχεν έλθει ο Σενναχηρίμ με τον σκοπόν να πολεμήση κατά της Ιερουσαλήμ,
3 καὶ ἐβουλεύσατο μετὰ τῶν πρεσβυτέρων αὐτοῦ καὶ τῶν δυνατῶν ἐμφράξαι τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν, ἃ ἦν ἔξω τῆς πόλεως, καὶ συνεπίσχυσαν αὐτῷ.
συνεσκέφθη και απεφάσισε με τους πρεσβυτέρους της πόλεως και τους άλλους γενναίους άνδρας να κλείσουν τας πηγάς των υδάτων, που ήσαν έξω από την πόλιν της Ιερουσαλήμ. Οι πρεσβύτεροι και οι άλλοι τον ενεθάρρυναν στο έργον αυτό.
4 καὶ συνήγαγε λαὸν πολὺν καὶ ἐνέφραξε τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν καὶ τὸν ποταμὸν τὸν διορίζοντα διὰ τῆς πόλεως λέγων· μὴ ἔλθῃ βασιλεὺς Ἀσσοὺρ καὶ εὕρῃ ὕδωρ πολὺ καὶ κατισχύσῃ.
Ο βασιλεύς συνεκέντρωσε πολύν λαόν και έφραξε τας πηγάς των υδάτων και το ποτάμι, που έρρεε πλησίον της πόλεως, λέγων· “αυτό γίνεται, δια να μη εύρη πολύ ύδωρ, όταν έλθη ο βασιλεύς των Ασσυρίων και μας νικήση”.
5 καὶ κατίσχυσεν Ἐζεκίας καὶ ᾠκοδόμησε πᾶν τὸ τεῖχος τὸ κατεσκαμμένον καὶ πύργους καὶ ἔξω προτείχισμα ἄλλο καὶ κατίσχυσε τὸ ἀνάλημμα τῆς πόλεως Δαυὶδ καὶ κατεσκεύασεν ὅπλα πολλά.
Ο Εζεκίας έλαβε θάρρος ανοικοδόμησεν όλον το τείχος της Ιερουσαλήμ, όπου αυτό είχε καταστροφή, και τους πύργους αυτού, έκτισεν άλλο τείχος έξω από την πόλιν και ενίσχυσε το φρούριον της πόλεως Δαυίδ. Επί πλέον δε κατεσκεύασε και πολλά όπλα.
6 καὶ ἔθετο ἄρχοντας τοῦ πολέμου ἐπὶ τὸν λαόν, καὶ συνήχθησαν πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τὴν πλατεῖαν τῆς πύλης τῆς φάραγγος, καὶ ἐλάλησεν ἐπὶ καρδίαν αὐτῶν λέγων·
Ωρισε στρατιωτικούς αρχηγούς επί του στρατού, οι οποίοι και συνεκεντρώθησαν κοντά εις αυτόν εις την πλατείαν της πύλης της φάραγγος. Προς αυτούς ωμίλησεν εις τας καρδίας των ο βασιλεύς και είπε·
7 ἰσχύσατε καὶ ἀνδρίζεσθε καὶ μὴ φοβηθῆτε, μηδὲ πτοηθῆτε ἀπὸ προσώπου βασιλέως Ἀσσοὺρ καὶ ἀπὸ προσώπου παντὸς τοῦ ἔθνους τοῦ μετ' αὐτοῦ, ὅτι μεθ' ἡμῶν πλείονες ἢ μετ' αὐτοῦ·
“έχετε θάρρος, φανήτε ανδρείοι, μη φοβηθήτε και μη πτοηθήτε εξ αιτίας του βασιλέως των Ασσυρίων και εξ αιτίας όλου του λαού, που ευρίσκεται μαζή του, διότι εκείνοι που είναι μαζή μας, είναι περισσότεροι, από εκείνους που είναι μαζή του.
8 μετ' αὐτοῦ βραχίονες σάρκινοι, μεθ' ἡμῶν δὲ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τοῦ σῴζειν καὶ τοῦ πολεμεῖν τὸν πόλεμον ἡμῶν. καὶ κατεθάρσησεν ὁ λαὸς ἐπὶ τοῖς λόγοις Ἐζεκίου βασιλέως Ἰούδα.
Με τον βασιλέα των Ασσυρίων είναι βραχίονες σάρκινοι, ενώ μαζή μας είναι Κυριος ο Θεός μας, ο οποίος είναι ικανός να μας σώζη από κινδύνους, να αναλαμβάνη και οδηγή εις νίκην τον πόλεμάν μας”. Ο λαός επήρε θάρρος από τα λόγια αυτά του Εζεκίου βασιλέως των Ιουδαίων.
9 καὶ μετὰ ταῦτα ἀπέστειλε Σενναχηρὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων τοὺς παῖδας ἑαυτοῦ ἐπὶ Ἱερουσαλήμ, καὶ αὐτὸς ἐπὶ Λαχὶς καὶ πᾶσα ἡ στρατιὰ μετ' αὐτοῦ, καὶ ἀπέστειλε πρὸς Ἐζεκίαν βασιλέα Ἰούδα καὶ πρὸς πάντα Ἰούδα τὸν ἐν Ἱερουσαλὴμ λέγων·
Μετά ταύτα ο Σενναχηρίμ, ο βασιλεύς των Ασσυρίων, απέστειλε μερικούς δούλους του εναντίον της Ιερουσαλήμ, αυτός δε και μαζή με αυτόν όλος ο στρατός του παρέμειναν εις την Λαχίς. Εστειλε δε τους άνδρας αυτούς προς τον Εζεκίαν και προς όλους τους Ιουδαίους, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την Ιερουσαλήμ, και τους είπε·
10 οὕτως λέγει Σενναχηρὶμ βασιλεὺς Ἀσσυρίων· ἐπὶ τί ὑμεῖς πεποίθατε καὶ καθήσεσθε ἐν τῇ περιοχῇ ἐν Ἱερουσαλήμ;
“Αυτά λέγει ο Σενναχηρίμ ο βασιλεύς των Ασσυρίων. Που σεις στηρίζετε την πεποίθησίν σας και μένετε περικυκλωμένοι μέσα εις την Ιερουσαλήμ;
11 οὐχὶ Ἐζεκίας ἀπατᾷ ὑμᾶς τοῦ παραδοῦναι ὑμᾶς εἰς θάνατον καὶ εἰς λιμὸν καὶ εἰς δίψαν λέγων· Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν σώσει ἡμᾶς ἐκ χειρὸς βασιλέως Ἀσσούρ;
Ο Εζεκίας δεν είναι εκείνος, ο οποίος σας εξαπατά δια να σας παραδώση εις βέβαιον θάνατον, εις την πείναν και την δίψαν λέγων ότι, τάχα, Κυριος ο Θεός μας θα μας σώση από τα χέρια των Ασσυρίων;
12 οὐχ οὗτός ἐστιν Ἐζεκίας, ὃς περιεῖλε τὰ θυσιαστήρια αὐτοῦ καὶ τὰ ὑψηλὰ αὐτοῦ καὶ εἶπε τῷ Ἰούδᾳ καὶ τοῖς κατοικοῦσιν ἐν Ἱερουσαλὴμ λέγων· κατέναντι τοῦ θυσιαστηρίου τούτου προσκυνήσετε καὶ ἐπ' αὐτῷ θυμιάσατε;
Αυτός ο Εζεκίας δεν είναι εκείνος που κατέστρεψε τα θυσιαστήρια του ειδωλικού θεού και τους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους και είπεν εις όλους τους Ιουδαίους και ειδικότερα στους κατοίκους της Ιερουσαλήμ ότι μόνον ενώπιον του θυσιαστηρίου αυτού, που υπάρχει στον ναόν, θα προσκυνήτε και επάνω εις αυτό θα προσφέρετε το θυμίαμα;
13 οὐ γνώσεσθε ὅ,τι ἐποίησα ἐγὼ καὶ οἱ πατέρες μου πᾶσι τοῖς λαοῖς τῶν χωρῶν; μὴ δυνάμενοι ἠδύναντο θεοὶ τῶν ἐθνῶν πάσης τῆς γῆς σῶσαι τὸν λαὸν αὐτῶν ἐκ χειρός μου;
Δεν έχετε μάθει όσα εγώ και οι προκάτοχοί μου βασιλείς έχομεν κάμει εις όλους τους λαούς των γύρω χωρών; Μηπως, τάχα και ημπόρεσαν καθόλου οι θεοί των άλλων εθνών όλης της γης να σώσουν τους λαούς των από το χέρια μου;
14 τίς ἐν πᾶσι τοῖς θεοῖς τῶν ἐθνῶν τούτων, οὓς ἐξωλόθρευσαν οἱ πατέρες μου; μὴ ἐδύναντο σῶσαι τὸν λαὸν αὐτῶν ἐκ χειρός μου, ὅτι δυνήσεται ὁ Θεὸς ὑμῶν σῶσαι ὑμᾶς ἐκ χειρός μου;
Μεταξύ όλων των άλλων θεών, που λατρεύουν τα έθνη αυτά, τα οποία οι προκάτοχοί μου κατέστρεψαν, ποίος θεός υπήρξε που ημπόρεσε να σώση τον λαόν του από τα χέρια μου, ώστε να πιστεύσετε και σεις ότι ημπορεί ο Θεός σας να σας σώση από τα χέρια μου;
15 νῦν οὖν μὴ ἀπατάτω ὑμᾶς Ἐζεκίας καὶ μὴ πεποιθέναι ὑμᾶς ποιείτω κατὰ ταῦτα, καὶ μὴ πιστεύετε αὐτῷ· ὅτι οὐ μὴ δύνηται ὁ Θεὸς παντὸς ἔθνους καὶ βασιλείας τοῦ σῶσαι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐκ χειρός μου καὶ ἐκ χειρὸς πατέρων μου, ὅτι ὁ Θεὸς ὑμῶν οὐ μὴ σώσει ὑμᾶς ἐκ χειρός μου.
Τωρα, λοιπόν, ας μη σας εξαπατά ο Εζεκίας και ας μη σας παρασύρη να έχετε πεποίθησιν εις αυτά και να πράξετε, όπως αυτός σας λέγει. Μη τον πιστεύετε, διότι δεν θα ημπορέση κανένας θεός, οιουδήποτε έθνους και οιασδήποτε βασιλείας να σώση τον λαόν του από τα χέρια μου, όπως δεν τον έσωσεν από τα χέρια των πατέρων μου. Επαναλαμβάνω, ότι ο Θεός σας δεν θα σας σώση από το χέρι μου”.
16 καὶ ἔτι ἐλάλησαν οἱ παῖδες αὐτοῦ ἐπὶ τὸν Κύριον Θεὸν καὶ ἐπὶ Ἐζεκίαν παῖδα αὐτοῦ.
Είπαν ακόμη περισσότερα οι δούλοι του Σενναχηρίμ εναντίον Κυρίου του Θεού και εναντίον του Εζεκίου του δούλου του.
17 καὶ βιβλίον ἔγραψεν ὀνειδίζειν τὸν Κύριον Θεὸν Ἰσραὴλ καὶ εἶπε περὶ αὐτοῦ λέγων· ὡς οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς οὐκ ἐξείλαντο λαοὺς αὐτῶν ἐκ χειρος μου, οὕτως οὐ μὴ ἐξέληται ὁ Θεὸς Ἐζεκίου λαὸν αὐτοῦ ἐκ χειρός μου,
Εγραψε δε ο βασιλεύς Σενναχηρίμ επιστολήν, δια να υβρίση Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ λέγων εναντίον του Θεού· “όπως οι θεοί των άλλων εθνών της γης δεν έσωσαν τους λαούς των από τα χέρια μου, κατά παρόμοιον τρόπον και ο Θεός του Εζεκίου δεν θα σώση τον λαόν του από τα χέρια μου”.
18 καὶ ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ Ἰουδαϊστὶ ἐπὶ τὸν λαὸν Ἱερουσαλὴμ τὸν ἐπὶ τοῦ τείχους, τοῦ φοβῆσαι αὐτοὺς καὶ κατασπάσαι, ὅπως προκαταλάβωνται τὴν πόλιν.
Ενας δε από τους δούλους του Σενναχηρίμ εκραύγασε με μεγάλην φωνήν εις την γλώσσαν την ιουδαϊκήν προς τον λαόν της Ιερουσαλήμ, που ευρίσκετο επάνω στο τείχος, δια να εκφοβίση και καταπτοήση αυτούς και ημπορέσουν έτσι οι Ασσύριοι να καταλάβουν την πόλιν.
19 καὶ ἐλάλησεν ἐπὶ Θεὸν Ἱερουσαλήμ, ὡς καὶ ἐπὶ θεοὺς λαῶν τῆς γῆς, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων.
Αυτός ο δούλος του Σενναχηρίμ ωμίλησεν εναντίον του Θεού της Ιερουσαλήμ, όπως θα ωμιλούσε και εναντίον των ειδωλολατρικών θεών των λαών της γης, οι οποίοι ήσαν έργα χειρών ανθρώπων.
20 καὶ προσηύξατο Ἐζεκίας ὁ βασιλεὺς καὶ Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμὼς ὁ προφήτης περὶ τούτων καὶ ἐβόησαν εἰς τὸν οὐρανόν.
Ο Εζεκίας και ο προφήτης Ησαΐας ο υιός του Αμώς ακούσαντες τους υβριστικούς αυτούς λόγους προσηυχήθησαν προς τον Θεόν, η δε κραυγή των ανέβηκεν έως στον ουρανόν.
21 καὶ ἀπέστειλε Κύριος ἄγγελον, καὶ ἐξέτριψε πάντα δυνατὸν πολεμιστὴν καὶ ἄρχοντα καὶ στρατηγὸν ἐν τῇ παρεμβολῇ βασιλέως Ἀσσούρ, καὶ ἀπέστρεψε μετὰ αἰσχύνης προσώπου εἰς τὴν γῆν ἑαυτοῦ. καὶ ἦλθεν εἰς οἶκον Θεοῦ αὐτοῦ, καὶ τῶν ἐξελθόντων ἐκ κοιλίας αὐτοῦ κατέβαλον αὐτὸν ἐν ρομφαίᾳ.
Ο δε Κυριος έστειλεν άγγελον από τον ουρανόν, ο οποίος εξεπάστρεψε κάθε γενναίον πολεμιστήν και άρχοντα και στρατηγόν στο στρατόπεδον του βασιλέως της Ασσυρίας. Ετσι δε ο βασιλεύς αυτός κατεντροπιασμένος ανεχώρησε και επανήλθεν εις την πατρίδα του. Οταν έφθασεν εκεί, εισήλθεν στον ναόν του θεού του. Μερικοί όμως από τους υιούς του τον εφόνευσαν δια ρομφαίας.
22 καὶ ἔσωσε Κύριος τὸν Ἐζεκίαν καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλὴμ ἐκ χειρὸς Σενναχηρὶμ βασιλέως Ἀσσοὺρ καὶ ἐκ χειρὸς πάντων καὶ κατέπαυσεν αὐτοὺς κυκλόθεν.
Ετσι δε ο Κυριος έσωσε τον Εζεκίαν και όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ από τα χέρια του Σενναχηρίμ, του βασιλέως των Ασσυρίων, και από τα χέρια όλων των άλλων εχθρών. Ανέπαυσε και περιεφρούρησε τον Εζεκίαν και τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ από τους κύκλω εχθρούς των.
23 καὶ πολλοὶ ἔφερον δῶρα τῷ Κυρίῳ εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ δόματα τῷ Ἐζεκίᾳ βασιλεῖ Ἰούδα, καὶ ὑπερήρθη κατ' ὀφθαλμοὺς πάντων τῶν ἐθνῶν μετὰ ταῦτα.
Πολλοί προσέφεραν αφιερώματα προς τον Κυριον εις την Ιερουσαλήμ και δώρα στον Εζεκίαν βασιλέα των Ιουδαίων. Ο δε Εζεκίας έπειτα από αυτά εξυψώθη εις τα μάτια όλων των εθνών.
24 Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἠρρώστησεν Ἐζεκίας ἕως θανάτου· καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον, καὶ ἐπήκουσεν αὐτῷ, καὶ σημεῖον ἔδωκεν αὐτῷ.
Κατά τας ημέρας εκείνας αρρώστησεν ο Εζεκίας μέχρι θανάτου, προσηυχήθη όμως προς τον Κυριον, ο δε Κυριος ήκουσε την προσευχήν του και του έδωσε κάποιον σημείον εις θαυματουργικήν θεραπείαν του.
25 καὶ οὐ κατὰ τὸ ἀνταπόδομα, ὃ ἔδωκεν αὐτῷ ἀνταπέδωκεν Ἐζεκίας, ἀλλὰ ὑψώθη ἡ καρδία αὐτοῦ, καὶ ἐγένετο ἐπ' αὐτὸν ὀργὴ καὶ ἐπὶ Ἰούδαν καὶ Ἱερουσαλήμ.
Ο Εζεκίας όμως δεν απέδωσε προς τον Κυριον ανάλογον ευγνωμοσύνην προς την δωρεάν, που έλαβε, διότι η καρδία του υπερηφανεύθη. Δι' αυτό και εξέσπασεν εναντίον αυτού και εναντίον των Ιουδαίων των κατοίκων της Ιερουσαλήμ η οργή του Κυρίου.
26 καὶ ἐταπεινώθη Ἐζεκίας ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς καρδίας αὐτοῦ αὐτὸς καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἐπῆλθεν ἐπ' αὐτοὺς ὀργὴ Κυρίου ἐν ταῖς ἡμέραις Ἐζεκίου.
Αλλά ο Εζεκίας εταπεινώθη από την υπερηφάνειαν της καρδίας του, αυτός και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ. Ετσι δε δεν επήλθεν εναντίον των η οργή του Κυρίου κατά τας ημέρας του Εζεκίου.
27 καὶ ἐγένετο τῷ Ἐζεκίᾳ πλοῦτος καὶ δόξα πολλὴ σφόδρα, καὶ θησαυροὺς ἐποίησεν αὐτῷ ἀργυρίου καὶ χρυσίου καὶ τοῦ λίθου τοῦ τιμίου καὶ εἰς τὰ ἀρώματα καὶ ὁπλοθήκας καὶ εἰς σκεύη ἐπιθυμητὰ
Ο Εζεκίας απέκτησε πολύν πλούτον και πολύ μεγάλην δόξαν. Εθησαύρισεν άργυρον, χρυσόν, πολυτίμους λίθους, αρώματα, οπλοθήκας και άλλα πολύτιμα αντικείμενα.
28 καὶ πόλεις εἰς τὰ γεννήματα τοῦ σίτου καὶ οἴνου καὶ ἐλαίου καὶ κώμας καὶ φάτνας παντὸς κτήνους καὶ μάνδρας εἰς τὰ ποίμνια
Ωρισε πόλεις δια την συγκέντρωσιν των προϊόντων του σίτου, του οίνου, και του ελαίου. Εκτισε κώμας, όπως επίσης φάτνας δια τα κτήνη και μάνδρας δια τα ποίμνια.
29 καὶ πόλεις, ἃς ᾠκοδόμησεν αὐτῷ, καὶ ἀποσκευὴν προβάτων καὶ βοῶν εἰς πλῆθος, ὅτι ἔδωκεν αὐτῷ Κύριος ἀποσκευὴν πολλὴν σφόδρα.
Ανοικοδόμησε πόλεις και απέκτησε πολλά πρόβατα και πλήθος βοών, διότι ο Κυριος του έδωκε πάρα πολλά πλούτη.
30 αὐτὸς Ἐζεκίας ἐνέφραξε τὴν ἔξοδον τοῦ ὕδατος Γιὼν τὸ ἄνω καὶ κατηύθυνεν αὐτὰ κάτω πρὸς λίβα τῆς πόλεως Δαυίδ· καὶ εὐωδώθη Ἐζεκίας ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.
Ο Εζεκίας ήτο εκείνος, που έκλεισε τας άνω πηγάς της Γιών και κατηύθυνε τα ύδατα κατ' ευθείαν κάτω προς την νοτίαν πλευράν της πόλεως του Δαυίδ. Ο Εζεκίας ευδοκιμούσεν εις όλα τα έργα του.
31 καὶ οὕτως τοῖς πρεσβευταῖς τῶν ἀρχόντων ἀπὸ Βαβυλῶνος τοῖς ἀποσταλεῖσι πρὸς αὐτὸν πυθέσθαι παρ' αὐτοῦ τό τέρας, ὃ ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς, ἐγκατέλιπεν αὐτὸν Κύριος τοῦ πειράσαι αὐτόν, εἰδέναι τὰ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.
Εις την περίπτωσιν όμως των απεσταλμένων εκ μέρους των αρχόντων της Βαβυλώνος, οι οποίοι είχαν αποσταλή εις αυτόν, δια να τον ερωτήσουν περί του θαύματος, που έγινεν εις την χώραν του, ο Θεός τον εγκατέλειψε, δια να τον δοκιμάση, ώστε να γίνουν γνωστά όλα όσα υπήρχον εις την καρδίαν του.
32 καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἐζεκίου καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἰδοὺ γέγραπται ἐν τῇ προφητείᾳ Ἡσαΐου υἱοῦ Ἀμὼς τοῦ προφήτου καὶ ἐπὶ βιβλίου βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραήλ.
Τα υπόλοιπα έργα του Εζεκίου και αι καλαί αυτού πράξεις είναι γραμμένοι εις την προφητείαν του προφήτου Ησαΐου, υιού του Αμώς, και στο βιβλίον των βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ.
33 καὶ ἐκοιμήθη Ἐζεκίας μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν ἀναβάσει τάφων υἱῶν Δαυίδ, καὶ δόξαν καὶ τιμὴν ἔδωκαν αὐτῷ ἐν τῷ θανάτῳ αὐτοῦ πᾶς Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ ἐβασίλευσε Μανασσῆς υἱὸς αὐτοῦ ἀντ' αὐτοῦ.
Ο Εζεκίας εκοιμήθη και ετάφη με τους προπάτοράς του εις ένα ύψωμα των τάφων των απογόνων του Δαυίδ. Ολοι δε οι Ιουδαίοι και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ απέδωσαν εις αυτόν δόξαν και τιμήν κατά τον θάνατόν του. Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του ο Μανασσής.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα