ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΥΙΟΣ εἴκοσι καὶ πέντε ἐτῶν ἦν Ἄχαζ ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτὸν καὶ ἑκκαίδεκα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ οὐκ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου, ὡς Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.
Ο Αχαζ ήτο εικοσιπέντε ετών, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον· εβασίλευσεν εις την Ιερουσαλήμ επί δεκαέξ έτη. Δεν έπραξεν όμως το ευάρεστον ενώπιον Κυρίου, όπως είχε πράξει ο προπάτωρ αυτού Δαυίδ.
2 καὶ ἐπορεύθη κατὰ τὰς ὁδοὺς βασιλέων Ἰσραήλ· καὶ γὰρ γλυπτὰ ἐποίησε
Αυτός εβάδισε τους αμαρτωλούς και ασεβείς δρόμους των βασιλέων του Ισραήλ, αφού και αγάλματα ακόμη κατεσκεύασε
3 τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν καὶ ἔθυεν ἐν Βενεννὸμ καὶ διῆγε τὰ τέκνα αὐτοῦ διὰ πυρὸς κατὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν, ὧν ἐξωλόθρευσε Κύριος ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ,
δια τα είδωλα των θεών των και προσέφερε θυσίας εις Βενεννόμ. Διέταξε και επερνούσαν τα παιδιά του επάνω από το εξαγνιστικόν, τάχα, πυρ, σύμφωνα με τας αποκρουστικάς συνηθείας των ειδωλολατρικών εθνών, τα οποία έθνη ο Κυριος είχε καταστρέψει ενώπιον των Ισραηλιτών.
4 καὶ ἐθυμία ἐπὶ τῶν ὑψηλῶν καὶ ἐπὶ τῶν δωμάτων καὶ ὑποκάτω παντὸς ξύλου ἀλσώδους.
Αυτός προσέφερεν επίσης θυμίαμα στους υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, εις τα ηλιακωτά των οικιών και κάτω από κάθε άλσος της ειδωλολατρείας.
5 καὶ παρέδωκεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ διὰ χειρὸς βασιλέως Συρίας, καὶ ἐπάταξεν ἐν αὐτῷ καὶ ᾐχμαλώτευσεν ἐξ αὐτῶν αἰχμαλωσίαν πολλὴν καὶ ἤγαγεν εἰς Δαμασκόν· καὶ γὰρ εἰς χεῖρας βασιλέως Ἰσραὴλ παρέδωκεν αὐτόν, καὶ ἐπάταξεν ἐν αὐτῷ πληγὴν μεγάλην.
Δια τούτο Κυριος ο Θεός τον παρέδωκεν εις τα χέρια του βασιλέως της Συρίας, ο οποίος τον ενίκησεν, επήρε πολλούς άνδρας αιχμαλώτους από τους Ιουδαίους και τους έφερεν εις την Δαμασκόν. Επίσης τον παρέδωκεν ο Θεός εις τα χέρια του βασιλέως των Ισραηλιτών, ο οποίος και επροξένησε πολύ μεγάλην συμφοράν εις αυτόν.
6 καὶ ἀπέκτεινε Φακεὲ ὁ τοῦ Ρομελία βασιλεὺς Ἰσραὴλ ἐν Ἰούδᾳ ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδας ἀνδρῶν δυνατῶν ἰσχύϊ ἐν τῷ καταλιπεῖν αὐτοὺς Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν.
Δηλαδή ο Φακεέ, ο υιός του Ρομελία βασιλεύς του Ισραήλ, εις μίαν και μόνην ημέραν εφόνευσεν εκατόν είκοσι χιλιάδας πολεμιστάς άνδρας από τους Ιουδαίους, διότι και αυτοί είχαν εγκαταλείψει Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
7 καὶ ἀπέκτεινε Ζεχρὶ ὁ δυνατὸς τοῦ Ἐφραὶμ τὸν Μαασὰ τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ τὸν Ἐζρικὰν ἡγούμενον τοῦ οἴκου αὐτοῦ καὶ τὸν Ἑλκανὰ τὸν διάδοχον τοῦ βασιλέως.
Εξ άλλου ο Ζεχρί, ο ισχυρός πολεμιστής από την φυλήν του Εφραίμ, εφόνευσε τον Μαασά τον υιόν του βασιλέως, τον Εζρικάν αρχηγόν του βασιλικού οίκου, και τον Ελκανά πρώτον άρχοντα του βασιλέως έπειτα από αυτόν.
8 καὶ ᾐχμαλώτισαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀπὸ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν τριακοσίας χιλιάδας, γυναῖκας καὶ υἱοὺς καὶ θυγατέρας, καὶ σκῦλα πολλὰ ἐσκύλευσαν ἐξ αὐτῶν καὶ ἤνεγκαν τὰ σκῦλα εἰς Σαμάρειαν.
Οι Ισραηλίται ηχμαλώτισαν από τους αδελφούς των τους Ιουδαίους τριακοσίας χιλιάδας, γυναίκας, υιούς και θυγατέρας, επήραν πολλά λάφυρα από αυτούς και έφεραν αιχμαλώτους και λάφυρα εις Σαμάρειαν.
9 καὶ ἐκεῖ ἦν ὁ προφήτης τοῦ Κυρίου, Ὠδὴδ ὄνομα αὐτῷ, καὶ ἐξῆλθεν εἰς ἀπάντησιν τῆς δυνάμεως τῶν ἐρχομένων εἰς Σαμάρειαν καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ ὀργὴ Κυρίου Θεοῦ τῶν πατέρων ὑμῶν ἐπὶ Ἰούδαν, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν, καὶ ἀπεκτείνατε ἐν αὐτοῖς ἐν ὀργῇ· καὶ ἕως τῶν οὐρανῶν ἔφθακε.
Εις την Σαμάρειαν υπήρχεν ένας προφήτης του Κυρίου, ο οποίος ωνομάζετο Ωδήδ. Αυτός εξήλθε να προϋπαντήση τον στρατόν των Ισραηλιτών, όταν αυτοί επέστρεφαν εις την Σαμάρειαν. Οταν τους συνήντησε τους είπεν· “ιδού η οργή Κυρίου του Θεού των πατέρων μας εξέσπασεν εναντίον του βασιλείου των Ιουδαίων και ο Θεός παρέδωκεν αυτούς εις τα χέρια σας. Αλλά σεις όλους τους εξωντώσατε με τοιαύτην μανίαν, ώστε η άδικος και αγρία συμπεριφορά σας έφθασε έως στον ουρανόν.
10 καὶ νῦν υἱοὺς Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλὴμ ὑμεῖς λέγετε κατακτήσασθαι εἰς δούλους καὶ δούλας· οὐκ ἰδού εἰμι μεθ' ὑμῶν μαρτυρῆσαι Κυρίῳ Θεῷ ὑμῶν;
Και επί πλέον σεις τώρα σκέπτεσθε και έχετε αποφασίσει να κρατήσετε ως δούλους τους άνδρας και ως δούλας σας τας γυναίκας του βασιλείου του Ιούδα. Αλλά ιδού εγώ δεν ευρίσκομαι σήμερον μαζή σας, δια να διαμαρτυρηθώ ενώπιον Κυρίου του Θεού σας δια την πράξιν σας αυτήν;
11 καὶ νῦν ἀκούσατέ μου καὶ ἀποστρέψατε τὴν αἰχμαλωσίαν, ἣν ᾐχμαλωτεύσατε τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν, ὅτι ὀργὴ θυμοῦ Κυρίου ἐφ' ὑμῖν.
Τωρα όμώς ακούσατε αυτά, τα οποία σας λέγω· Τους αδελφούς σας, τους οποίους έχετε συλλάβει αιχμαλώτους, αφήσατέ τους ελευθέρους να επιστρέψουν εις την πατρίδα των, διότι άλλως η οργή Κυρίου του Θεού θα εκσπάση εναντίον σας”.
12 καὶ ἀνέστησαν ἄρχοντες ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἐφραίμ, Οὐδείας ὁ τοῦ Ἰωανοῦ καὶ Βαραχίας ὁ τοῦ Μωσολαμὼθ καὶ Ἐζεκίας ὁ τοῦ Σελλὴμ καὶ Ἀμασίας ὁ τοῦ Ἐλδαΐ, ἐπὶ τοὺς ἐρχομένους ἀπὸ τοῦ πολέμου,
Αλλά και μερικοί από τους αρχηγούς της φυλής του Εφραίμ, ο Ουδείας υιός του Ιωανού, ο Βαραχίας υιός του Μωσολαμώθ, ο Εζεκίας υιός του Σελλήμ και ο Αμασίας ο υιός του Ελδαῒ εξηγέρθησαν εναντίον εκείνων, οι οποίοι επανήρχοντο από τον πόλεμον
13 καὶ εἶπαν αὐτοῖς· οὐ μὴ εἰσαγάγητε τὴν αἰχμαλωσίαν ὧδε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι εἰς τὸ ἁμαρτάνειν τῷ Κυρίῳ ἐφ' ἡμᾶς ὑμεῖς λέγετε, προσθεῖναι ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν καὶ ἐπὶ τὴν ἄγνοιαν ἡμῶν, ὅτι πολλὴ ἡ ἁμαρτία ἡμῶν καὶ ὀργὴ θυμοῦ Κυρίου ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ.
και είπαν προς αυτούς· “κατ' ουδένα τρόπον θα εισαγάγετε τους αιχμαλώτους εδώ εις την πόλιν, διότι αυτό που σκέπτεσθε να πράξετε, θα θεωρηθή και ως αμαρτία ιδική μας ενώπιον του Κυρίου, όπως και σστο αντιλαμβάνεσθε, και θα προστεθή και αυτή η αμαρτία εις τας αμαρτίας μας και εις τα εξ αγνοίας σφάλματά μας. Δεν πρέπει, λοιπόν, να γίνη αυτό, διότι είναι αμαρτία μεγάλη και η φοβερά οργή του Κυρίου θα εκσπάση εναντίον του ισραηλιτικού λαού”.
14 καὶ ἀφῆκαν οἱ πολεμισταὶ τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ τὰ σκῦλα ἐναντίον τῶν ἀρχόντων καὶ πάσης τῆς ἐκκλησίας.
Οι Ισραηλίται στρατιώται επείσθησαν εις αυτά και έτσι αφήκαν εκεί ενώπιον των αρχόντων και όλης της συγκεντρώσεως των Ισραηλιτών ελευθέρους τους αιχμαλώτους και επέστρεψαν εις αυτούς τα λάφυρα, που είχαν πάρει.
15 καὶ ἀνέστησαν ἄνδρες, οἳ ἐπεκλήθησαν ἐν ὀνόματι, καὶ ἀντελάβοντο τῆς αἰχμαλωσίας καὶ πάντας τοὺς γυμνοὺς περιέβαλον ἀπὸ τῶν σκύλων καὶ ἐνέδυσαν αὐτοὺς καὶ ὑπέδυσαν αὐτοὺς καὶ ἔδωκαν φαγεῖν καὶ ἀλείψασθαι καὶ ἀντελάβοντο καὶ ἐν ὑποζυγίοις παντὸς ἀσθενοῦντος καὶ κατέστησαν αὐτοὺς εἰς Ἱεριχὼ πόλιν Φοινίκων πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν, καὶ ἐπέστρεψαν εἰς Σαμάρειαν.
Οι άνδρες, οι οποίοι είχαν αναφερθή με τα ονόματά των, εσηκώθηκαν, επήραν τους αιχμαλώτους, έδωσαν στους γυμνούς από αυτούς ενδύματα από τα λάφυρα να ενδυθούν και στους ανυποδήτους υποδήματα να φορέσουν, τους έδωκαν τροφήν να φάγουν και έλαιον δια να αλειφθούν, επεβίβασαν κάθε ασθενή εις τα ζώα και τους ωδήγησαν εις την Ιεριχώ, την πόλιν των φοινίκων, στους αδελφούς των. Κατόπιν δε επέστρεψαν εις την Σαμάρειαν.
16 Ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς Ἄχαζ πρὸς βασιλέα Ἀσσοὺρ βοηθῆσαι αὐτῷ καὶ ἐν τούτῳ,
Κατά την εποχήν εκείνην ο βασιλεύς Αχαζ έστειλε πρεσβείαν προς τον βασιλέα των Ασσυρίων ζητών από αυτόν να τον βοηθήση εις προκειμένην ανάγκην.
17 ὅτι οἱ Ἰδουμαῖοι ἐπέθεντο καὶ ἐπάταξαν ἐν Ἰούδᾳ καὶ ᾐχμαλώτισαν αἰχμαλωσίαν
Διότι οι Ιδουμαίοι είχαν επιτεθή εναντίον της Ιουδαίας, την εκτύπησαν και συνέλαβαν πολλούς αιχμαλώτους.
18 καὶ οἱ ἀλλόφυλοι ἐπέθεντο ἐπὶ τὰς πόλεις τῆς πεδινῆς καὶ ἀπὸ λιβὸς τοῦ Ἰούδα καὶ ἔλαβον τὴν Βαιθσαμὺς καὶ τὴν Ἀϊλὼν καὶ τὴν Γαδηρὼθ καὶ τὴν Σωχὼ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ τὴν Θαμνὰ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ τὴν Γαμζὼ καὶ τὰς κώμας αὐτῆς καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ·
Αλλά και οι Φιλισταίοι επετέθησαν εναντίον των πόλεων της πεδινής χώρας των Ιουδαίων προς δυσμάς και κατέλαβαν την Βαιθσαμύς, την Αϊλών, την Γαδηρώθ και την Σωχώ και τας γύρω από αυτήν κώμας, όπως επίσης και την Θαμνά και τας γύρω από αυτήν κώμας και την Γαμζώ και τας γύρω από αυτήν κώμας και εγκατεστάθησαν εις αυτάς.
19 ὅτι ἐταπείνωσε Κύριος τὸν Ἰούδαν διὰ Ἄχαζ βασιλέα Ἰούδα, ὅτι ἀπέστη ἀποστάσει ἀπὸ Κυρίου.
Τούτο δε έγινε, διότι ο Κυριος ετιμώρησε το βασίλειον των Ιουδαίων εξ αιτίας Αχαζ του βασιλέως αυτών, διότι αυτός είχεν αποστατήσει από τον Κυριον.
20 καὶ ἦλθεν ἐπ' αὐτὸν Θαγλαθφελλασὰρ βασιλεὺς Ἀσσοὺρ καὶ ἐπάταξεν αὐτόν.
Ο βασιλεύς όμως των Ασσυρίων, ο Θαγλαθφελλασάρ, αντί να βοηθήση τον Αχαζ, επετέθη εναντίον του και τον εκτύπησε.
21 καὶ ἔλαβεν Ἄχαζ τὰ ἐν οἴκῳ Κυρίου καὶ τὰ ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως καὶ τῶν ἀρχόντων καὶ ἔδωκε τῷ βασιλεῖ Ἀσσοὺρ καὶ οὐκ εἰς βοήθειαν αὐτῷ ἦν,
Τοτε ο Αχαζ επήρε τους θησαυρούς από τον ναόν του Κυρίου, από τα βασιλικά του ανάκτορα και από τους άρχοντας και τα έδωσεν ως φόρον στον βασιλέα των Ασσυρίων, πράγμα όμως το οποίον δεν εβοήθησεν αυτόν εις τίποτε,
22 ἀλλ' ἢ τῷ θλιβῆναι αὐτόν. καὶ προσέθηκε τοῦ ἀποστῆναι ἀπὸ Κυρίου. καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Ἄχαζ·
άλλα επεδείνωσε μάλλον την συμφοράν. Ο δε Αχαζ αντί να μετανοήση, επροχώρησε πολύ περισσότερον εις την αποστασίαν του από τον Κυριον. Είπε δε τότε και απεφάσισε·
23 ἐκζητήσω τοὺς θεοὺς Δαμασκοῦ τοὺς τύπτοντάς με· καὶ εἶπεν ὅτι θεοὶ βασιλέως Συρίας αὐτοὶ κατισχύσουσιν αὐτούς, αὐτοῖς τοίνυν θύσω, καὶ ἀντιλήψονταί μου. καὶ αὐτοὶ ἐγένοντο αὐτῷ εἰς σκῶλον καὶ παντὶ Ἰσραήλ.
“θα λατρεύσω τους ειδωλικούς θεούς της Δαμασκού, οι οποίοι και με κατενίκησαν”. Απεφάσισε δε τούτο, διότι ενόμισεν ότι οι θεοί του βασιλέως της Συρίας, αυτοί ενίσχυσαν τους Συρους εναντίον του. “Λοιπόν, είπε, θα προσφέρω θυσίας εις αυτούς και αυτοί θα με βοηθήσουν”. Η πράξις όμως αυτή του Αχαζ έγινεν αιτία νέων συμφορών εις αυτόν και εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν.
24 καὶ ἀπέστησεν Ἄχαζ τὰ σκεύη οἴκου Κυρίου καὶ κατέκοψεν αὐτὰ καὶ ἔκλεισε τὰς θύρας οἴκου Κυρίου καὶ ἐποίησεν ἑαυτῷ θυσιαστήρια ἐν πάσῃ γωνίᾳ ἐν Ἱερουσαλήμ·
Εν τούτοις ο Αχαζ επήρε τα ιερά σκεύη του ναού του Κυρίου, τα κατεκομμάτιασε, έκλεισε τας θύρας του ναού του Κυρίου και κατεσκεύασε δια τον εαυτόν του ειδωλολατρικά θυσιαστήρια εις όλας τας γωνίας των οδών της Ιερουσαλήμ.
25 καὶ ἐν πάσῃ πόλει καὶ πόλει ἐν Ἰούδᾳ ἐποίησεν ὑψηλὰ θυμιᾶν θεοῖς ἀλλοτρίοις, καὶ παρώργισαν Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν.
Επίσης εις όλας τας πόλστου βασιλείου του Ιούδα κατεσκεύασεν υψηλούς ειδωλολατρικούς τόπους, δια να προσφέρεται εκεί θυμίαμα στους ξένους θεούς. Ετσι όμως αυτός και ο ιουδαϊκός λαός εξώργισαν εναντίον των Κυριον τον Θεόν των πατέρων των.
26 καὶ οἱ λοιποὶ λόγοι αὐτοῦ καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ αἱ πρῶται καὶ ἔσχαται ἰδοὺ γεγραμμέναι ἐπὶ βιβλίῳ βασιλέων Ἰούδα καὶ Ἰσραήλ.
Τα υπόλοιπα έργα αυτού και όλαι αι πράξστου, αι πρώται και αι τελευταίαι, είναι γραμμέναι στο βιβλίον των βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ.
27 καὶ ἐκοιμήθη Ἄχαζ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη ἐν πόλει Δαυίδ, ὅτι οὐκ εἰσήνεγκαν αὐτὸν εἰς τοὺς τάφους τῶν βασιλέων Ἰσραήλ· καὶ ἐβασίλευσεν Ἐζεκίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ' αὐτοῦ.
Ο Αχαζ απέθανε και ετάφη μαζή με τους προπάτοράς του εις την Ιερουσαλήμ. Δεν έφεραν όμως αυτόν να ενταφιασθή στους τάφους των βασιλέων του Ισραήλ. Αντί δε αυτού έγινεν βασιλεύς ο υιός του Εζεκίας.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα