ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐν τῷ ἔτει τῷ ὀγδόῳ ἐκραταίωσεν Ἰωδαὲ καὶ ἔλαβε τοὺς ἑκατοντάρχους, τὸν Ἀζαρίαν υἱὸν Ἰωρὰμ καὶ τὸν Ἰσμαὴλ υἱὸν Ἰωανὰν καὶ τὸν Ἀζαρίαν υἱὸν Ὠβὴδ καὶ τὸν Μαασαίαν υἱὸν Ἀδαΐα καὶ τὸν Ἐλισαφὰν υἱὸν Ζαχαρίου, μεθ' ἑαυτοῦ εἰς οἶκον Κυρίου.
Κατά το όγδοον έτος ο αρχιερεύς Ιωδαέ αναθαρρήσας εκάλεσε τους εκατοντάρχους, τον Αζαρίαν, υιόν του Ιωράμ, τον Ισμαήλ υιόν του Ιωανάν, τον Αζαρίαν υιόν του Ωβήδ, τον Μαασαίαν υιόν του Αδαΐα και τον Ελισαφάν υιόν του Ζαχαρίου, και ήλθε μαζή με αυτούς στον ναόν του Κυρίου.
2 καὶ ἐκύκλωσαν τὸν Ἰούδαν καὶ συνήγαγον τοὺς Λευίτας ἐκ πασῶν τῶν πόλεων Ἰούδα καὶ ἄρχοντας πατριῶν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἦλθον εἰς Ἱερουσαλήμ.
Από εκεί διεσπάρησαν αυτοί κύκλω ανά την χώραν του βασιλείου Ιούδα, συνεκέντρωσαν τους Λευίτας από όλας τας πόλστου Ιούδα και τους αρχηγούς των φυλών του Ισραήλ και ήλθον με αυτούς εις την Ιερουσαλήμ.
3 καὶ διέθεντο πᾶσα ἡ ἐκκλησία Ἰούδα διαθήκην ἐν οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μετὰ τοῦ βασιλέως, καὶ ἔδειξεν αὐτοῖς τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ ὁ υἱὸς τοῦ βασιλέως βασιλευσάτω, καθὼς ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ τὸν οἶκον Δαυίδ.
Ολη αυτή η συγκέντρωσις υπέγραψε συμφωνίαν στον ναόν του Θεού με τον εκεί ευρισκόμενον νεαρόν βασιλέα. Ο Ιωδαέ έδειξεν εις αυτούς τον Ιωάς, τον υιόν του βασιλέως, και τους είπεν· “Ιδού ο νόμιμος υιός του βασιλέως. Αυτός πρέπει να βασιλεύση, όπως ο Θεός ώρισε δια τον οίκον του Δαυίδ.
4 νῦν ὁ λόγος οὗτος, ὃν ποιήσετε· τὸ τρίτον ἐξ ὑμῶν εἰσπορευέσθωσαν τὸ σάββατον, τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν, καὶ εἰς τὰς πύλας τῶν εἰσόδων,
Θα σας είπω δε τώρα, τι προς τον σκοπόν αυτόν πρέπει να κάμετε. Το εν τρίτον από σας τους ιερείς και τους Λευίτας, οι οποίοι θα εισέλθετε κατά το Σαββατον εις την υπηρεσίαν του ναού, θα καταλάβετε τας πύλας των είσοδων προς τον ναόν.
5 καὶ τὸ τρίτον ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως, καὶ τὸ τρίτον ἐν τῇ πύλῃ τῇ μέσῃ, καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἐν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου.
Το άλλο εν τρίτον θα ευρίσκεται στο βασιλικόν ανάκτορον και το τελευταίον τρίτον θα ευρίσκεται εις την μέσην πύλην. Ολος δε ο άλλος λαός θα ευρίσκεται εις τας αυλάς του ναού του Κυρίου.
6 καὶ μὴ εἰσελθέτω εἰς οἶκον Κυρίου ἐὰν μὴ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται καὶ οἱ λειτουργοῦντες τῶν Λευιτῶν· αὐτοὶ εἰσελεύσονται, ὅτι ἅγιοί εἰσι, καὶ πᾶς ὁ λαὸς φυλασσέτω φυλακὰς Κυρίου.
Εις τον ναόν του Κυρίου δεν θα εισέλθη κανείς άλλος, ειμή μόνον οι ιερείς και οι Λευίται και εκείνοι από τους Λευίτας, οι οποίοι θα έχουν υπηρεσίαν στον ναόν. Αυτοί θα εισέλθουν, διότι είναι καθιερωμένοι και άξιοι να εισέλθουν. Ολος ο άλλος λαός θα τηρήση την εντολήν του Κυρίου και βα μείνη έξω από τον ιερόν χώρον.
7 καὶ κυκλώσουσιν οἱ Λευῖται τὸν βασιλέα κύκλῳ, ἀνδρὸς σκεῦος σκεῦος ἐν χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ὁ εἰσπορευόμενος εἰς τὸν οἶκον ἀποθανεῖται· καὶ ἔσονται μετὰ τοῦ βασιλέως ἐκπορευομένου καὶ εἰσπορευομένου αὐτοῦ.
Οι ωρισμένοι αυτοί Λευίται θα περιβάλλουν προστατευτικώς τον βασιλέα κρατούντες ο καθένας εις τα χέρια του το όπλον του. Οιοσδήποτε άλλος τολμήση να εισέλθη στον ναόν, θα φονευθή. Αυτοί θα είναι μαζή με τον βασιλέα και θα ακολουθούν αυτόν, όπου εκείνος εισέρχεται και εξέρχεται”.
8 καὶ ἐποίησαν οἱ Λευῖται καὶ πᾶς Ἰούδα κατὰ πάντα, ὅσα ἐνετείλατο αὐτοῖς Ἰωδαὲ ὁ ἱερεύς, καὶ ἔλαβον ἕκαστος τοὺς ἄνδρας αὐτοῦ ἀπ' ἀρχῆς τοῦ σαββάτου ἕως ἐξόδου τοῦ σαββάτου, ὅτι οὐ κατέλυσεν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τὰς ἐφημερίας.
Οι Λευίται και όλοι οι Ιουδαίοι έκαμαν ακριβώς, όπως τους είχε διατάξει ο αρχιερεύς ο Ιωδαέ. Επήρεν ο καθένας από αυτούς τους άνδρας του, οι οποίοι θα ανελάμβαναν υπηρεσίαν στον ναόν κατά το Σαββατον, όπως επίσης και εκείνους των οποίων η υπηρεσία έληγε και θα εξήρχοντο. Ο αρχιερεύς Ιωδαέ δεν επέτρεψεν εις καμμίαν από τας ιερατικάς τάξεις, που έληγεν η υπηρεσία της, να φύγη από τον ναόν και διαλυθή.
9 καὶ ἔδωκεν Ἰωδαὲ τὰς μαχαίρας καὶ τοὺς θυρεοὺς καὶ τὰ ὅπλα, ἃ ἦν τοῦ βασιλέως Δαυίδ, ἐν οἴκῳ τοῦ Θεοῦ.
Ο ίδιος ο αρχιερεύς παρέδωκεν εις αυτούς τας μαχαίρας, τας μεγάλας ασπίδας και τα όπλα, τα οποία ανήκον στον βασιλέα Δαυίδ και ήσαν αποτεθειμένα στον ναόν του Θεού.
10 καὶ ἔστησε τὸν λαὸν πάντα, ἕκαστον ἐν τοῖς ὅπλοις αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς ὠμίας τοῦ οἴκου τῆς δεξιᾶς ἕως τῆς ὠμίας τῆς ἀριστερᾶς τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ οἴκου ἐπὶ τὸν βασιλέα κύκλῳ.
Ετοποθέτησεν όλον τον λαόν, καθένα ωπλισμένον με το όπλον του, από την δεξιάν πλευράν του ναού μέχρι την αριστεράν πλευράν αυτού πλησίον στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και στον ναόν εις τρόπον, ώστε να περιβάλλουν τον βασιλέα κύκλω.
11 καὶ ἐξήγαγε τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ ἔδωκεν ἐπ' αὐτὸν τὸ βασίλειον καὶ τὰ μαρτύρια, καὶ ἐβασίλευσαν καὶ ἔχρισαν αὐτὸν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ εἶπαν· ζήτω ὁ βασιλεύς.
Τοτε ο Ιωδαέ έβγαλεν από τον ναόν τον Ιωάς, τον υιόν του βασιλέως, έθεσεν επάνω εις αυτόν το βασιλικόν διάδημα, έδωσεν εις τα χέρια του τον Νομον και αφού ο αρχιερεύς Ιωδαέ και οι υιοί του τον έχρισαν, τον ανεκήρυξαν βασιλέα και εκραύγασαν· “ζήτω ο βασιλεύς”.
12 καὶ ἤκουσε Γοθολία τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ τρεχόντων καὶ ἐξομολογουμένων καὶ αἰνούντων τὸν βασιλέα καὶ εἰσῆλθε πρὸς τὸν βασιλέα εἰς οἶκον Κυρίου.
Οταν η Γοθολία ήκουσε τας φωνάς των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι έτρεχαν και εφώναζαν δοξάζοντες και αινούντες τον βασιλέα, εισήλθε και αυτή στον ιερόν χώρον του ναού του Κυρίου, όπου ευρίσκετο ο βασιλεύς.
13 καὶ εἶδε καὶ ἰδοὺ ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τῆς στάσεως αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῆς εἰσόδου οἱ ἄρχοντες καὶ αἱ σάλπιγγες καὶ οἱ ἄρχοντες περὶ τὸν βασιλέα, καὶ πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς ηὐφράνθη καὶ ἐσάλπισαν ταῖς σάλπιγξι καὶ οἱ ᾄδοντες ἐν τοῖς ὀργάνοις ᾠδοὶ καί ὑμνοῦντες αἶνον· καὶ διέρρηξε Γοθολία τὴν στολὴν αὐτῆς καὶ ἐβόησεν· ἐπιτιθέμενοι ἐπιτίθεσθε.
Παρετήρησε και αίφνης είδε τον βασιλέα επί ενός βάθρου παρά την είσοδον της αυλής του ναού. Πλησίον αυτού και περί αυτόν ήσαν οι άρχοντες, οι σαλπιγκταί, όλοι οι άρχοντες γύρω από τον βασιλέα και όλος ο λαός της χώρας, οι οποίοι και έχαιραν. Οι σαλπιγκταί εσάλπιζαν με τας σάλπιγγας αυτών, οι ψάλται με τα μουσικά των όργανα ανέπεμπαν αίνους και ωδάς. Η Γοθολία, όταν είδεν όλα αυτά, έσχισε την βασιλικήν της στολήν και εφώναξε· “σεις, λοιπόν, συνωμοτήσατε και επιτίθεσθε εναντίον μου”.
14 καὶ ἐξῆλθεν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεύς, καὶ ἐνετείλατο Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τοῖς ἑκατοντάρχοις καὶ τοῖς ἀρχηγοῖς τῆς δυνάμεως καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐκβάλετε αὐτὴν ἐκτὸς τοῦ οἴκου καὶ εἰσέλθατε ὀπίσω αὐτῆς, καὶ ἀποθανέτω μαχαίρᾳ· ὅτι εἶπεν ὁ ἱερεύς· μὴ ἀποθανέτω ἐν οἴκῳ Κυρίου.
Ο αρχιερεύς Ιωδαέ εβγήκεν από εκεί, όπου ευρίσκετο. Διέταξε τους εκατοντάρχους και τους άλλους αρχηγούς της στρατιωτικής δυνάμεως και τους είπε· “διώξτε αυτήν έξω από τον ναόν, ακολουθήσατέ την και ας εκτελεσθή δια μαχαίρας”. Τούτο δε έγινε, διότι ο αρχιερεύς είχεν είπει· “δεν πρέπει να φονευθή αυτή εντός του ιερού χώρου”.
15 καὶ ἔδωκαν αὐτῇ ἄνεσιν καὶ διῆλθε διὰ τῆς πύλης τῶν ἱππέων τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως, καὶ ἐθανάτωσαν αὐτὴν ἐκεῖ.
Εδωσαν εις αυτήν δίοδον, αυτή δε εξήλθε δια της θύρας των ιππέων του βασιλικού ανακτόρου. Εκεί δε και την εθανάτωσαν.
16 καὶ διέθετο Ἰωδαὲ διαθήκην ἀνὰ μέσον αὐτοῦ καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ βασιλέως εἶναι λαὸν τῷ Κυρίῳ.
Ο αρχιερεύς Ιωδαέ έκλεισε συμφωνίαν μεταξύ αυτού, του λαού και του βασιλέως, να είναι όλοι λαός του Κυρίου.
17 καὶ εἰσῆλθε πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς εἰς οἶκον Βάαλ καὶ κατέσπασαν αὐτὸν καὶ τὰ θυσιαστήρια αὐτοῦ καὶ τὰ εἴδωλα αὐτοῦ ἐλέπτυναν καὶ τὸν Ματθὰν ἱερέα Βάαλ ἐθανάτωσαν ἐναντίον τῶν θυσιαστηρίων αὐτοῦ.
Κατόπιν ο λαός των Ιουδαίων εισώρμησεν στον ναόν του Βααλ και κατέστρεψεν αυτόν και τα θυσιαστήριά του. Τα είδωλα αυτού εκονιορτοποίησε και εφόνευσαν τον ιερέα του Βααλ, τον Ματθάν ενώπιον των θυσιαστηρίων αυτού.
18 καὶ ἐνεχείρισεν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τὰ ἔργα οἴκου Κυρίου διὰ χειρὸς ἱερέων καὶ Λευιτῶν καὶ ἀνέστησε τὰς ἐφημερίας τῶν ἱερέων καὶ τῶν Λευιτῶν, ἃς διέστειλε Δαυὶδ ἐπὶ τὸν οἶκον Κυρίου καὶ ἀνενέγκαι ὁλοκαυτώματα Κυρίῳ, καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Μωυσῆ, ἐν εὐφροσύνῃ καὶ ἐν ᾠδαῖς διὰ χειρὸς Δαυίδ.
Ο αρχιερεύς Ιωδαέ ενεπιστεύθη τα έργα του ναού του Κυρίου εις την εποπτείαν των ιερέων και των Λευιτών. Αποκατέστησε τας τάξεις των ιερέων και των Λευιτών, όπως είχεν ορίσει ο Δαυίδ, στον ναόν του Κυρίου, δια να προσφέρουν τα ολοκαυτώματα στον Κυριον σύμφωνα με όσα είναι γραμμένα στον Νομον του Μωϋσέως. Αυτό έγινε με χαράν και με άσματα, όπως άλλωστε και ο Δαυίδ είχε δώσει εντολήν.
19 καὶ ἔστησαν οἱ πυλωροὶ ἐπὶ τὰς πύλας οἴκου Κυρίου, καὶ οὐκ εἰσελεύσεται ἀκάθαρτος εἰς πᾶν πρᾶγμα.
Ετοποθετήθησαν οι θυρωροί εις τας πύλας του ναού του Κυρίου, δια να μη εισέρχεται εκεί δι' οιονδήποτε λόγον κανένας νομικώς ακάθαρτος.
20 καὶ ἔλαβε τοὺς πατριάρχας καὶ τοὺς δυνατοὺς καὶ τοὺς ἄρχοντας τοῦ λαοῦ καὶ πάντα τὸν λαὸν τῆς γῆς καὶ ἐπεβίβασαν τὸν βασιλέα εἰς οἶκον Κυρίου, καὶ εἰσῆλθε διὰ τῆς πύλης τῆς ἐσωτέρας εἰς τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως, καὶ ἐκάθισαν τὸν βασιλέα ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς βασιλείας.
Ο Ιωδαέ επήρε μαζή του τους αρχηγούς των φυλών, τους επ' εξουσίαις και τους άρχοντας του λαού και όλον τον ιουδαϊκόν λαόν και έφεραν εν πομπή τον βασιλέα στον ναόν του Κυρίου. Από εκεί αυτός εισήλθε δια της εσωτερικής πύλης στο βασιλικόν ανάκτορον. Ενεθρόνισαν εκεί τον βασιλέα επί του βασιλικού θρόνου.
21 καὶ ηὐφράνθη πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς, καὶ ἡ πόλις ἡσύχασε, καὶ τὴν Γοθολίαν ἐθανάτωσαν μαχαίρᾳ.
Με όλα αυτά τα γεγονότα ηυφράνθη όλος ο ιουδαϊκός λαός της χώρας, η δε πόλις Ιερουσαλήμ ησύχασε. Την Γοθολίαν είχον ήδη θανατώσει δια μαχαίρας.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα