ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ Ἀζαρίας υἱὸς Ὠδήδ, ἐγένετο ἐπ' αὐτὸν πνεῦμα Κυρίου,
Πνεύμα Κυρίου ήλθε κατά τον καιρόν εκείνον στον Αζαρίαν, τον υιόν του Ωδήδ.
2 καὶ ἐξῆλθεν εἰς ἀπάντησιν Ἀσὰ καὶ παντὶ Ἰούδᾳ καὶ Βενιαμὶν καὶ εἶπεν· ἀκούσατέ μου, Ἀσὰ καὶ πᾶς Ἰούδα καὶ Βενιαμίν. Κύριος μεθ' ὑμῶν ἐν τῷ εἶναι ὑμᾶς μετ' αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ἐκζητήσητε αὐτόν, εὑρεθήσεται ὑμῖν, καὶ ἐὰν ἐγκαταλίπητε αὐτόν, ἐγκαταλείψει ὑμᾶς.
Εξήλθεν αυτός να προϋπαντήση τον Ασά και όλους τους άνδρας της φυλής του Ιούδα και του Βενιαμίν και είπεν· “ακούσατέ με, Ασά και όλοι οι Ιουδαίοι και οι της φυλής Βενιαμίν. Ο Κυριος είναι μαζή σας, διότι και σεις είσθε μαζή με αυτόν. Εάν σεις εξακολουθήσετε να καταφεύγετε προς αυτόν και να τον λατρεύετε, και αυτός θα ευρίσκεται μαζή σας. Εάν όμως σστον εγκαταλείψετε, και αυτός θα σας εγκαταλείψη.
3 καὶ ἡμέραι πολλαὶ τῷ Ἰσραὴλ ἐν οὐ θεῷ ἀληθινῷ καὶ οὐχ ἱερέως ὑποδεικνύοντος καὶ ἐν οὐ νόμῳ·
Επί πολύ όμως χρονικόν διάστημα Οι Ισραηλίται θα είναι χωρίς τον αληθινόν Θεόν, χωρίς ιερέα να τους διδάσκη, χωρίς Νομον.
4 καὶ ἐπιστρέψει αὐτοὺς ἐπὶ Κύριον Θεὸν Ἰσραήλ, καὶ εὑρεθήσεται αὐτοῖς.
Η θλίψις όμως θα επαναφέρη αυτούς προς Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ και ο Κυριος θα ευρεθή πάλιν μαζή τους.
5 καὶ ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ οὐκ ἔστιν εἰρήνη τῷ ἐκπορευομένῳ καὶ τῷ εἰσπορευομένῳ, ὅτι ἔκστασις Κυρίου ἐπὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὰς χώρας.
Κατά τον καιρόν όμως εκείνον δεν θα υπάρχη ειρήνη και ασφάλεια εις καθένα, που θα περιοδεύη ανά την χώραν αυτήν, διότι κάποιος θείος τρόμος θα επιπέση εις όλους τους κατοίκους των χωρών αυτών.
6 καὶ πολεμήσει ἔθνος πρὸς ἔθνος καὶ πόλις πρὸς πόλιν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐξέστησεν αὐτοὺς ἐν πάσῃ θλίψει.
Το ένα έθνος θα πολεμή εναντίον του άλλου έθνους και η μία πόλις εναντίον της άλλης πόλεως, διότι ο Θεός θα τους έχη κτυπήσει με θλίψεις κάθε είδους.
7 καὶ ὑμεῖς ἰσχύσατε, καὶ μὴ ἐκλυέσθωσαν αἱ χεῖρες ὑμῶν, ὅτι ἔστι μισθὸς τῇ ἐργασίᾳ ὑμῶν.
Σεις όμως να φανήτε γενναίοι και αι χείρες σας ας μη παραλύσουν, διότι εις την εργασίαν σας θα δοθή η πρέπουσα αμοιβή”.
8 καὶ ἐν τῷ ἀκοῦσαι τοὺς λόγους τούτους καὶ τὴν προφητείαν Ἀδὰδ τοῦ προφήτου καὶ κατίσχυσε καὶ ἐξέβαλε τὰ βδελύγματα ἀπὸ πάσης τῆς γῆς Ἰούδα καὶ Βενιαμὶν καὶ ἀπὸ τῶν πόλεων, ὧν κατέσχεν Ἱεροβοὰμ ἐν ὄρει Ἐφραίμ, καὶ ἐνεκαίνισε τὸ θυσιαστήριον Κυρίου, ὃ ἦν ἔμπροσθεν τοῦ ναοῦ Κυρίου.
Οταν οι Ιουδαίοι, και μάλιστα ο Ασά, ήκουσε τους λόγους αυτούς και την προφητείαν του προφήτου Αδάδ, ενισχύθη ακόμη περισσότερον και εξεδίωξε τα βδελυρά ειδωλολατρικά αγάλματα από όλην την χώραν της φυλής Ιούδα και Βενιαμίν και από τας πόλεις, τας οποίας είχε προηγουμένως καταλάβει ο Ιεροβοάμ εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής του Εφραίμ. Επεσκεύασε δε και ενεκαινίασε το θυσιαστήριον του Κυρίου, το οποίον ευρίσκετο εμπρός του ναού του Κυρίου εις την Ιερουσαλήμ.
9 καὶ ἐξεκκλησίασε τὸν Ἰούδαν καὶ Βενιαμὶν καὶ τοὺς προσηλύτους τοὺς παροικοῦντας μετ' αὐτοῦ ἀπὸ Ἐφραὶμ καὶ ἀπὸ Μανασσῆ καὶ ἀπὸ Συμεών, ὅτι προσετέθησαν πρὸς αὐτὸν πολλοὶ τοῦ Ἰσραὴλ ἐν τῷ ἰδεῖν αὐτούς, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ μετ' αὐτοῦ.
Συνεκέντρωσεν όλους τους άνδρας της φυλής Ιούδα και της φυλής Βενιαμίν, όπως επίσης και τους ξένους, οι οποίοι παρεπιδημούσαν με αυτούς, από τας φυλάς Εφραίμ, Μανασσή και Συμεών, διότι πολλοί είχαν προστεθή προς αυτόν, όταν αυτοί είδαν ότι Κυριος ο Θεός ήτο μαζή του.
10 καὶ συνήχθησαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐν τῷ μηνὶ τῷ τρίτῳ ἐν τῷ ἔτει τῷ πεντεκαιδεκάτῳ τῆς βασιλείας Ἀσά.
Αυτοί συνεκεντρώθησαν εις την Ιερουσαλήμ κατά τον τρίτον μήνα του δεκάτου πέμπτου έτους της βασιλείας του Ασά.
11 καὶ ἔθυσε τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀπὸ τῶν σκύλων, ὧν ἤνεγκαν, μόσχους ἑπτακοσίους καὶ πρόβατα ἑπτακισχίλια.
Ο Ασά προσέφερε θυσίαν προς τον Κυριον κατά την ημέραν εκείνην, από τα λάφυρα, τα οποία είχαν φέρει εις την Ιερουσαλήμ, επτακοσίους μόσχους και επτά χιλιάδες πρόβατα.
12 καὶ διῆλθεν ἐν διαθήκῃ ζητῆσαι Κύριον Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς αὐτῶν·
Ανέλαβε την υποχρέωσιν δια διαθήκης να καταφεύγουν οι Ιουδαίοι προς Κυριον τον Θεόν των πατέρων των και να λατρεύουν αυτόν με όλην των την καρδίαν και με όλην των την ψυχήν.
13 καὶ πᾶς, ὃς ἐὰν μὴ ἐκζητήσῃ τὸν Κύριον Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ, ἀποθανεῖται ἀπὸ νεωτέρου ἕως πρεσβυτέρου, ἀπὸ ἀνδρὸς ἕως γυναικός.
Καθε δε Ιουδαίος, ο οποίος δεν θα ελάτρευε Κυριον τον Θεόν του ισραηλιτικού λαού, θα εφονεύετο, από τον νεώτερον έως τον μεγαλύτερον, από άνδρα έως γυναίκα.
14 καὶ ὤμοσαν ἐν Κυρίῳ ἐν φωνῇ μεγάλῃ καὶ ἐν σάλπιγξι καὶ ἐν κερατίναις.
Ολοι ωρκίσθησαν στον Κυριον με φωνήν μεγάλην, καθ' ον χρόνον ηχούσαν αι ιεραί κεράτιναι σάλπιγγες.
15 καὶ ηὐφράνθησαν πᾶς Ἰούδα περὶ τοῦ ὅρκου, ὅτι ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ὤμοσαν καὶ ἐν πάσῃ θελήσει ἐζήτησαν αὐτόν, καὶ εὑρέθη αὐτοῖς καὶ κατέπαυσε Κύριος αὐτοῖς κυκλόθεν.
Ολοι οι Ιουδαίοι ευφράνθησαν δια τον όρκον, που είχαν δώσει, διότι ωρκίσθησαν με όλην των την ψυχήν και με όλην την θέλησίν των να λατρεύουν τον Θεόν. Ο δε Κυριος ήλθε βοηθός εις αυτούς, τους ανέπαυσε και τους περιεφρούρησεν από τους γύρω εχθρούς.
16 καὶ τὴν Μααχὰ τὴν μητέρα αὐτοῦ μετέστησε τοῦ μὴ εἶναι τῇ Ἀστάρτῃ λειτουργοῦσαν καὶ κατέκοψε τὸ εἴδωλον καὶ κατέκαυσεν ἐν χειμάρρῳ Κέδρων.
Ο Ασά και αυτήν ακόμη την μητέρα του την Μααχά καθήρεσεν από το αξίωμα της βασιλομήτορος και την εξετόπισε, δια να μη είναι πλέον λειτουργός εις την θεάν Αστάρτην. Το δε είδωλον αυτό της θεάς το κατέκοψε και το κατέκαυσεν στον χείμαρρον των Κέδρων.
17 πλὴν τὰ ὑψηλὰ οὐκ ἀπέστησαν, ἔτι ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ἰσραήλ· ἀλλ' ἡ καρδία Ἀσὰ ἐγένετο πλήρης πάσας τὰς ἡμέρας αὐτοῦ.
Αλλά τους υψηλούς λατρευτικούς τόπους δεν τους κατήργησαν οι Ιουδαίοι και έτσι αυτοί υπήρχον ακόμη εν μέσω του ισραηλιτικού λαού. Η καρδιά όμως του Ασά εδόθη εξ ολοκλήρου προς τον Θεόν όλας τας ημέρας της ζωής του.
18 καὶ εἰσήνεγκε τὰ ἅγια Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ τὰ ἅγια οἴκου τοῦ Θεοῦ, ἀργύριον καὶ χρυσίον καὶ σκεύη.
Ο Ασά ετοποθέτησεν στον ναόν όλα τα αφιερώματα του προπάτορός του Δαυίδ και τα αφιερώματα γενικώς τα προοριζόμενα δια τον ναόν του Θεού, αργύριον και χρυσίον και ιερά σκεύη.
19 καὶ πόλεμος οὐκ ἦν μετ' αὐτοῦ ἕως τοῦ πέμπτου καὶ τριακοστοῦ ἔτους τῆς βασιλείας Ἀσά.
Πολεμος εναντίον του Ασά δεν έγινε μέχρι του τριακοστού πέμπτου έτους της βασιλείας του.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα