ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐγένετο ἐν τῷ ἐπιόντι ἔτει ἐν τῇ ἐξόδῳ τῶν βασιλέων καὶ ἤγαγεν Ἰωὰβ πᾶσαν τὴν δύναμιν τῆς στρατιᾶς, καὶ ἔφθειραν τὴν χώραν υἱῶν Ἀμμών· καὶ ἦλθε καὶ περιεκάθισε τὴν Ραββά· καὶ Δαυὶδ ἐκάθισεν ἐν Ἱερουσαλήμ· καὶ ἐπάταξεν Ἰωὰβ τὴν Ραββὰ καὶ κατέσκαψεν αὐτήν.
Κατά το επόμενον έτος, όταν οι βασιλείς εξέρχωνται εις πόλεμον, ο Ιωάβ ωδήγησεν όλον τον στρατόν του Ισραήλ και κατέστρεψε την χώραν των Αμμωνιτών. Ηλθε δε έπειτα και επολιόρκησε την Ραββά. Ο δε Δαυίδ παρέμεινεν εις την Ιερουσαλήμ. Ο Ιωάβ εκτύπησε και κατέλαβε την Ραββά και την κατέστρεψε.
2 καὶ ἔλαβε Δαυὶδ τὸν στέφανον Μολχὸμ τοῦ βασιλέως αὐτῶν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, καὶ εὑρέθη ὁ σταθμὸς αὐτοῦ τάλαντον χρυσίου, καὶ ἐν αὐτῷ λίθος τίμιος, καὶ ἦν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν Δαυίδ· καὶ σκῦλα τῆς πόλεως ἐξήνεγκε πολλὰ σφόδρα.
Ο Δαυίδ επήρε τον στέφανον από την κεφαλήν του Μολχόμ του βασιλέως των Αμμωνιτών. Εζυγίσθη δε αυτός ο στέφανος και ευρέθη ότι είχε βάρος ενός χρυσού ταλάντου. Επάνω στον στέφανον αυτόν υπήρχον πολύτιμοι λίθοι. Ο Δαυίδ έθεσεν αυτόν επί της ιδικής του κεφαλής. Από δε την πόλιν έβγαλεν αυτός πάρα πολλά λάφυρα.
3 καὶ τὸν λαὸν τὸν ἐν αὐτῇ ἐξήγαγε καὶ διέπρισε πρίοσι καὶ ἐν σκεπάρνοις σιδηροῖς καὶ ἐν διασχίζουσι· καὶ οὕτως ἐποίησε Δαυὶδ τοῖς πᾶσιν υἱοῖς Ἀμμών. καὶ ἀνέστρεψε Δαυὶδ καὶ πᾶς ὁ λαὸς αὐτοῦ εἰς Ἱερουσαλήμ.
Ολους δε τους Αμμωνίτας, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την πόλιν, διέταξεν ο Δαυίδ και τους έβγαλαν από την πόλιν και τους εξετέλεσαν όλους με πριόνια, με σιδηρά σκεπάρνια και με άλλα κοπτερά εργαλεία· το ίδιο έκαμε ο Δαυίδ και εις όλους τους Αμμωνίτας. Επειτα από αυτά ο Δαυίδ και όλος ο στρατός του επέστρεψαν εις την Ιερουσαλήμ.
4 καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἐγένετο ἔτι πόλεμος ἐν Γαζὲρ μετὰ τῶν ἀλλοφύλων. τότε ἐπάταξε Σοβοχαὶ ὁ Οὐσαθὶ τὸν Σαφοὺ ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν γιγάντων, καὶ ἐταπείνωσεν αὐτόν.
Κατόπιν από αυτά έγινε πόλεμος εις την πόλιν Γαζέρ εναντίον των Φιλισταίων. Κατά τον πόλεμον αυτόν ο Σοβοχαί, ο υιός του Ουσαθί, εφόνευσε τον Σαφού, ένα από τους απογόνους των γιγάντων και έτσι τον εξηυτέλισε.
5 καὶ ἐγένετο ἔτι πόλεμος μετὰ τῶν ἀλλοφύλων. καὶ ἐπάταξεν Ἐλλανὰν υἱὸς Ἰαΐρ τὸν Λαχμὶ ἀδελφὸν Γολιὰθ τοῦ Γεθθαίου, καὶ ξύλον δόρατος αὐτοῦ ὡς ἀντίον ὑφαινόντων.
Εγινε πάλιν πόλεμος εναντίον των Φιλισταίων. Κατά τον πόλεμον αυτόν ο Ελλανάν, ο υιός του Ιαΐρ, εφόνευσε τον Λαχμί τον αδελφόν του Γολιάθ, που κατήγετο από την Γέθ. Το ξύλον του δόρατος αυτού ήτο τόσον μεγάλο, όσον το αντί των υφαντών.
6 καὶ ἐγένετο ἔτι πόλεμος ἐν Γέθ, καὶ ἦν ἀνὴρ ὑπερμεγέθης, καὶ δάκτυλοι αὐτοῦ ἓξ καὶ ἕξ, εἰκοσιτέσσαρες, καὶ οὗτος ἦν ἀπόγονος γιγάντων.
Εγινε πάλιν πόλεμος εις την Γέθ. Εκεί υπήρχεν ένας Φιλισταίος, ανήρ υπερμεγέθης. Τα δάκτυλά του ήσαν εξ στο κάθε χέρι του και στο κάθε πόδι του. Είχεν εν όλω εικοσιτέσσερα δάκτυλα και αυτός ήτο απόγονος των γιγάντων.
7 καὶ ὠνείδισε τὸν Ἰσραήλ, καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν Ἰωνάθαν υἱὸς Σαμαὰ ἀδελφοῦ Δαυίδ.
Αυτός εχλεύαζε τον ισραηλιτικόν λαόν, αλλά ο Ιωνάθαν, ο υιός του Σαμαά αδελφού του Δαυίδ, εφόνευσε τον γίγαντα αυτόν.
8 οὗτοι ἐγένοντο Ραφὰ ἐν Γέθ· πάντες ἦσαν τέσσαρες γίγαντες, καὶ ἔπεσον ἐν χειρὶ Δαυὶδ καὶ ἐν χειρὶ παίδων αὐτοῦ.
Οι φονευθέντες αυτοί είχαν γεννηθή από γίγαντας εις την Γέθ. Ολοι δε τότε οι γίγαντες ήσαν τέσσαρες. Αυτοί εξωντώθησαν από το χέρι του Δαυίδ και από τα χέρια των ανδρών του.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα