ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐβουλεύσατο Δαυὶδ μετὰ τῶν χιλιάρχων καὶ τῶν ἑκατοντάρχων, παντὶ ἡγουμένῳ,
Ο Δαυίδ έκαμε σύσκεψιν με τους χιλιάρχους και τους εκατοντάρχους του στρατού του και με όλους τους άλλους άρχοντας.
2 καὶ εἶπε Δαυὶδ τῇ πάσῃ ἐκκλησίᾳ Ἰσραήλ· εἰ ἐφ᾿ ὑμῖν ἀγαθὸν καὶ παρὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν εὐοδωθῇ, ἀποστείλωμεν πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς ὑπολελειμμένους ἐν πάσῃ γῇ Ἰσραήλ, καὶ μετ᾿ αὐτῶν οἱ ἱερεῖς οἱ Λευῖται ἐν πόλεσι κατασχέσεως αὐτῶν, καὶ συναχθήσονται πρὸς ἡμᾶς,
Εκάλεσε κατόπιν τους αντιπροσώπους όλου του ισραηλιτικού λαού και είπε προς αυτούς· “εάν και σστο ευρίσκετε καλόν, ευοδωθή δε και εκ μέρους του Κυρίου του Θεού ημών, πρέπει να αποστείλωμεν προς τους άλλους αδελφούς μας, που ευρίσκονται εις όλην την χώραν του Ισραήλ, μαζή με τους οποίους είναι οι ιερείς και οι Λευίται, οι οποίοι μένουν εις τας πόλεις, που έχουν δοθή δια κλήρου εις αυτούς, και να τους παραγγείλωμεν να συγκεντρωθούν πλησίον μας,
3 καὶ μετενέγκωμεν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν πρὸς ἡμᾶς· ὅτι οὐκ ἐζήτησαν αὐτὴν ἀφ᾿ ἡμερῶν Σαούλ.
δια να μεταφέρωμεν την κιβωτόν του Θεού μας κοντά μας εις την Ιερουσαλήμ. Διότι περί αυτής δεν έγινε καμμία φροντίς από της εποχής του Σαούλ”.
4 καὶ εἶπε πᾶσα ἡ ἐκκλησία τοῦ ποιῆσαι οὕτως, ὅτι εὐθὴς ὁ λόγος ἐν ὀφθαλμοῖς παντὸς τοῦ λαοῦ.
Ολη η συγκέντρωσις είπε, “να γίνη έτσι”, διότι εφάνη ενώπιον όλου του λαού καλή αυτή η πρότασις.
5 καὶ ἐξεκκλησίασε Δαυὶδ τὸν πάντα Ἰσραὴλ ἀπὸ ὁρίων Αἰγύπτου καὶ ἕως εἰσόδου Ἡμὰθ τοῦ εἰσενέγκαι τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἐκ πόλεως Ἰαρίμ.
Κατόπιν ο Δαυίδ συνεκέντρωσεν όλον τον ισραηλιτικόν λαόν από τα σύνορα της Αιγύπτου έως τας εισόδους της Ημάθ, δια να μεταφέρουν την Κιβωτόν του Θεού εις την Ιερουσαλήμ από την πόλιν Ιαρίμ.
6 καὶ ἀνήγαγεν αὐτὴν Δαυίδ, καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἀνέβη εἰς πόλιν Δαυίδ, ἣ ἦν τοῦ Ἰούδα, τοῦ ἀναγαγεῖν ἐκεῖθεν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ Κυρίου καθημένου ἐπὶ Χερουβίμ, οὗ ἐπεκλήθη ὄνομα αὐτοῦ.
Πράγματι ο Δαυίδ και όλος ο ισραηλιτικός λαός ανέβησαν εις την πόλιν Δαυίδ, η οποία ανήκεν εις την φυλήν του Ιούδα, δια να μεταφέρουν εκεί την Κιβωτόν Κυρίου του Θεού, του καθημένου επί των Χερουβίμ, Κιβωτόν η οποία ήτο αφιερωμένη στο Ονομα αυτού.
7 καὶ ἐπέθηκαν τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ ἐφ᾿ ἅμαξαν καινὴν ἐξ οἴκου Ἀμαναδάβ, καὶ Ὀζὰ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἦγον τὴν ἅμαξαν.
Παρέλαβον, λοιπόν, αυτήν από τον οίκον του Αμιναδάβ και ετοποθέτησαν την Κιβωτόν του Θεού εις άμαξαν καινουργή. Ο Οζά και οι αδελφοί του ωδηγούσαν αυτήν την άμαξαν.
8 καὶ Δαυὶδ καὶ πᾶς Ἰσραὴλ παίζοντες ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ ἐν ψαλτῳδοῖς καὶ ἐν κινύραις καὶ ἐν νάβλαις, ἐν τυμπάνοις, καὶ ἐν κυμβάλοις καὶ ἐν σάλπιγξι.
Ο Δαυίδ και όλος ο ισραηλιτικός λαός ευφραινόμενος εχόρευεν εμπρός εις την Κιβωτόν με όλην των την δύναμιν, άδοντες και παίζοντες μουσικά όργανα, κινύρας, νάβλας, τύμπανα και σαλπίζοντες με σάλπιγγας.
9 καὶ ἤλθοσαν ἕως τῆς ἅλωνος, καὶ ἐξέτεινεν Ὀζὰ τὴν χεῖρα αὐτοῦ τοῦ κατασχεῖν τὴν κιβωτόν, ὅτι ἐξέκλινεν αὐτὴν ὁ μόσχος.
Εφθασαν εις κάποιο αλώνι, οπότε ο Οζά άπλωσε το χέρι του να κρατήση την Κιβωτόν της Διαθήκης, διότι ο βους που έφερε την άμαξαν, παρεπάτησε και η Κιβωτός έγειρε με κίνδυνον να πέση.
10 καὶ ἐθυμώθη Κύριος ὀργῇ ἐπὶ Ὀζὰ καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν ἐκεῖ διὰ τὸ ἐκτεῖναι τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κιβωτόν, καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ.
Ο Κυριος εθύμωσε με μεγάλην οργήν εναντίον του Οζά και εθανάτωσεν αυτόν εκεί, διότι αυτός άπλωσε το χέρι του και ήγγισε την Κιβωτόν. Ετσι απέθανεν ο Οζά στο μέρος αυτό απέναντι από την Κιβωτόν του Θεού.
11 καὶ ἠθύμησε Δαυίδ, ὅτι διέκοψε Κύριος διακοπὴν ἐν Ὀζά, καὶ ἐκάλεσε τὸν τόπον ἐκεῖνον Διακοπὴ Ὀζὰ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Ο Δαυίδ κατελήφθη από λύπην, διότι ο Κυριος με τέτοιο κτύπημα εθανάτωσε τον Οζά, εκάλεσε δε το όνομα του τόπου εκείνου “Διακοπή Οζά”, και έτσι ονομάζεται αυτός ο τόπος μέχρι της ημέρας αυτής.
12 καὶ ἐφοβήθη Δαυὶδ τὸν Θεὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, λέγων· πῶς εἰσοίσω τὴν κιβωτὸν τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμαυτόν;
Ο Δαυίδ εφοβήθη πολύ τον Θεόν κατά την ημέραν εκείνην και είπε· “Πως θα τολμήσω να μεταφέρω την Κιβωτόν του Θεού κοντά μου;”
13 καὶ οὐκ ἀπέστρεψε Δαυὶδ τὴν κιβωτὸν πρὸς ἑαυτὸν εἰς πόλιν Δαυίδ, καὶ ἐξέκλινεν αὐτὴν εἰς οἶκον Ἀβεδδαρὰ τοῦ Γεθθαίου.
Ο Δαυίδ εξ αιτίας αυτού του φόβου δεν μετέφερε την Κιβωτόν του Θεού πλησίον του εις την πόλιν Δαυίδ, την Ιερουσαλήμ. Είπεν όμως και μετέφεραν αυτήν στον οίκον του Αβεδδαρά του Γεθθαίου.
14 καὶ ἐκάθισεν ἡ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ ἐν οἴκῳ Ἀβεδδαρὰ τρεῖς μῆνας· καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεὸς Ἀβεδδαρὰ καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ.
Ετσι δε η Κιβωτός του Θεού παρέτεινε στον οίκον Αβεδδαρά επί τρεις μήνας. Ο δε Θεός ηυλόγησε πλουσίως τον Αβεδδαρά και όλα τα υπάρχοντά του.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα