ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἀλλόφυλοι ἐπολέμησαν πρὸς τὸν Ἰσραήλ, καὶ ἔφυγον ἀπὸ προσώπου ἀλλοφύλων, καὶ ἔπεσον τραυματίαι ἐν ὄρει Γελβουέ.
Οι Φιλισταίοι επολέμησαν εναντίον του ισραηλιτικού λαού. Οι δε Ισραηλίται ενικήθησαν και ετράπησαν εις φυγήν εμπρός από τους Φιλισταίους. Εις δε το όρος Γελβουέ έπεσαν πολλοί Ισραηλίται νεκροί.
2 καὶ κατεδίωξαν οἱ ἀλλόφυλοι ὀπίσω Σαοὺλ καὶ ὀπίσω τῶν υἱῶν αὐτοῦ, καὶ ἐπάταξαν ἀλλόφυλοι τὸν Ἰωνάθαν καὶ τὸν Ἀμιναδὰβ καὶ τὸν Μελχισουὲ υἱοὺς Σαούλ.
Οι Φιλισταίοι κατεδίωξαν τον φεύγοντα Σαούλ και τους υιούς του. Εφόνευσαν δε τον Ιωνάθαν, τον Αμιναδάβ, και τον Μελχισουέ, υιούς του Σαούλ.
3 καὶ ἐβαρύνθη ὁ πόλεμος ἐπὶ Σαούλ, καὶ εὗρον αὐτὸν οἱ τοξόται ἐν τόξοις καὶ πόνοις, καὶ ἐπόνεσεν ἀπὸ τῶν τόξων.
Ο δε πόλεμος έγινεν έτσι πάρα πολύ σκληρός και βαρύς εναντίον του Σαούλ. Οι εκ των Φιλισταίων, ικανοί στον χειρισμόν του τόξου, ευρήκαν τον Σαούλ και τον ετόξευσαν. Ο Σαούλ επληγώθη θανασίμως και ησθάνθη πόνον από τας πληγάς αυτάς.
4 καὶ εἶπε Σαοὺλ τῷ αἴροντι τὰ σκεύη αὐτοῦ· σπάσαι τὴν ρομφαίαν σου καὶ ἐκκέντησόν με ἐν αὐτῇ, μὴ ἔλθωσιν οἱ ἀπερίτμητοι οὗτοι καὶ ἐμπαίξωσί μοι. καὶ οὐκ ἐβούλετο ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβεῖτο σφόδρα· καὶ ἔλαβε Σαοὺλ τὴν ρομφαίαν καὶ ἐπέπεσεν ἐπ᾿ αὐτήν.
Είπε δε τότε ο Σαούλ στον δούλον του, ο οποίος του μετέφερε τα όπλα· “ανάσυρε την ρομφαίαν σου και θανάτωσέ με με αυτήν, δια να μη έλθουν αυτοί οι απερίτμητοι και με εμπαίξουν και με εξευτελίσουν”. Ο βαστάζων όμως τα όπλα του Σαούλ δεν ηθέλησε να εκτελέση αυτήν την εντολήν, διότι εφοβείτο να φονεύση τον χριστόν Κυρίου. Ο Σαούλ επήρε τότε την ρομφαίαν, έπεσεν επάνω εις αυτήν και εθανατώθη.
5 καὶ εἶδεν ὁ αἴρων τὰ σκεύη αὐτοῦ ὅτι ἀπέθανε Σαούλ, καὶ ἔπεσε καί γε αὐτὸς ἐπὶ τὴν ρομφαίαν αὐτοῦ καὶ ἀπέθανε.
Ο δούλος, που μετέφερε τα όπλα του κυρίου του, όταν είδεν ότι ο Σαούλ απέθανεν έπεσε και αυτός επάνω εις την ρομφαίαν και εθανατώθη.
6 καὶ ἀπέθανε Σαοὺλ καὶ τρεῖς υἱοὶ αὐτοῦ ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ πᾶς ὁ οἶκος αὐτοῦ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀπέθανε.
Ετσι απέθανεν ο Σαούλ και τα τρία του παιδιά κατά την ημέραν εκείνην. Τοτε δε εθανατώθη και όλη η οικογένεια του Σαούλ.
7 καὶ εἶδε πᾶς ἀνὴρ Ἰσραὴλ ὁ ἐν τῷ αὐλῶνι ὅτι ἔφυγεν Ἰσραὴλ καὶ ὅτι ἀπέθανε Σαοὺλ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ, καὶ κατέλιπον τὰς πόλεις αὐτῶν καὶ ἔφυγον· καὶ ἦλθον οἱ ἀλλόφυλοι καὶ κατῴκησαν ἐν αὐταῖς.
Ολοι οι Ισραηλίται, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την πεδιάδα, όταν είδαν ότι ο ισραηλιτικός στρατός ετράπη εις φυγήν και ότι ο Σαούλ με τους τρεις υιούς του εφονεύθησαν, εγκατέλειψαν τας πόλεις των και ετράπησαν εις φυγήν. Ηλθον κατόπιν οι Φιλισταίοι και εγκατεστάθησαν μέσα εις αυτάς.
8 καὶ ἐγένετο τῇ ἑπομένῃ καὶ ἦλθον ἀλλόφυλοι τοῦ σκυλεύειν τοὺς τραυματίας καὶ εὗρον τὸν Σαοὺλ καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ πεπτωκότας ἐν τῷ ὄρει Γελβουέ.
Την επομένην ημέραν της νίκης των ήλθαν οι Φιλισταίοι, δια να λαφυραγωγήσουν τους νεκρούς. Ευρήκαν δε τον Σαούλ και τους υιούς του νεκρούς στο όρος Γελβουέ.
9 καὶ ἐξέδυσαν αὐτὸν καὶ ἔλαβον τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ καὶ ἀπέστειλαν εἰς γῆν ἀλλοφύλων κύκλῳ τοῦ εὐαγγελίσασθαι τοῖς εἰδώλοις αὐτῶν καὶ τῷ λαῷ·
Τον εγύμνωσαν από τα βασιλικά του ενδύματα, επήραν το κεφάλι του και τα όπλα του, και τα έστειλαν όλα αυτά, δια να τα περιφέρουν εις την χώραν των και να διακηρύξουν το χαρμόσυνον άγγελμα της νίκης των εις τα είδωλά των και στον λαόν των.
10 καὶ ἔθηκαν τὰ σκεύη αὐτῶν ἐν οἴκῳ θεοῦ αὐτῶν καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἔθηκαν ἐν οἴκῳ Δαγών.
Τα όπλα του Σαούλ και των υιών του τα έθεσαν οι Φιλισταίοι στον ναόν των, την δε κεφαλήν του Σαούλ στον ναόν του Θεού των Δαγών.
11 καὶ ἤκουσαν πάντες οἱ κατοικοῦντες Γαλαὰδ ἅπαντα, ἃ ἐποίησαν οἱ ἀλλόφυλοι τῷ Σαοὺλ καὶ υἱῷ Ἰσραήλ.
Ολοι οι κάτοικοι της Γαλαάδ ήκουσαν αυτά, που έγιναν εις βάρος του Σαούλ και των Ισραηλιτών.
12 καὶ ἠγέρθησαν ἐκ Γαλαὰδ πᾶς ἀνὴρ δυνατὸς καὶ ἔλαβον τὸ σῶμα Σαοὺλ καὶ τὸ σῶμα τῶν υἱῶν αὐτοῦ καὶ ἤνεγκαν αὐτὰ εἰς Ἰαβὶς καὶ ἔθαψαν τὰ ὀστᾶ αὐτῶν ὑπὸ τὴν δρῦν ἐν Ἰαβὶς καὶ ἐνήστευσαν ἑπτὰ ἡμέρας.
Τοτε όλοι οι γενναίοι άνδρες της Γαλαάδ εσηκώθησαν επήγαν και επήραν το σώμα του Σαούλ και τα σώματα των υιών του, τα οποία και μετέφεραν εις την πόλιν των, την Ιαβίς. Τα οστά αυτών τα έθαψαν εις την Ιαβίς υπό την δρυν και εις ένδειξιν πένθους ενήστευσαν επί επτά ημέρας.
13 καὶ ἀπέθανε Σαοὺλ ἐν ταῖς ἀνομίαις αὐτοῦ, αἷς ἠνόμησε τῷ Θεῷ κατὰ τὸν λόγον Κυρίου, διότι οὐκ ἐφύλαξεν· ὅτι ἐπηρώτησε Σαοὺλ ἐν τῶ ἐγγαστριμύθῳ τοῦ ζητῆσαι, καὶ ἀπεκρίνατο αὐτῷ Σαμουὴλ ὁ προφήτης·
Κατ' αυτόν τον τρόπον απέθανεν ο Σαούλ εξ αιτίας των παρανομιών του, τας οποίας διέπραξεν ενώπιον του Θεού, διότι παρέβη τον λόγον του Κυρίου και δεν εφύλαξε τον Νομον του. Μια από τας παρανομίας του ήτο και το ότι επήγε να συμβουλευθή την μάγισσαν, δια να μάθη το μέλλον του, και επήρε απόκρισιν από τον προφήτην Σαμουήλ.
14 καὶ οὐκ ἐζήτησε Κύριον, καὶ ἀπέκτεινεν αὐτὸν καὶ ἐπέστρεψε τὴν βασιλείαν τῷ Δαυὶδ υἱῷ Ἰεσσαί.
Δεν συνεβουλεύθη τον Κυριον και ο Κυριος παρεχώρησε τον τραγικόν αυτόν θάνατον στον Σαούλ και έδωσε την βασιλείαν του Ισραηλιτικού λαού στον Δαυίδ, τον υιόν του Ιεσσαί.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα