ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΑΥΤΗ ἡ βίβλος τῶν προσταγμάτων τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ νόμος ὁ ὑπάρχων εἰς τὸν αἰῶνα· πάντες οἱ κρατοῦντες αὐτὴν εἰς ζωήν, οἱ δὲ καταλείποντες αὐτὴν ἀποθανοῦνται. ~
Αυτό είναι το βιβλίον, που περιέχει τας εντολάς του Θεού. Αυτός είναι ο Νομος, που εδόθη δια να υπάρχη στους αιώνας των αιώνων. Ολοι όσοι κατέχουν την σοφίαν θα ζήσουν· εκείνοι όμως, που την εγκαταλείπουν, θα αποθάνουν.
2 Ἐπιστρέφου, Ἰακώβ, καὶ ἐπιλαβοῦ αὐτῆς, διόδευσον πρὸς τὴν λάμψιν κατέναντι τοῦ φωτὸς αὐτῆς.
Επίστρεψε εν μετανοία προς τον Θεόν σου, ισραηλιτικέ λαέ, άρπαξε και κράτησε την σοφίαν, περιπατεί με την λάμψιν αυτής μέσα στο φως της.
3 μὴ δῷς ἑτέρῳ τὴν δόξαν σου καὶ τὰ συμφέροντά σοι ἔθνει ἀλλοτρίῳ.
Μη παραχωρήσης εις άλλον την δόξαν σου και τα συμφέροντά σου· την περιουσίαν και τα πλούτη σου μη τα δώσης εις ξένον έθνος.
4 μακάριοί ἐσμεν Ἰσραήλ, ὅτι τὰ ἀρεστὰ τῷ Θεῷ ἡμῖν γνωστά ἐστι. ~
Τρισευτυχισμένοι και ευλογημένοι είμεθα ημείς, ω Ισραηλίται, διότι γνωρίζομεν εκείνα, τα οποία είναι ευάρεστα στον Θεόν.
5 Θαρσεῖτε λαός μου, μνημόσυνον Ἰσραήλ.
Παρε θάρρος, λαός μου, λαέ ισραηλιτικέ, συ που κρατείς και ενθυμείσαι το ένδοξον παρελθόν σου!
6 ἐπράθητε τοῖς ἔθνεσιν οὐκ εἰς ἀπώλειαν, διὰ δὲ τὸ παροργίσαι ὑμᾶς τὸν Θεὸν παρεδόθητε τοῖς ὑπεναντίοις·
Επωλήθητε μεν εις τα έθνη ως δούλοι, οχι όμως εις καταστροφήν και απώλειαν, αλλά διότι παρωργίσατε τον Θεόν και δια τούτο παρεδόθητε στους εχθρούς σας, προς παιδαγωγικήν σας τιμωρίαν και διόρθωσιν.
7 παρωξύνατε γὰρ τὸν ποιήσαντα ὑμᾶς θύσαντες δαιμονίοις καὶ οὐ Θεῷ.
Οντως, εξωργίσατε τον Δημιουργόν σας, διότι προσεφέρατε θυσίαν εις τα δαιμόνια και όχι στον Θεόν.
8 ἐπελάθεσθε τὸν τροφεύσαντα ὑμᾶς Θεὸν αἰώνιον, ἐλυπήσατε δὲ καὶ τὴν ἐκθρέψασαν ὑμᾶς Ἱερουσαλήμ·
Ελησμονήσατε τον αιώνιον Θεόν, ο οποίος σας ετροφοδότησε. Ελυπήσατε δε και την Ιερουσαλήμ, η οποία σας έχει αναθρέψει.
9 εἶδε γὰρ τὴν ἐπελθοῦσαν ὑμῖν ὀργὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ εἶπεν· ἀκούσατε, οἱ πάροικοι Σιών, ἐπήγαγέ μοι ὁ Θεὸς πένθος μέγα·
Είδεν η Ιερουσαλήμ την εκ μέρους του Θεού εκραγείσαν οργήν και τιμωρίαν εναντίον σας και είπεν· Ακούσατε σεις, οι γειτονικοί προς την Σιών λαοί. Ο Θεός μου έστειλε μέγα πένθος.
10 εἶδον γὰρ τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν υἱῶν μου καὶ τῶν θυγατέρων μου, ἣν ἐπήγαγεν αὐτοῖς ὁ αἰώνιος.
Διότι είδα την αιχμαλωσίαν των υιών μου και των θυγατέρων μου, την οποίαν ο αιώνιος Θεός εξαπέστειλεν εναντίον των.
11 ἔθρεψα γὰρ αὐτοὺς μετ᾿ εὐφροσύνης, ἐξαπέστειλα δὲ μετὰ κλαυθμοῦ καὶ πένθους.
Ανέθρεψα αυτούς με αγαλλιασιν χαι χαράν. Τους προέπεμψα όμως εις την αιχμαλωσίαν με κλαυθμόν και πένθος.
12 μηδεὶς ἐπιχαιρέτω μοι τῇ χήρᾳ καὶ καταλειφθείσῃ ὑπὸ πολλῶν· ἠρημώθην διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν τέκνων μου, διότι ἐξέκλιναν ἐκ νόμου Θεοῦ,
Κανείς ας μη επιχαρή βλέπων με χήραν και εγκαταλελειμμένην από τα τέκνα μου ! Εμεινα έρημος δια τας αμαρτίας των τέκνων μου, διότι αυτά παρεξέκλιναν από τον νόμον του Θεού.
13 δικαιώματα δὲ αὐτοῦ οὐκ ἔγνωσαν οὐδὲ ἐπορεύθησαν ὁδοῖς ἐντολῶν Θεοῦ, οὐδὲ τρίβους παιδείας ἐν δικαιοσύνη αὐτοῦ ἐπέβησαν.
Δεν ηθέλησαν να γνωρίσουν και να υποταχθούν εις τα προστάγματα αυτού, δεν επορεύθησαν εις τας τρίβους της αγίας αυτού διδασκαλίας μετά δικαιοσύνης.
14 ἐλθέτωσαν αἱ πάροικοι Σιών, καὶ μνήσθητε τὴν αἰχμαλωσίαν τῶν υἱῶν μου καὶ θυγατέρων, ἣν ἐπήγαγεν αὐτοῖς ὁ αἰώνιος·
Ελάτε σεις, οι γειτονικοί λαοί της Σιών, και ενθυμηθήτε την αιχμαλωσίαν των υιών μου και των θυγατέρων μου, την οποίαν ο αιώνιος Θεός εξαπέστειλεν εναντίον των.
15 ἐπήγαγε γὰρ ἐπ᾿ αὐτοὺς ἔθνος μακρόθεν, ἔθνος ἀναιδὲς καὶ ἀλλόγλωσσον, οἳ οὐκ ᾐσχύνθησαν πρεσβύτην οὐδὲ παιδίον ἠλέησαν
Επέφερεν εναντίον αυτών από μακράν ένα έθνος αναίσχυντον και ξενόγλωσσον, το οποίον ούτε τους γέροντας εσεβάσθη, ούτε τα μικρά παιδιά εσπλαγχνίσθη.
16 καὶ ἀπήγαγον τοὺς ἀγαπητοὺς τῆς χήρας καὶ ἀπὸ τῶν θυγατέρων τὴν μόνην ἠρήμωσαν.
Απήγαγον εις αιχμαλωσίαν τους προσφιλείς υιούς εμού της χήρας. Με αφήκαν μόνην και έρημον, εστερημένην από τας θυγατέρας μου.
17 ἐγὼ δὲ τί δυνατὴ βοηθῆσαι ὑμῖν;
Εγώ δέ, αγαπητά μου τέκνα, εις τι ημπορούσα να σας βοηθήσω μέσα εις την μεγάλην σας αυτήν θλίψιν;
18 ὁ γὰρ ἐπαγαγὼν τὰ κακὰ ὑμῖν ἐξελεῖται ὑμᾶς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν ὑμῶν.
Μονον εκείνος, ο οποίος εξαπέστειλε τας συμφοράς και τιμωρίας αυτάς εναντίον σας, εκείνος είναι εις θέσιν να σας λυτρώση από τα χέρια των εχθρών σας.
19 βαδίζετε, τέκνα, βαδίζετε, ἐγὼ γὰρ κατελήφθην ἔρημος·
Πηγαίνετε, παιδιά μου, πηγαίνετε εις την αιχμαλωσίαν, διότι εγώ απέμεινα πλέον μονή και έρημος !
20 ἐξεδυσάμην τὴν στολὴν τῆς εἰρήνης, ἐνεδυσάμην δὲ σάκκον τῆς δεήσεώς μου, κεκράξομαι πρὸς τὸν αἰώνιον ἐν ταῖς ἡμέραις μου. ~
Εβγαλα την στολήν της ειρήνης και της χαράς, εφορεσα σάκκινον ένδυμα πένθους και δεήσεως. Θα κράζω προς τον αιώνιον Θεόν κατά τας ημέρας αυτάς της δυστυχίας μου, ζητούσα την σωτηρίαν σας.
21 Θαρρεῖτε, τέκνα, βοήσατε πρὸς τὸ Θεόν, καὶ ἐξελεῖται ὑμᾶς ἐκ δυναστείας, ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν.
Παρετε θάρρος, τέκνα μου, βοήσατε με θερμάς ικεσίας προς τον Θεόν και εκείνος ασφαλώς θα σας γλυτώση από την τυραννίαν, από τα χέρια των εχθρών.
22 ἐγὼ γὰρ ἤλπισα ἐπὶ τῷ αἰωνίῳ τὴν σωτηρίαν ὑμῶν, καὶ ἦλθέ μοι χαρὰ παρὰ τοῦ ἁγίου ἐπὶ τῇ ἐλεημοσύνῃ, ἣ ἥξει ὑμῖν ἐν τάχει παρὰ τοῦ αἰωνίου σωτῆρος ὑμῶν.
Διότι εγώ στον αιώνιον Θεόν έχω στηρίξει τας ελπίδας μου δια την σωτηρίαν σας. Και μου ήλθε χαρά εκ μέρους του αγίου Θεού δια το έλεός του, που θα σας στείλη. Το έλεός του θα έλθη ταχέως προς σας από μέρος του αιωνίου σωτήρος σας.
23 ἐξέπεμψα γὰρ ὑμᾶς μετὰ κλαυθμοῦ καὶ πένθους, ἀποδώσει δέ μοι ὁ Θεὸς ὑμᾶς μετὰ χαρμοσύνης καὶ εὐφροσύνης εἰς τὸν αἰῶνα.
Σας προέπεμψα στον τόπον της εξορίας σας με κλαυθμόν και πένθος, με αγαλλίασιν όμως και χαράν θα σας επαναφέρη εις εμέ ο Θεός μας, δια να μένετε εδώ παντοτεινά.
24 ὥσπερ γὰρ νῦν ἑωράκασιν αἱ πάροικοι Σιὼν τὴν ὑμετέραν αἰχμαλωσίαν, οὕτως ὄψονται ἐν τάχει τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ ὑμῶν σωτηρίαν, ἣ ἐπελεύσεται ὑμῖν μετὰ δόξης μεγάλης καὶ λαμπρότητος τοῦ αἰωνίου.
Οπως δε τώρα είδαν οι γειτονικοί λαοί της Σιών την αιχμαλωσίαν σας, έτσι θα ίδουν πολύ σύντομα την σωτηρίαν σας, την οποίαν θα σας αποστείλη με δόξαν και λαμπρότητα μεγάλην ο αιώνιος.
25 τέκνα, μακροθυμήσατε τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐπελθοῦσαν ὑμῖν ὀργήν· κατεδίωξέ σε ὁ ἐχθρός σου, καὶ ὄψει αὐτοῦ τὴν ἀπώλειαν ἐν τάχει καὶ ἐπὶ τραχήλους αὐτῶν ἐπιβήσῃ.
Παιδιά μου, μακροθυμήσατε και υπομείνατε την οργήν, η οποία επήλθεν εναντίον σας εκ μέρους του Θεού. Ο εχθρός σας κατεδίωξε. Πολύ σύντομα όμως θα ίδετε την καταστροφήν του και θα θέσετε τους πόδας σας επάνω στον τράχηλόν του.
26 οἱ τρυφεροί μου ἐπορεύθησαν ὁδοὺς τραχείας, ἤρθησαν ὡς ποίμνιον ἡρπασμένον ὑπὸ ἐχθρῶν. ~
Τα τρυφερά παιδιά μου εβάδισαν δρόμους δυσβάτους και δυσκόλους. Εσύρθησαν σαν ένα ποίμνιον, που έχει διαρπαγή από τους εχθρούς.
27 Θαρσήσατε τέκνα καὶ βοήσατε πρὸς τὸν Θεόν, ἔσται γὰρ ὑμῶν ὑπὸ τοῦ ἐπάγοντος μνεία.
Παρετε θάρρος, τέκνα μου, και βοήσατε με θερμάς ικεσίας προς τον Θεόν. Διότι εκείνος, ο οποίος επέφερεν εναντίον σας την θλίψιν αυτήν, σας ενθυμείται, δια να σας λύτρωση.
28 ὥσπερ γὰρ ἐγένετο ἡ διάνοια ὑμῶν εἰς τὸ πλανηθῆναι ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, δεκαπλασιάσατε ἐπιστραφέντες ζητῆσαι αὐτόν.
Διότι, όπως η διάνοια σας σας απεπλάνησεν, ώστε να απομακρυνθήτε από τον Θεόν, ετσι τώρα επιστρέψατε εν μετανοία προς αυτόν. Δεκαπλασιάσατε τον ζήλον σας εις την αναζήτησίν του.
29 ὁ γὰρ ἐπαγαγὼν ὑμῖν τὰ κακὰ ἐπάξει ὑμῖν τὴν αἰώνιον εὐφροσύνην μετὰ τῆς σωτηρίας ὑμῶν. ~
Διότι εκείνος, ο οποίος έστειλεν εναντίον σας αυτά τα κακά, θα στείλη μαζή με την σωτηρίαν σας και αιωνίαν ευφροσύνην.
30 Θάρσει Ἱερουσαλήμ, παρακαλέσει σε ὁ ὀνομάσας σε.
Παρε θάρρος, Ιερουσαλήμ, διότι εκείνος, ο οποίος σου έδωσε το όνομά σου θα σε παρηγόρηση και θα σε χαροποίηση.
31 δείλαιοι οἱ σὲ κακώσαντες καὶ ἐπιχαρέντες τῇ σῇ πτώσει,
Δυστυχείς και αξιοδάκρυτοι είναι εκείνοι, οι οποίοι σου επέφεραν τα κακά αυτά και οι οποίοι εχάρησαν δια την πτώσιν σου.
32 δείλαιαι αἱ πόλεις, αἷς ἐδούλευσαν τὰ τέκνα σου, δειλαία ἡ δεξαμένη τοὺς υἱούς σου.
Αθλιαι και δυστυχείς αι πόλεις, εις τας οποίας ως δούλοι έζησαν τα τέκνα σου. Αθλία θα είναι η περιοχή, η οποία εδέχθη ως αιχμαλώτους και εξορίστους τους υιούς σου.
33 ὥσπερ γὰρ ἐχάρη ἐπὶ τῇ σῇ πτώσει καὶ εὐφράνθη ἐπὶ τῷ πτώματί σου, οὕτως λυπηθήσεται ἐπὶ τῇ ἑαυτῆς ἐρημίᾳ.
Διότι, όπως εχάρη δια την πτώσιν σου και ηυφράνθη δια την συντριβήν σου, έτσι θα λυπηθή δια την ερήμωσιν της, που την αναμένει.
34 καὶ περιελῶ αὐτῆς τὸ ἀγαλλίαμα τῆς πολυοχλίας καὶ τὸ ἀγαυρίαμα αὐτῆς ἔσται εἰς πένθος.
Θα αφαιρέσω την χαράν από τον πολυάριθμον λαόν της και την αλαζονείαν της θα την μεταβάλω εις ένθος.
35 πῦρ γὰρ ἐπελεύσεται αὐτῇ παρὰ τοῦ αἰωνίου εἰς ἡμέρας μακράς, καὶ κατοικηθήσεται ὑπὸ δαιμονίων τὸν πλείονα χρόνον. ~
Διότι φωτιά θα επέλθη εναντίον αυτής εκ μέρους του αιωνίου Θεού επί πολύν χρόνον, και θα κατοικήται όχι από ανθρώπους, άλλα από δαιμόνια επί μακρούς χρόνους.
36 Περίβλεψον πρὸς ἀνατολάς, Ἱερουσαλήμ, καὶ ἴδε τὴν εὐφροσύνην τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ σοι ἐρχομένην.
Γυρισε το βλέμμα σου προς ανατολάς, ω Ιερουσαλήμ, και ίδε την χαράν και αγαλλίασιν, η οποία εκ μέρους του Θεού έρχεται προς σέ.
37 ἰδοὺ ἔρχονται οἱ υἱοί σου, οὓς ἐξαπέστειλας, ἔρχονται συνηγμένοι ἀπὸ ἀνατολῶν ἕως δυσμῶν τῷ ρήματι τοῦ ἁγίου χαίροντες τῇ τοῦ Θεοῦ δόξῃ.
Ιδού, έρχονται τα παιδιά σου, τα οποία είδες να αποστέλλονται εις αιχμαλωσίαν. Ερχονται συνηθροισμένα από ανατολών έως δυσμών, κατόπιν εντολής του αγίου Θεού, χαίροντες και απολαμβάνοντες την δόξαν του Θεού.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα