ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΟΥΤΩΣ ἔδειξέ μοι Κύριος καὶ ἰδοὺ ἄγγος ἰξευτοῦ.
Ο Κυριος έδειξεν εις εμέ ένα άλλο όραμα. Ιδού, δοχείον ίδια τας ιξόβεργας του κυνηγού πτηνών.
2 καὶ εἶπε· τί σὺ βλέπεις, Ἀμώς; καὶ εἶπα· ἄγγος ἰξευτοῦ. καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἥκει τὸ πέρας ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ, οὐ προσθήσω ἔτι τοῦ παρελθεῖν αὐτόν·
Και μου είπε· “Αμώς τι βλέπεις συ;” Και είπα· “Βλέπω δοχείον δια τας ιξόβεργας του κυνηγού πτηνών”. Ο Κυριος μου είπε τότε· “Εφθασε πλέον το τέλος του ισραηλιτικού λαού, δε πρόκειται πλέον να τον επισκέπτωμαι και να του παρέχω την προστασίαν μου.
3 καὶ ὀλολύξει τὰ φατνώματα τοῦ ναοῦ· ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, λέγει Κύριος, πολὺς ὁ πεπτωκὼς ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπιρρίψω σιωπήν. ~
Ολολυγμοί θα αντηχήσουν τότε εις τας οροφάς του ναού. Κατά την ημέραν εκείνην της καταστροφής, λέγει ο Κυριος, παρά πολλοί θα έχουν πέσει νεκροί εις όλην την περιοχήν του ισραηλιτικού βασιλείου. Θα απλώσω επάνω εις αυτήν νεκρικήν σιγήν”.
4 Ἀκούσατε δὴ ταῦτα οἱ ἐκτρίβοντες εἰς τὸ πρωΐ πένητα καὶ καταδυναστεύοντες πτωχοὺς ἀπὸ τῆς γῆς,
Ακούσατε, λοιπόν, αυτά σεις οι πλούσιοι και ισχυροί, οι οποίοι κατά το πρωϊ, που διεξάγονται αι δίκαι, συντρίβετε τον άπορον και καταδυναστεύετε πάντοτε τους πτωχούς της χώρας.
5 οἱ λέγοντες· πότε διελεύσεται ὁ μὴν καὶ ἐμπολεμήσομεν καὶ τὰ σάββατα καὶ ἀνοίξομεν θησαυρὸν τοῦ ποιῆσαι μέτρον μικρὸν καὶ τοῦ μεγαλῦναι στάθμια καὶ ποιῆσαι ζυγὸν ἄδικον
Σεις, οι οποίοι λέγετε· Ποτε θα περάση η αργία της νουμηνίας, δια να επιδοθώμεν στο εμπόριον μας, και το Σαββατον, δια να ανοίξωμεν τας θησαυροφόρους επιχειρήσεις μας, να χρησιμοποιήσωμεν λιποβαρή σταθμά εις την πώλησιν και βαρύτερα δια την αγοράν και γενικώς να χρησιμοποιούμεν άδικον ζυγόν εις εξυπηρέτησιν του συμφέροντός μας·
6 τοῦ κτᾶσθαι ἐν ἀργυρίῳ καὶ πτωχοὺς καὶ πένητα ἀντὶ ὑποδημάτων καὶ ἀπὸ παντὸς γεννήματος ἐμπορευσόμεθα;
δια να ημπορέσωμεν έτσι να αγοράσωμεν τους πτωχούς ως δούλους μας και τον πένητα αντί ενός ζεύγους υποδημάτων, και να εμπορευθώμεν κάθε είδους προϊόντα της γης εις πλουτισμόν μας;
7 ὀμνύει Κύριος κατὰ τῆς ὑπερηφανίας Ἰακώβ, εἰ ἐπιλησθήσεται εἰς νῖκος πάντα τὰ ἔργα ὑμῶν.
Ο Κυριος ορκίζεται εναντίον της εγωπαθούς αυτής ιδιοτελείας του ισραηλιτικού λαού και λέγει, ότι δεν θα λησμονηθούν και δεν θα επικρατήσουν μέχρι τέλους τα κακά σας έργα.
8 καὶ ἐπὶ τούτοις οὐ ταραχθήσεται ἡ γῆ, καὶ πενθήσει πᾶς ὁ κατοικῶν ἐν αὐτῇ, καὶ ἀναβήσεται ὡς ποταμὸς συντέλεια καὶ καταβήσεται ὡς ποταμὸς Αἰγύπτου.
Σεις νομίζετε ότι καθόλου δεν θα ταραχθή η χώρα σας από τα κακά αυτά έργα σας. Αλλά μάθετε τούτο· ότι όλοι, όσοι κατοικούν εις την Ισραηλιτικήν χώραν, θα πενθήσουν, διότι η μέλλουσα να επέλθη τιμωρία και καταστροφή θα είναι μεγάλη, ωσάν πλημμύρα ποταμού, ωσάν εκείνην την οποίαν επιφέρει ο Νείλος, όταν ανεβούν και ξεχειλίσουν τα ύδατά του από την κοίτην του και πλημμυρίσουν την γην της Αιγύπτου.
9 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, λέγει Κύριος ὁ Θεός, καὶ δύσεται ὁ ἥλιος μεσημβρίας, καὶ συσκοτάσει ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ἡμέρᾳ τὸ φῶς·
Κατά την ημέραν εκείνην θα γίνη και τούτο, λέγει ο Κυριος. Ενῷ θα είναι μεσημβρία, ο ήλιος θα δύση, η δε γη εν πλήρει ημέρα θα σκοτισθή και θα χάση το φως της.
10 καὶ μεταστρέψω τὰς ἑορτὰς ὑμῶν εἰς πένθος καὶ πάσας τὰς ὠδὰς ὑμῶν εἰς θρῆνον καὶ ἀναβιβῶ ἐπὶ πᾶσαν ὀσφὺν σάκκον καὶ ἐπὶ πᾶσαν κεφαλὴν φαλάκρωμα καὶ θήσομαι αὐτὸν ὡς πένθος ἀγαπητοῦ καὶ τοὺς μετ᾿ αὐτοῦ ὡς ἡμέραν ὀδύνης.
Θα μεταβάλω τας χαρμοσύνους εορτάς σας εις ημέρας πένθους και όλα τα ευφρόσυνα άσματά σας εις θρήνον. Θα στείλω τέτοιαν θλίψιν, ώστε όλοι σας θα ζωσθήτε πένθιμον σάκκινον ένδυμα, αι δε κεφαλαί σας θα μαδήσουν και θα γίνουν φαλακραί. Ο θρήνος σας θα είναι τόσον πικρός και δριμύς, ωσάν εκείνου που γίνεται δια την απώλειαν αγαπητού προσώπου, εξ αιτίας του οποίου οι συγγενείς διέρχονται ημέραν οδύνης.
11 ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ ἐξαποστελῶ λιμὸν ἐπὶ τὴν γῆν, οὐ λιμὸν ἄρτων οὐδὲ δίψαν ὕδατος, ἀλλὰ λιμὸν τοῦ ἀκοῦσαι τὸν λόγον Κυρίου·
Ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει ο Κυριος, και εγώ θα εξαποστείλω εις την χώραν σας πείναν, όχι από έλλειψιν άρτων η ύδατος, αλλά λιμόν μεγάλον του να ακούσετε κάποιον παρήγορον λόγον Κυρίου.
12 καὶ σαλευθήσονται ὕδατα ἀπὸ τῆς θαλάσσης ἕως θαλάσσης, καὶ ἀπὸ βορρᾶ ἕως ἀνατολῶν περιδραμοῦνται ζητοῦντες τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ οὐ μὴ εὕρωσιν.
Οπως αναταράσσονται τα ύδατα των θαλασσών και παρασύρονται εδώ και εκεί από τα διάφορα ρεύματα, έτσι και οι κάτοικοι της χώρας θα περιτρέχουν από Βορρά και Ανατολών ζητούντες φως και παρηγορίαν από τον λόγον του Κυρίου, αλλά ματαίως, διότι δεν θα ευρίσκουν.
13 ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐκλείψουσιν αἱ παρθένοι αἱ καλαὶ καὶ οἱ νεανίσκοι ἐν δίψει,
Κατά την ημέραν εκείνην θα σβήσουν και θα αφανισθούν από την δίψαν αι ωραίαι νεάνιδες και οι νεαροί άνδρες·
14 οἱ ὀμνύοντες κατὰ τοῦ ἱλασμοῦ Σαμαρείας καὶ οἱ λέγοντες· ζῇ ὁ Θεός σου, Δάν, καὶ ζῇ ὁ Θεός σου, Βηρσαβεέ· καὶ πεσοῦνται καὶ οὐ μὴ ἀναστῶσιν ἔτι.
εκείνοι, οι οποίοι ορκίζονται στο ειδωλολατρικόν θυσιαστήριον της Σαμαρείας και οι οποίοι λέγουν· Ζη ο θεός σου, ω Δαν, ζη ο θεός σου, ω Βηρσαβεέ· θα πέσουν και δεν θα ανεγερθούν πλέον.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα