ελ
Καινή Διαθήκη
Ο Τίτος ήτο έξ έθνών Χριστιανός καί συναντώμεν αύτόν ώς άκόλουθον τού Παύλου καί τοϋ Βαρνάβα είς τά 'Ίεροσόλυμα, ότε συνεκροτεΐτο έκεϊ περί τό 51 μ. Χ. ή Άποστολική Σύνοδος διά νά επιλύση τό ζήτημα, έάν ή περιτομή καί αί λοιπαί τελετουργικαί τοϋ νόμου διατάξεις ήσαν ύποχρεωτικαί διά τους εξ έθνών Χριστιανούς. Ύπό τοιαύτας περιστάσεις εύρεθείς ό Παϋλος μετά τού Τίτου είς 'Ίεροσόλυμα, επόμενον ήτο νά μή συγκατατεθή, όπως περιτμηθή ούτος, καθώς ήξίουν οι Ίουδαΐζοντες (Γαλάτ. β' 1). Ακολούθως γενόμενος συνεργός του Παύλου άποστέλλεται ύπ' αύτοϋ επανειλημμένως είς Κόρινθον, κατά τήν τετάρτην δε άποστολικήν όδοιπορίαν του καταλείπεται ύπ' αύτοϋ είς τήν Κρήτην. Έκ Κρήτης δε έπειτα ό άπόστολος συνεχίσας τήν όδοιπορίαν αύτοϋ πρός έπίσκεψιν τών έν τή Μικρά Άσία Έκκλησιών καί καταλιπών έν Έφέσω τόν Τιμόθεον, ότε επέστρεφεν είς Ρώμην άπηύθυνε πρός τόν Τίτον τήν έπιστολήν ταύτην, έν τέλει της όποίας καλεϊ αύτόν νά έλθη είς Νικόπολιν. Πράγματι δε φαίνεται νά συνηντήθη έκεϊ μετά τοϋ Παύλου, ώς δυνάμεθα νά συμπεράνωμεν έκ πληροφορίας τινός της Β' πρός Τιμόθεον έπιστολής (δ΄ 10), κατά τήν όποίαν, ότε ό άπόστολος άντιμετώπιζεν έν Ρώμη τόν κίνδυνον του μαρτυρίου, ό Τίτος εύρίσκετο είς τήν Δαλματίαν.
1 ΠΑΥΛΟΣ, δοῦλος Θεοῦ, ἀπόστολος δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ πίστιν ἐκλεκτῶν Θεοῦ καὶ ἐπίγνωσιν ἀληθείας τῆς κατ' εὐσέβειαν
Παῦλος, δοῦλος τοῦ Θεοῦ, Ἀπόστολος δὲ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ νὰ διαδίδω μεταξὺ ἐκείνων, ποὺ ἐξέλεξεν ὁ Θεός, τὴν πίστιν καὶ τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν εὐσέβειαν,
2 ἐπ' ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου, ἣν ἐπηγγείλατο ὁ ἀψευδὴς Θεὸς πρὸ χρόνων αἰωνίων,
καὶ μᾶς στηρίζει εἰς τὴν ἐλπίδα τῆς αἰωνίου ζωῆς, ποὺ μᾶς ὑπεσχεθη ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δὲν ψεύδεται ποτέ. Μᾶς ὑπεσχέθη δὲ ὁ Θεὸς τὴν αἰωνίαν ζωὴν πρὸ πολλῶν αἰώνων, διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸν Παράδεισον, ὅταν ἐξεδιώκοντο οἱ πρωτόπλαστοι,
3 ἐφανέρωσε δὲ καιροῖς ἰδίοις τὸν λόγον αὐτοῦ ἐν κηρύγματι ὃ ἐπιστεύθην ἐγὼ κατ' ἐπιταγὴν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ,
ἐφανέρωσε δὲ αὐτὴν εἰς χρόνους καταλλήλους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὥρισεν. Ἐφανέρωσε δηλαδὴ τὸν λόγον τοῦ, τὸ εὐαγγέλιόν του, μὲ τὸ κήρυγμα, ποὺ ὡς θησαυρὸς πολύτιμος καὶ ἱερὸς ἐνεπιστεύθη καὶ ἀνετέθη εἰς ἐμὲ σύμφωνα μὲ τὴν διαταγὴν τοῦ σωτῆρος μας Θεοῦ.
4 Τίτῳ γνησίῳ τέκνῳ κατὰ κοινὴν πίστιν· χάρις, ἔλεος, εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν.
Ἑγὼ λοιπὸν ὁ Παῦλος γράφω τὴν ἐπιστολὴν ταύτην πρὸς τὸν Τίτον, γνήσιον τέκνον, ποὺ ἀνεγεννήθη ἀπὸ ἑμὲ διὰ τῆς πίστεως, ἡ ὁποία εἶναι κοινὴ καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς ἑμέ. Εἴθε νὰ εἶναι μαζί σου χάρις, ελεος, εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεόν Πατέρα καὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Σωτῆρα μας.
5 Τούτου χάριν κατέλιπόν σε ἐν Κρήτῃ, ἵνα τὰ λείποντα ἐπιδιορθώσῃ, καὶ καταστήσῃς κατὰ πόλιν πρεσβυτέρους, ὡς ἐγώ σοι διεταξάμην,
Δι’ αὐτὸ σὲ ἀφῆκα εἰς τὴν Κρήτην, διὰ νὰ συμπληρώσῃς ὅσα παρέλειψα ἑγὼ καὶ ἐγκαταστήσῃς εἰς κάθε πόλιν πρεσβυτέρους, ὅπως ἐγὼ προφορικῶς σὲ διέταξα.
6 εἴ τίς ἐστιν ἀνέγκλητος, μιᾶς γυναικὸς ἀνήρ, τέκνα ἔχων πιστά, μὴ ἐν κατηγορίᾳ ἀσωτίας ἢ ἀνυπότακτα.
Θὰ ἐγκαταστήσῃς δὲ πρεσβύτερον μόνον, ἐὰν ἀπὸ τοὺς ὑποψηφίους κανεὶς δὲν διατελῇ ὑπὸ κατηγορίαν, ἐὰν εἶναι σύζυγος μιᾶς καὶ μόνης γυναικός, καὶ ἐὰν ἔχῃ παιδιά, τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι πιστὰ εἰς τὸν Χριστὸν καὶ νὰ μὴ κατηγοροῦνται ὡς ἄσωτα ἢ ἀνυπότακτα.
7 δεῖ γὰρ τὸν ἐπίσκοπον ἀνέγκλητον εἶναι ὡς Θεοῦ οἰκονόμον, μὴ αὐθάδη, μὴ ὀργίλον, μὴ πάροινον, μὴ πλήκτην, μὴ αἰσχροκερδῆ,
Διότι πρέπει ὁ ἐπίσκοπος νὰ εἶναι ἀκατηγόρητος, ὡς ἐπιστάτης, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἐμπιστεύθη τὴν διεύθυνσιν τοῦ οἴκου του, νὰ μὴ εἶναι αὐθάδης, ὀργίλος, φίλος τοῦ κρασιοῦ, νὰ μὴ εἶναι βίαιος καὶ δέρνῃ μὲ τὰ χέρια του τοὺς ἄλλους, νὰ μὴ μαζεύῃ κέρδη παράνομα καὶ αἰσχρά.
8 ἀλλὰ φιλόξενον, φιλάγαθον, σώφρονα, δίκαιον, ὅσιον, ἐγκρατῆ,
Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι φιλόξενος, νὰ ἀγαπᾷ τὸ καλόν, νὰ εἶναι φρόνιμος, δίκαιος, εὐσεβής, ἐγκρατής,
9 ἀντεχόμενον τοῦ κατὰ τὴν διδαχὴν πιστοῦ λόγου, ἵνα δυνατὸς ᾖ καὶ παρακαλεῖν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῇ ὑγιαινούσῃ καὶ τοὺς ἀντιλέγοντας ἐλέγχειν.
νὰ ὑπερασπίζῃ καὶ νὰ κρατῇ καλὰ τὸν ἀληθῆ καὶ ἀξιόπιστον λόγον, ποὺ συμφωνεῖ πρὸς τὴν ἀποστολικὴν διδαχήν, διὰ νὰ δύναται καὶ νὰ προτρέπῃ μὲ τὴν ὑγιᾶ καὶ ὀρθὴν διδασκαλίαν καὶ νὰ ἐξελέγχῃ καὶ ἀποστομώνῃ ἐκείνους, ποὺ ἀντιλέγουν.
10 Εἰσὶ γὰρ πολλοὶ καὶ ἀνυπότακτοι, ματαιολόγοι καὶ φρεναπάται, μάλιστα οἱ ἐκ περιτομῆς,
Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν καὶ ἱκανότητα αὐτήν, διότι ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ ἀνυπότακτοι, ποὺ διδάσκουν λόγια κούφια καὶ μάταια καὶ μὲ αὐτὰ ἑξαπατοῦν τὰ μυαλὰ τῶν ἄλλων, πρὸ παντὸς αὐτοί, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τοὺς περιτετμημένους Ἰουδαίους.
11 οὓς δεῖ ἐπιστομίζειν, οἵτινες ὅλους οἴκους ἀνατρέπουσι διδάσκοντες ἃ μὴ δεῖ αἰσχροῦ κέρδους χάριν.
Αὐτοὺς πρέπει ὁ ἐπίσκοπος νὰ ἀποστομώνῃ. Εἶναι ἄνθρωποι, ποὺ ἀναστατώνουν καὶ ἀναποδογυρίζουν ὁλόκληρα σπίτια, μὲ τὸ νὰ διδάσκουν ἐκεῖνα, ποὺ δὲν πρέπει, χάριν αἰσχροῦ κέρδους.
12 εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν ἴδιος αὐτῶν προφήτης· Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί.
Εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς Κρῆτας αὐτούς, ποὺ τὸν ἔχουν ὡς προφήτην ἰδικόν τους· Οἱ Κρῆτες εἶναι πάντοτε ψεῦσται, κακὰ θηρία, ἄνθρωποι, ποὺ θέλουν νὰ τρώγουν πολὺ χωρὶς νὰ ἐργάζωνται.
13 ἡ μαρτυρία αὕτη ἐστὶν ἀληθής. δι' ἣν αἰτίαν ἔλεγχε αὐτοὺς ἀποτόμως, ἵνα ὑγιαίνωσιν ἐν τῇ πίστει,
Ἡ μαρτυρία αὐτὴ εἶναι ἀληθής. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔλεγχέ τους ἀπότομα, διὰ νὰ ὑγιαίνουν καὶ νὰ μὴ εἶναι ἀρρωστημενοι εἰς τὴν πίστιν,
14 μὴ προσέχοντες Ἰουδαϊκοῖς μύθοις καὶ ἐντολαῖς ἀνθρώπων ἀποστρεφομένων τὴν ἀλήθειαν.
καὶ νὰ μὴ προσέχουν εἰς Ἰουδαϊκοὺς μύθους καὶ εἰς ἐντολὰς ἀνθρώπων, ποὺ ἀποστρέφονται τὴν ἀλήθειαν.
15 πάντα μὲν καθαρὰ τοῖς καθαροῖς· τοῖς δὲ μεμιαμμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις.
Τέτοιοι μῦθοι καὶ ἐντολαὶ ἀνθρώπων εἶναι καὶ αἱ διακρίσεις τῶν φαγητῶν εἰς καθαρὰ καὶ ἀκάθαρτα. Ἂς ἠξεύρουν δὲ αὐτοί, ποὺ κάνουν τὰς διακρίσεις αὐτάς, ὅτι ὅλα μὲν εἶναι καθαρὰ εἰς τοὺς καθαροὺς κατὰ τὴν καρδίαν καὶ τὴν συνείδησιν, εἰς τοὺς μολυσμένους ὅμως καὶ ἀπίστους δὲν εἶναι τίποτε καθαρόν, ἀλλ’ ἔχει μολυνθῇ καὶ ὁ νοῦς των καὶ ἡ συνείδησίς των.
16 Θεὸν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοὶ ὄντες καὶ ἀπειθεῖς καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι.
Ὁμολογοῦν, ὅτι γνωρίζουν τὸν Θεόν, μὲ τὰ ἔργα των ὅμως τὸν ἀρνοῦνται. Εἶναι σιχαμένοι καὶ ἀπειθεῖς καὶ ἄχρηστοι διὰ κάθε ἔργον ἀγαθόν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα