ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΣΥ οὖν, τέκνον μου, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,
Σὺ λοιπόν, τέκνον μου, ἀντιθέτως πρὸς αὐτοὺς ποὺ μὲ ἀρνήθησαν, νὰ ἐνδυναμώνεσαι μὲ τὴν χάριν, ποὺ μᾶς δίδεται ἀπὸ τὴν σχέσιν καὶ ἕνωσίν μας μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.
2 καὶ ἃ ἤκουσας παρ' ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι.
Καὶ ἐκεῖνα, ποὺ ἤκουσες ἀπὸ ἑμὲ ἐμπρὸς εἰς πολλοὺς μάρτυρας, ταῦτα νὰ ἐμπιστευθῇς ὡς πολύτιμον θησαυρὸν εἰς ἀνθρώπους πιστούς, ποὺ δὲν θὰ τὰ νοθεύουν, οὔτε θὰ τὰ προδίδουν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ διδάξουν καὶ ἄλλους.
3 σὺ οὖν κακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Σὺ λοιπὸν κακοπάθησε σὰν καλὸς στρατιώτης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
4 οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ.
Ὅταν κανεὶς ὑπηρετῇ ὡς στρατιώτης, δὲν ἐμπλέκεται εἰς τὰς ὑποθέσεις καὶ φροντίδας τοῦ βίου, διὰ νὰ ἀρέσῃ εἰς ἐκεῖνον, ποὺ τὸν ἐστρατολογησεν.
5 ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ.
Ἐὰν δὲ κανεὶς λαμβάνῃ μέρος καὶ εἰς ἀθλητικοὺς ἀγῶνας, δὲν στεφανώνεται, ἐὰν δὲν ἀγωνισθῇ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τῆς ἀθλήσεως.
6 τὸν κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν.
Ὁ γεωργός, ποὺ κοπιάζει διὰ νὰ καλλιεργήσῃ τὸν ἀγρόν του, πρέπει πρῶτος νὰ ἀπολαμβάνῃ τοὺς καρπούς, ποὺ θὰ παραχθοῦν. Ἔτσι καὶ σὺ ἀπὸ τὸν πνευματικὸν ἀγρόν, ποὺ καλλιεργεῖς καρποφόρως, πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃς πρῶτος τὴν παρηγορίαν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν συντήρησίν σου.
7 νόει ἃ λέγω· δῴη γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι.
Καταλάβαινε τὴν ἀλληγορικὴν σημασίαν αὐτῶν, ποὺ λέγω. Θὰ τὴν ἐννοήσῃς δέ, διότι εὔχομαι νά σου δώσῃ ὁ Κύριος σύνεσιν, ὥστε νὰ διακρίνῃς ὅλα.
8 Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου,
Ἐνθυμοῦ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ποὺ ἔχει ἀναστηθῆ ἐκ νεκρῶν καὶ κατάγεται ἀπὸ τὸν Δαβὶδ σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιον,
9 ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος· ἀλλ' ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται.
τὸ ὁποῖον κηρύττω καὶ διὰ τὸ ὁποῖον κακοπαθῶ μέχρι σημείου, ὥστε νὰ εἶμαι ἁλυσοδεμένος, σὰν νὰ ἤμουν κακοῦργος. Ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι δεμένος.
10 διὰ τοῦτο πάντα ὑπομένω διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, ἵνα καὶ αὐτοὶ σωτηρίας τύχωσι τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μετὰ δόξης αἰωνίου.
Διὰ πάντα ταῦτα καὶ διότι τὸ εὐαγγέλιον προοδεύει καὶ δὲν εἶναι δεμένον, μὲ ὑπομονὴν ὑποφέρω ὅλα χάριν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξεν ὁ Θεός. Καὶ τὰ ὑποφέρω διὰ νὰ ἐπιτύχουν καὶ αὐτοὶ τὴν σωτηρίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἑξασφαλίζει ἡ μετὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κοινωνία καὶ ἡ ὁποία συνοδεύεται μὲ δόξαν αἰώνιον.
11 Πιστὸς ὁ λόγος· εἰ γὰρ συναπεθάνομεν, καὶ συζήσομεν·
Τὸ ὅτι δὲ οἱ πιστοὶ θὰ ἀπολαύσουν αἰώνιον καὶ ἔνδοξον σωτηρίαν, εἶναι λόγος ἀξιόπιστος. Διότι, ἐὰν ἀπεθάναμεν μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸν διὰ τοῦ βαπτίσματος καὶ διὰ τῶν θλίψεων, ποὺ ὑποφέρομεν δι’ αὐτόν, μαζί του καὶ θὰ ζήσωμεν εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν.
12 εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν· εἰ ἀρνούμεθα, κἀκεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς·
Ἐὰν δεικνύωμεν ὑπομονήν, τότε καὶ θὰ βασιλεύσωμεν μαζὶ μὲ αὐτόν. Ἐὰν τὸν ἀρνούμεθα, καὶ ἐκεῖνος θὰ μᾶς ἀρνηθῇ.
13 εἰ ἀπιστοῦμεν, ἐκεῖνος πιστὸς μένει· ἀρνήσασθαι ἑαυτὸν οὐ δύναται.
Ἐὰν ἡμεῖς δεικνύωμεν ἀπιστίαν, ἐκεῖνος μένει πιστὸς εἰς ὅσα ὑπόσχεται. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ τὸν ἑαυτόν του καὶ νὰ ἀθετήσῃ τοὺς λόγους του.
14 Ταῦτα ὑπομίμνησκε, διαμαρτυρόμενος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μὴ λογομαχεῖν εἰς οὐδὲν χρήσιμον, ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων.
Ταῦτα ὑπενθύμιζε εἰς τοὺς πιστοὺς καὶ ἐξόρκιζέ τους ἐνώπιον τοῦ Κυρίου νὰ μὴ λογομαχοῦν, πρᾶγμα ποὺ δὲν ὠφελεῖ εἰς τίποτε, ἀλλὰ φέρει καταστροφὴν εἰς τοὺς ἀκούοντας.
15 σπούδασον σεαυτὸν δόκιμον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας.
Προσπάθησε νὰ παραστήσῃς τὸν ἑαυτόν σου εἰς τὸν Θεόν δοκιμασμένον καὶ τέλειον ἐργάτην, ποὺ δὲν τὸν ἐντροπιάζει τὸ καλοφτιαγμένον ἔργον του, καὶ διδάσκει ὀρθῶς τὸν λόγον τῆς ἀληθείας.
16 τὰς δὲ βεβήλους κενοφωνίας περιΐστασο· ἐπὶ πλεῖον γὰρ προκόψουσιν ἀσεβείας,
Ἀπόφευγε δὲ τοὺς λόγους, ποὺ εἶναι φωνὲς ἀδειανὲς ἀπὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον καὶ βεβηλώνουν τὴν ἁπλότητα τῆς ἀληθείας. Διότι αὐτοί, ποὺ κηρύττουν καὶ ἀκολουθοῦν τοὺς λόγους αὐτούς, θὰ προχωρήσουν εἰς μεγαλύτερον βαθμὸν ἀσεβείας.
17 καὶ ὁ λόγος αὐτῶν ὡς γάγγραινα νομὴν ἕξει· ὧν ἐστιν Ὑμέναιος καὶ Φιλητός,
Καὶ ἡ διδασκαλία των θὰ ἐξαπλωθῇ σὰν γάγγραινα. Δύο δὲ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ψευδοδιδασκάλους εἶναι ὁ Ὑμέναιος καὶ ὁ Φιλητός,
18 οἵτινες περὶ τὴν ἀλήθειαν ἠστόχησαν, λέγοντες τὴν ἀνάστασιν ἤδη γεγονέναι, καὶ ἀνατρέπουσι τήν τινων πίστιν.
οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν ἔξω ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν λέγοντες, ὅτι ἔχει γίνει πλέον ἡ ἀνάστασις, καὶ ἀνατρέπουν τὴν πίστιν μερικῶν.
19 ὁ μέντοι στερεὸς θεμέλιος τοῦ Θεοῦ ἕστηκεν, ἔχων τὴν σφραγῖδα ταύτην· ἔγνω Κύριος τοὺς ὄντας αὐτοῦ· καὶ ἀποστήτω ἀπὸ ἀδικίας πᾶς ὁ ὀνομάζων τὸ ὄνομα Κυρίου.
Ὁ στερεὸς ὅμως θεμέλιος, τὸν ὁποῖον ἐστηριξεν ὁ Θεός, ἡ Ἐκκλησία δηλαδή, ποὺ κρατεῖ τὴν θείαν ἀλήθειαν, στέκει ἀκλόνητος καὶ ἔχει αὐτὴν τὴν σφραγῖδα καὶ ἐπιγραφήν· Ἐγνώρισεν ὁ Κύριος ἐκείνους, ποὺ εἶναι ἰδικοί του· καί· Ἂς ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ ἀδικίαν καθένας, ποὺ ὀνομάζει καὶ ὁμολογεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου.
20 ἐν μεγάλῃ δὲ οἰκίᾳ οὐκ ἔστι μόνον σκεύη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ, ἀλλὰ καὶ ξύλινα καὶ ὀστράκινα, καὶ ἃ μὲν εἰς τιμήν, ἃ δὲ εἰς ἀτιμίαν.
Εἰς ἕνα δὲ σπίτι μεγάλο, ὅπως εἶναι ἡ Ἐκκλησία, δὲν ὑπάρχουν μόνον σκεύη χρυσὰ καὶ ἄργυρο, ἀλλὰ καὶ ξύλινα καὶ πήλινα. Καὶ ἄλλα μὲν εἶναι διὰ χρῆσιν τιμητικήν, ἀλλὰ δὲ διὰ χρῆσιν ἐξευτελισμένην.
21 ἐὰν οὖν τις ἐκκαθάρῃ ἑαυτὸν ἀπὸ τούτων, ἔσται σκεῦος εἰς τιμήν, ἡγιασμένον καὶ εὔχρηστον τῷ δεσπότῃ, εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἡτοιμασμένον.
Ἐὰν λοιπὸν κανεὶς καθαρίσῃ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν ξεχωρίσῃ ἀπὸ τὰ ἄτιμα αὐτὰ σκεύη, θὰ εἶναι σκεῦος, ποὺ θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τιμητικὸν σκοπόν, ἁγιασμένον καὶ εὐμεταχείριστον εἰς τὸν δεσπότην, ἐτοιμασμένον διὰ κάθε ἔργον ἀγαθόν.
22 τὰς δὲ νεωτερικὰς ἐπιθυμίας φεῦγε, δίωκε δὲ δικαιοσύνην, πίστιν, ἀγάπην, εἰρήνην μετὰ τῶν ἐπικαλουμένων τὸν Κύριον ἐκ καθαρᾶς καρδίας.
Ἀπὸ τὰς ἐπιθυμίας δέ, ποὺ ἐπικρατοῦν κυρίως εἰς τοὺς νεωτέρους κατὰ τὴν ἡλικίαν, φεῦγε μακράν. Ἐπιδίωκε δὲ τὴν δικαιοσύνην, τὴν πίστιν, τὴν ἀγάπην, τὴν εἰρήνην μὲ ἐκείνους, ποὺ ἐπικαλοῦνται τὸν Κύριον μὲ καθαρὰν καρδίαν καὶ ἀνυπόκριτον εὐλάβειαν.
23 τὰς δὲ μωρὰς καὶ ἀπαιδεύτους ζητήσεις παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι γεννῶσι μάχας·
Ἀπόφευγε δὲ τὰς ἀνοήτους ἐρεύνας καὶ συζητήσεις, ποὺ δὲν συντελοῦν εἰς τὴν χριστιανικὴν παιδαγωγίαν. Γνωρίζε ὅτι αὐτὶι προκαλοῦν φιλονεικίας καὶ ἐχθρότητας.
24 δοῦλον δὲ Κυρίου οὐ δεῖ μάχεσθαι, ἀλλ' ἤπιον εἶναι πρὸς πάντας, διδακτικόν, ἀνεξίκακον,
Ὁ δοῦλος δὲ τοῦ Κυρίου δὲν πρέπει νὰ φιλονεικῇ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ εἶναι ἤπιος καὶ γλυκὺς πρὸς ὅλους, ἱκανὸς εἰς τὸ νὰ διδάσκῃ, νὰ εἶναι ἀνεξίκακος,
25 ἐν πρᾳότητι παιδεύοντα τοὺς ἀντιδιατιθεμένους, μήποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεὸς μετάνοιαν εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας,
καὶ νὰ σωφρονίζῃ μὲ πρᾳότητα ἐκείνους, ποὺ ἔχουν ἐναντία φρονήματα. Ποῖος ἠξεύρει, μήπως καμμιὰ φορὰ τοὺς δώσῃ ὁ Θεὸς μετάνοιαν καὶ ὁδηγηθοῦν εἰς τὴν πλήρη καὶ ὀρθὴν γνῶσιν τῆς ἀληθείας,
26 καὶ ἀνανήψωσιν ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου παγίδος, ἐζωγρημένοι ὑπ' αὐτοῦ εἰς τὸ ἐκείνου θέλημα.
καὶ συνέλθουν ἀπὸ τὴν μέθην, ποὺ τοὺς ἔχει φέρει ἡ παγίδα τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς ἔπιασεν ὁ διάβολος, τοὺς συλλάβῃ δὲ τώρα ὡς αἰχμαλώτους ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ πράττουν τὸ θέλημα Ἐκείνου!
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα