ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΟΣΟΙ εἰσὶν ὑπὸ ζυγὸν δοῦλοι, τοὺς ἰδίους δεσπότας πάσης τιμῆς ἀξίους ἡγείσθωσαν, ἵνα μὴ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ διδασκαλία βλασφημῆται.
Όσοι εἶναι δοῦλοι κάτω ἀπὸ τὴν πιεστικὴν δουλείαν ἀπίστων κυρίων, ἂς θεωροῦν τοὺς δεσπότας των ἀξίους κάθε τιμῆς, διὰ νὰ μὴ δίδουν μὲ τὴν δυστροπίαν των ἀφορμὴν νὰ συκοφαντῆται καὶ περιυβρίζεται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ εὐαγγελίου.
2 οἱ δὲ πιστοὺς ἔχοντες δεσπότας μὴ καταφρονείτωσαν, ὅτι ἀδελφοί εἰσιν, ἀλλὰ μᾶλλον δουλευέτωσαν, ὅτι πιστοί εἰσι καὶ ἀγαπητοὶ οἱ τῆς εὐεργεσίας ἀντιλαμβανόμενοι.
Ἐκεῖνοι δέ, ποὺ ἔχουν δεσπότας πιστοὺς Χριστιανούς, ἂς μὴ τοὺς καταφρονοῦν, λαμβάνοντες θάρρος ἀπὸ τὸ ὅτι εἶναι ἒν Χριστῷ ἀδελφοί. Ἀλλὰ ἂς δουλεύουν περισσότερον, διότι αὐτοί, ποὺ ἀπολαμβάνουν τὴν καλὴν δουλείαν τῆς προθύμου ὑπηρεσίας των, εἶναι καὶ αὐτοὶ πιστοὶ καὶ ἀγαπητοί.
3 Ταῦτα δίδασκε καὶ παρακάλει. εἴ τις ἑτεροδιδασκαλεῖ καὶ μὴ προσέρχεται ὑγιαίνουσι λόγοις τοῖς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ κατ' εὐσέβειαν διδασκαλίᾳ,
Δίδασκε καὶ πρότρεπε τοὺς πιστοὺς νὰ τηροῦν αὐτά, ποὺ σοῦ ἔγραψα εἰς τὴν ἐπιστολήν. Ἐὰν κανεὶς διδάσκῃ διαφορετικὰ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιον καὶ δὲν ἀκολουθῇ τοὺς ὑγιεῖς καὶ μὴ μολυσμένους ἀπὸ τὴν ἀρρώστιαν τῆς πλάνης λόγους τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν διδασκαλίαν, ποὺ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν εὐσέβειαν,
4 τετύφωται, μηδὲν ἐπιστάμενος, ἀλλὰ νοσῶν περὶ ζητήσεις καὶ λογομαχίας, ἐξ ὧν γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί,
αὐτὸς εἶναι φουσκωμένος καὶ τυφλωμένος ἀπὸ ὑπερηφάνειαν. Καὶ νομίζει μέν, δτι τὰ ἠξεύρει ὅλα, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρει τίποτε καὶ ἔχει τὴν ἀσθένειαν τοῦ νὰ συζητῇ καὶ ἐξετάζῃ τὰ μάταια καὶ ἀνωφελῆ καὶ νὰ παρασύρεται εἰς λογομαχίας, ἀπὸ τὰς ὁποίας προέρχονται φθόνος, φιλονεικία, κακολογίαι, ὑποψίαι κακαὶ καὶ ἄδικοι.
5 παραδιατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας, νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν. ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων.
Προέρχονται ἀκόμη παράλογοι καὶ μάταιαι ἀσχολίαι ἀνθρώπων, ποὺ ἔχουν διεφθαρμένον καὶ χαλασμένον τὸν νοῦν τους καὶ ἔχουν στερηθῆ τελείως τὴν ἀλήθειαν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νομίζουν, ὅτι ἡ εὐσέβεια εἶναι πηγὴ αἰσχρᾶς ἐκμεταλλεύσεως καὶ ὑλικοῦ πλουτισμοῦ. Στέκε μακρὰν ἀπὸ τοὺς τοιούτους.
6 ἔστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας.
Πράγματι δὲ ἡ εὐσέβεια εἶναι πηγὴ μεγάλου πλουτισμοῦ, ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ ὀλιγάρκειαν καὶ ὄχι ἀπὸ αἰσχροκερδῆ πλεονεξίαν.
7 οὐδὲν γὰρ εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάμεθα·
Πρέπει δὲ νὰ εἴμεθα ὀλιγαρκεῖς, διότι τίποτε δὲν ἐφέραμεν εἰς τὸν κόσμον, ὅταν ἐγεννήθημεν. Καὶ εἶναι φανερόν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν οὔτε νὰ πάρωμεν κοντά μας τίποτα, ὅταν θὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ κόσμου διὰ τοῦ θανάτου.
8 ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα.
Ὅταν δὲ ἔχωμεν τροφὰς καθ’ ὅλην τὴν ζωήν μας καὶ ἐνδύματα μὲ κατοικίαν διὰ νὰ σκεπαζώμεθα, θὰ εἶναι ταῦτα ἀρκετὰ δι’ ἠμᾶς.
9 οἱ δὲ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμὸν καὶ παγίδα καὶ ἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ἀπώλειαν.
Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ἔχουν προσκόλλησιν εἰς τὸ χρῆμα καὶ θέλουν νὰ γίνουν πλούσιοι, πίπτουν μέσα εἰς πειρασμὸν καὶ εἰς παγίδα καὶ εἰς ἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ ἐπιβλαβεῖς, αἱ ὁποῖαι βυθίζουν τοὺς ἀνθρώπους εἰς καταστροφὴν καὶ ἀπώλειαν.
10 ρίζα γὰρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία, ἧς τινες ὀρεγόμενοι ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τῆς πίστεως καὶ ἑαυτοὺς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς.
Πίπτουν δὲ εἰς πειρασμὸν καὶ καταστρεπτικὴν παγίδα, διότι ρίζα ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ φιλαργυρία. Καὶ μερικοὶ κυριευθέντες ἀπὸ τὴν ὄρεξιν καὶ τὴν σφοδρὰν ἐπιθυμίαν, ποὺ γεννᾷ αὕτη πρὸς τὸ χρῆμα, ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τὴν πίστιν καὶ ἔμπηξαν εἰς τὸν ἑαυτόν τους σὰν ἄλλα καρφιὰ πολλοὺς πόνους καὶ ἀγωνίας.
11 Σὺ δέ, ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ταῦτα φεῦγε· δίωκε δὲ δικαιοσύνην, εὐσέβειαν, πίστιν, ἀγάπην, ὑπομονήν, πρᾳότητα.
Σὺ ὅμως, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, φεῦγε μακρὰν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα καὶ πάθη, ἐπιδίωκε δὲ τὴν δικαιοσύνην, τὴν εὐσέβειαν, τὴν πίστιν, τὴν ἀγάπην, τὴν ὑπομονήν, τὴν πραότητα.
12 ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως· ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθης καὶ ὡμολόγησας τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων.
Ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον μᾶς καλεῖ ἡ πίστις. Πιάσε καλὰ καὶ κράτησε σφικτὰ τὴν αἰώνιον ζωήν, διὰ τὴν κληρονομίαν τῆς ὁποίας καὶ ἐκλήθης ἀπὸ τὸν Θεόν καὶ ὠμολόγησες πρὸ τοῦ βαπτίσματός σου τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐμπρὸς εἰς πολλοὺς μάρτυρας.
13 παραγγέλλω σοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τὰ πάντα καὶ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ μαρτυρήσαντος ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τὴν καλὴν ὁμολογίαν,
Παραγγέλλω εἰς σὲ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μεταδίδει ζωὴν εἰς ὅλα, καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐμπρὸς εἰς τὸν Πόντιον Πιλᾶτον ἐμαρτύρησετὴν καλὴν ὁμολογίαν, ὅτι εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ,
14 τηρῆσαί σε τὴν ἐντολὴν ἄσπιλον, ἀνεπίληπτον μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
νὰ διατηρήσῃς σὺ τὴν ἐντολὴν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, ποὺ ἀνέλαβες εἰς τὸ βάπτισμα καὶ τὴν χειροτονίαν σου, καθαρὰν ἀπὸ κάθε μολυσμόν, ἀνωτέραν ἀπὸ κάθε κατηγορίαν μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιφανῇ ἐνδόξως ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός.
15 ἣν καιροῖς ἰδίοις δείξει ὁ μακάριος καὶ μόνος δυνάστης, ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ κύριος τῶν κυριευόντων,
Τὴν ἔνδοξον δὲ ταύτην ἐπιφάνειαν τοῦ Κυρίου εἰς καιρούς, τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ὥρισε καὶ γνωρίζει, θὰ δείξῃ ὁ μακάριος καὶ ὁ μόνος ἐξουσιαστής, ὁ βασιλεὺς αὐτῶν ποὺ βασιλεύουν ἐπὶ γῆς καὶ ὁ κύριος αὐτῶν ποὺ κυριαρχοῦν ἐπὶ γῆς,
16 ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται· ᾧ τιμὴ καὶ κράτος αἰώνιον· ἀμήν.
ὁ ὁποῖος μόνος ἔχει ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του ζωὴν ἀθάνατον καὶ ἀΐδιον, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς φῶς, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ πλησιάσῃ, τὸν ὁποῖον δὲν εἶδε κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, οὔτε δύναται νὰ τὸν ἴδῃ· εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει τιμὴ καὶ κράτος παντοτινὸν καὶ αἰώνιον. Ἀμήν.
17 Τοῖς πλουσίοις ἐν τῷ νῦν αἰῶνι παράγγελλε μὴ ὑψηλοφρονεῖν, μηδὲ ἠλπικέναι ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι, ἀλλ' ἐν τῷ Θεῷ τῷ ζῶντι, τῷ παρέχοντι ἡμῖν πάντα πλουσίως εἰς ἀπόλαυσιν,
Εἰς αὐτούς, ποὺ εἶναι πλούσιοι εἰς τὴν παροῦσαν πρόσκαιρον ζωήν, παράγγελλε νὰ μὴ ὑψηλοφρονοῦν, οὔτε νὰ ἔχουν στηριγμένος τὰς ἐλπίδας των εἰς τὸν πλοῦτον, τοῦ ὁποίου ἡ κατοχὴ εἶναι ἀβέβαια καὶ ἄδηλος, ἀλλὰ νὰ ἐλπίζουν εἰς τὸν Θεόν, ποὺ δὲν εἶναι ἄψυχος σὰν τὸν μαμωνάν, ἂλλ’ εἶναι Θεὸς ζωντανός, ὁ ὁποῖος μᾶς παρέχει πλούσια καὶ ἄφθονα ὅλα διὰ νὰ τὰ ἀπολαμβάνωμεν.
18 ἀγαθοεργεῖν, πλουτεῖν ἐν ἔργοις καλοῖς, εὐμεταδότους εἶναι, κοινωνικούς,
Παράγγελλέ τους νὰ ἀγαθοεργοῦν, νὰ γίνονται πλούσιοι εἰς ἔργα καλό, νὰ εἶναι πρόθυμοι εἰς τὸ νὰ μεταδίδουν καὶ εἰς ἄλλους ἀπὸ τὰ ἀγαθά των, νὰ εἶναι ἁπλοὶ καὶ καταδεκτικοὶ
19 ἀποθησαυρίζοντας ἑαυτοῖς θεμέλιον καλὸν εἰς τὸ μέλλον, ἵνα ἐπιλάβωνται τῆς αἰωνίου ζωῆς.
καὶ ἔτσι νὰ ἀποταμιεύουν διὰ τὸν ἑαυτόν των θεμέλιον στερεὸν εἰς τὸ μέλλον, διὰ νὰ ἀποκτήσουν ὡς ἀναφαίρετον κτῆμα τὴν αἰώνιον ζωήν.
20 Ὦ Τιμόθεε, τὴν παρακαταθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τὰς βεβήλους κενοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως,
Ὦ Τιμόθεε, τὴν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου, ποὺ ὡς πολύτιμον θησαυρὸν μᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ Κύριος, φύλαξέ την καὶ ἀπόφευγε τοὺς κούφιους καὶ ματαίους λόγους, ποὺ τὴν βεβηλώνουν καὶ νοθεύουν, καὶ τὰς ἀντιλογίας τῆς πλάνης, ποὺ φέρει ψεύτικα τὸ ὄνομα τῆς γνώσεως.
21 ἥν τινες ἐπαγγελλόμενοι περὶ τὴν πίστιν ἠστόχησαν. Ἡ χάρις μετὰ σοῦ· ἀμήν.
Τὴν ψευδογνῶσιν αὐτὴν ἔχουν μερικοὶ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι τὴν κατέχουν, ἀλλ’ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἔπεσαν ἔξω ἀπὸ τὴν πίστιν. Ἡ χάρις εἴθε νὰ εἶναι μαζί σου. Ἀμήν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα