ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΠΙΣΤΟΣ ὁ λόγος· εἴ τις ἐπισκοπῆς ὀρέγεται, καλοῦ ἔργου ἐπιθυμεῖ.
Ο λόγος περὶ ἐπισκοπῆς, τὸν ὁποῖον θὰ εἴπω, εἶναι ἄξιος νὰ δώσῃ ὁ καθένας πίστιν εἰς αὐτὸν καὶ νὰ τὸν δεχθῇ μὲ τὴν καρδιά του. Ἐὰν κανεὶς ἐπιθυμῇ πολὺ τὸ ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα, καλὸν ἔργον ἐπιθυμεῖ.
2 δεῖ οὖν τὸν ἐπίσκοπον ἀνεπίληπτον εἶναι, μιᾶς γυναικὸς ἄνδρα, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν,
Ἀλλὰ τὸ καλὸν καὶ ὑψηλὸν ἔργον πρέπει νὰ ἀνατίθεται εἰς καλοὺς καὶ ἐκλεκτοὺς ἀνθρώπους. Πρέπει λοιπὸν ὁ ἐπίσκοπος νὰ εἶναι ἀκατηγόρητος, ὥστε κανεὶς να μὴ μπορῇ να εἴπῃ τίποτε εἰς βάρος του. Πρέπει να εἶναι σύζυγος μιᾶς μόνης γυναικὸς καὶ να μὴ ἔχῃ ἔλθει εἰς δεύτερον γάμον. Νὰ εἶναι προσεκτικός, ἐγκρατής, σεμνός, φιλόξενος, διδακτικός.
3 μὴ πάροινον, μὴ πλήκτην, μὴ αἰσχροκερδῆ, ἀλλ' ἐπιεικῆ, ἄμαχον, ἀφιλάργυρον,
Νὰ μὴ εἶναι μέθυσος, οὔτε να βιαιοπραγῇ καὶ να δέρνῃ μὲ τὰ χέρια του τοὺς ἄλλους, οὔτε νὰ ἐπιζητῇ κέρδη μὲ μέσα αἰσχρά, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἐπιεικής, ξένος πρὸς μάχας καὶ φιλονεικίας, ἀφιλάργυρος.
4 τοῦ ἰδίου οἴκου καλῶς προϊστάμενον, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητος· ~
Νὰ κυβερνᾷ καλὰ τὸ σπίτι του, νὰ ἔχῃ παιδιά, ποὺ νὰ ὑποτάσσωνται μὲ κάθε σεμνότητα.
5 εἰ δέ τις τοῦ ἰδίου οἴκου προστῆναι οὐκ οἶδε, πῶς ἐκκλησίας Θεοῦ ἐπιμελήσεται;~
Πρέπει δὲ νὰ κυβερνᾷ καλὰ τὸ σπίτι του, διότι, ἐὰν ἕνας δὲν γνωρίζῃ νὰ διευθύνῃ τὸ σπίτι του, πῶς θὰ ἐπιμεληθῇ καὶ θὰ φροντίσῃ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ;
6 μὴ νεόφυτον, ἵνα μὴ τυφωθεὶς εἰς κρῖμα ἐμπέσῃ τοῦ διαβόλου.
Πρέπει νὰ μὴ εἶναι νεοκατήχητος καὶ νεοφυτευμένος εἰς τὸν πνευματικὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου. Δὲν πρέπει δὲ να εἶναι νεοκατήχητος, διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανευθῇ καὶ πέσῃ εἰς τὴν αὐτὴν ἐξ ὑπερηφανείας καταδίκην, ποὺ ἔπεσε καὶ ὁ διάβολος.
7 δεῖ δὲ αὐτόν καὶ μαρτυρίαν καλὴν ἔχειν ἀπὸ τῶν ἔξωθεν, ἵνα μὴ εἰς ὀνειδισμὸν ἐμπέσῃ καὶ παγίδα τοῦ διαβόλου.
Πρέπει δὲ να ἔχῃ καὶ καλὴν μαρτυρίαν ἀπὸ τοὺς ἔξω τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρώπους, διὰ νὰ μὴ τοῦ στήσῃ μὲ τὰς κατηγορίας καὶ τὴν διαπόμπευσιν τῶν ἀπίστων παγίδα ὁ διάβολος καὶ πέσῃ εἰς αὐτὴν εἴτε θυμώνων καὶ μισῶν τοὺς κατηγόρους του, εἴτε χάνων τὸ κῦρος του καὶ ἀπογοητευόμενος, εἴτε καὶ παρασυρόμενος πάλιν εἰς τὰ παλαιά.
8 Διακόνους ὡσαύτως σεμνούς, μὴ διλόγους, μὴ οἴνῳ πολλῷ προσέχοντας, μὴ αἰσχροκερδεῖς,
Οἱ διάκονοι τὸ ἴδιο πρέπει να εἶναι σεμνοί, ὄχι διπρόσωποι, ὥστε να λέγουν ἄλλα εἰς τοῦτον καὶ ἄλλα εἰς ἐκεῖνον διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν· νὰ μὴ ἔχουν τὸν νοῦν τους εἰς τὸ πολὺ κρασί, νὰ μὴ εἶναι αἰσχροκερδεῖς·
9 ἔχοντας τὸ μυστήριον τῆς πίστεως ἐν καθαρᾷ συνειδήσει.
νὰ κατέχουν τὴν μυστηριώδη ἀλήθειαν τῆς πίστεως συντροφευμένην μὲ βίον ἄμεμπτον καὶ καθαρὰν συνείδησιν.
10 καὶ οὗτοι δὲ δοκιμαζέσθωσαν πρῶτον, εἶτα διακονείτωσαν ἀνέγκλητοι ὄντες.
Καὶ αὐτοὶ δὲ ἂς ἐξετάζωνται πρῶτον προσεκτικὰ καὶ ἂς δοκιμάζονται, καὶ ἔπειτα ἂς ἀναλαμβάνουν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ διακόνου, ἐφ’ ὅσον εὑρεθοῦν, ὅτι εἶναι ἀκατηγόρητοι καὶ ἄμεμπτοι.
11 γυναῖκας ὡσαύτως σεμνάς, μὴ διαβόλους, νηφαλίους, πιστὰς ἐν πᾶσι.
Αἱ γυναῖκες διάκονοι πρέπει καὶ αὐταὶ νὰ εἶναι σεμναί, ἐλεύθεραι ἀπὸ τὸ ἁμάρτημα τῆς κακολογίας καὶ διαβολῆς, ἐγκρατεῖς καὶ προσεκτικοί, ἀξιόπιστοι εἰς ὅλα.
12 διάκονοι ἔστωσαν μιᾶς γυναικὸς ἄνδρες, τέκνων καλῶς προϊστάμενοι καὶ τῶν ἰδίων οἴκων.
Οἱ διάκονοι ἂς εἶναι μονόγαμοι, μιᾶς γυναικὸς ἄνδρες, νὰ κυβερνοῦν καλὰ τὰ τέκνα των καὶ τὰ σπίτια των.
13 οἱ γὰρ καλῶς διακονήσαντες βαθμὸν ἑαυτοῖς καλὸν περιποιοῦνται καὶ πολλὴν παρρησίαν ἐν πίστει τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Ζητῶ καὶ ἀπ’ αὐτούς, ὅπως ἐζήτησα καὶ ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους, νὰ κυβερνοῦν καλὰ τὰ σπίτια των, διότι ἐκεῖνοι, ποὺ διηκόνησαν καλά, ἀποκτοῦν καὶ καλὸν βαθμὸν καὶ προάγονται εἰς ἐπισκόπους. Ἀποκτοῦν ἀκόμη καὶ πολλὴν παρρησίαν καὶ θάρρος εἰς τὸ νὰ διακηρύττουν τὴν πίστιν, ποὺ ὁμολογοῦμεν ὅσοι εἴμεθα ἐν κοινωνίᾳ μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.
14 Ταῦτά σοι γράφω ἐλπίζων ἐλθεῖν πρός σε τάχιον·
Σοῦ γράφω αὐτὰ μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἔλθω πρὸς σὲ πολὺ γρήγορα.
15 ἐὰν δὲ βραδύνω, ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστὶν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας.
Ἐὰν ὅμως βραδύνω νὰ ἔλθω, σοῦ τὰ γράφω διὰ νὰ γνωρίζῃς, πῶς πρέπει κανεὶς νὰ πολιτεύεται καὶ νὰ συμπεριφέρεται εἰς τὸ σπίτι καὶ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Θεοῦ, τουτέστιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ζωντανὸς καὶ ὄχι νεκρὸς σὰν τὰ εἴδωλα. Εἶναι δὲ ἡ Ἐκκλησία ἄλλος στῦλος καὶ θεμέλιον στερεόν, ποὺ ὑποβαστάζει τὴν ἀλήθειαν.
16 καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ.
Καὶ πράγματι κατὰ τὴν ὁμολογίαν ὅλων τῶν πιστῶν μέγα εἶναι τὸ μυστήριον τῆς ἀληθοῦς θρησκείας, ποὺ ἀπεκαλύφθη καὶ ὡς θησαυρὸς αἰώνιος παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Δηλαδή, Θεὸς ἐφανερώθη σαρκωμένος, ἀπεδείχθη ἀληθὴς Μεσσίας διὰ τοῦ Πνεύματος, ποὺ ἐνήργει σημεῖα δι’ αὐτοῦ, ἔγινεν ὁρατὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους, ἐκηρύχθη μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν, ἐπιστεύθη εἰς τὸν κόσμον ὡς Θεάνθρωπος, ἀνελήφθη μὲ δόξαν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα