ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΠΑΡΑΚΑΛΩ οὖν πρῶτον πάντων ποιεῖσθαι δεήσεις, προσευχάς, ἐντεύξεις, εὐχαριστίας, ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων,
Αφοῦ δὲ σύμφωνα μὲ τὰ ἀνωτέρω ὀφείλομεν νὰ ἀγαπῶμεν ὅλους καὶ ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθε νὰ σώσῃ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς, λοιπόν, καὶ ἑγὼ προτρέπω καὶ σέ, ὦ Τιμόθεε, καὶ τοὺς λοιποὺς ἀδελφοὺς πρῶτον ἀπὸ ὅλα να κάνετε δεήσεις, προσευχάς, παρακλήσεις, εὐχαριστίας δι’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους,
2 ὑπὲρ βασιλέων καὶ πάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων, ἵνα ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι.
διὰ τοὺς βασιλεῖς καὶ δι’ ὅλους ὅσοι ἔχουν ἀξίωμα καὶ θέσιν ἀνωτέραν, διὰ νὰ τοὺς φωτίζῃ καὶ τοὺς κραταιώνῃ ὁ Θεός, ὅπως ἐξασφαλίζουν τὴν εἰρηνικὴν συμβίωσιν τῶν πολιτῶν, ὥστε νὰ περνῶμεν καὶ ἡμεῖς βίον ἤρεμον καὶ ἥσυχον μὲ πᾶσαν εὐσέβειαν καὶ σεμνότητα.
3 τοῦτο γὰρ καλὸν καὶ ἀπόδεκτον ἐνώπιον τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ,
Διότι τοῦτο, ἤτοι τὸ νὰ προσευχώμεθα δι’ ὅλους, εἶναι καλὸν καὶ εὐάρεστον ἐνώπιον τοῦ σωτῆρος μας Θεοῦ.
4 ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν.
Καὶ εἶναι τοῦτο εὐάρεστον εἰς τὸν Θεόν, διότι αὐτὸς θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν καὶ διὰ τῆς πίστεως νὰ λάβουν πλήρη γνῶσιν τῆς ἀληθείας.
5 εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς,
Θέλει δὲ τὴν σωτηρίαν ὅλων, διότι ἕνας καὶ μόνος εἶναι Θεός, Θεὸς ὅλων, ὄχι ὡρισμένου μόνον ἔθνους Θεός· ἕνας εἶναι καὶ μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ ἔγινεν ἄνθρωπος,
6 ὁ δοὺς ἑαυτὸν ἀντίλυτρον ὑπὲρ πάντων, τὸ μαρτύριον καιροῖς ἰδίοις,
καὶ ἔδωκε τὸν ἑαυτόν του λύτρον διὰ νὰ ἑξαγοράσῃ ὅλους. Διὰ τὸ γεγονὸς δὲ αὐτὸ τῆς ἑξαγορᾶς μᾶς κάνει λόγον ἡ μαρτυρία, ἡ ὁποία καὶ ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Ἀποστόλους δίδεται, Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐδόθη ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἐπεσφραγίσθη εἰς τοὺς ὡρισμένους ὑπὸ τῆς θείας Προνοίας καιροὺς μὲ τὸν θάνατόν του.
7 εἰς ὃ ἐτέθην ἐγὼ κήρυξ καὶ ἀπόστολος, ~ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι,~ διδάσκαλος ἐθνῶν ἐν πίστει καὶ ἀληθείᾳ.
Διὰ τὴν μαρτυρίαν αὐτὴν ἀνεδείχθην καὶ ὡρίσθην ἀπὸ τὸν Θεόν κῆρυξ καὶ Ἀπόστολος ἐγώ. Λέγω ἀλήθειαν, ὅπως μοῦ τὸ ἐπιβάλλει ἡ μετὰ τοῦ Χριστοῦ κοινωνία μου· δὲν ψεύδομαι. Ἐτάχθην νὰ εἶμαι διδάσκαλος τῶν ἐθνικῶν ἐν τῇ πίστει καὶ τῇ ἀληθείᾳ.
8 Βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ.
(Συνεχίζω τώρα τὸν λόγον μου περὶ προσευχῆς). Θέλω λοιπὸν νὰ προσεύχωνται οἱ ἄνδρες εἰς κάθε τόπον, καὶ νὰ σηκώνουν πρὸς τὸν οὐρανὸν χέρια καθαρὰ ἀπὸ κάθε μολυσμόν, ἐλεύθεροι ἀπὸ ὀργὴν καὶ δισταγμὸν ὀλιγοπιστίας.
9 ὡσαύτως καὶ τὰς γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ, μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν ἢ χρυσῷ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ,
Τὸ ἴδιο θέλω καὶ αἱ γυναῖκες νὰ προσεύχωνται μὲ ἐνδυμασίαν σεμνήν, νὰ στολίζουν τὸν ἑαυτόν τους μὲ συστολὴν καὶ σωφροσύνην, ὄχι μὲ φιλάρεσκα πλεξίματα τῶν μαλλιῶν τους ἢ μὲ χρυσᾶ ἢ μαργαριταρένια κοσμήματα ἢ μὲ ρούχα πολυτελῆ,
10 ἀλλ' ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι' ἔργων ἀγαθῶν.
ἀλλὰ μὲ ὅ,τι πρέπει εἰς γυναῖκας, ποὺ παρουσιάζονται εἰς τὰ μάτια ὅλων, ὅτι σέβονται τὸν Θεόν. Θέλω δηλαδὴ αἱ γυναῖκες νὰ στολίζωνται μὲ ἔργα ἀγαθά.
11 Γυνὴ ἐν ἡσυχίᾳ μανθανέτω ἐν πάσῃ ὑποταγῇ·
Ἡ γυναῖκα ἂς μανθάνῃ τὴν σωτηριώδη γνῶσιν τοῦ εὐαγγελίου ἥσυχα, χωρὶς νὰ δημιουργῇ θόρυβον μὲ τὴν πολυλογίαν ἢ τὰς ἀντιρρήσεις της, ἀλλὰ νὰ δεικνύῃ πᾶσαν ὑποταγήν.
12 γυναικὶ δὲ διδάσκειν οὐκ ἐπιτρέπω, οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός, ἀλλ' εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ.
Δὲν ἐπιτρέπω δὲ εἰς τὴν γυναῖκα νὰ διδάσκῃ εἰς τὰς συνάξεις τῆς λατρείας, οὔτε νὰ ἐξουσιάζῃ καὶ νὰ γίνεται κυρία τοῦ ἀνδρός της, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ μένῃ ἥσυχος, χωρὶς νὰ ἀντιλέγῃ ἢ νὰ θορυβῇ.
13 Ἀδὰμ γὰρ πρῶτος ἐπλάσθη, εἶτα Εὔα·
Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἐξουσιάζῃ τὸν ἄνδρα της ἡ γυνή, διότι ὁ Ἀδὰμ ἐπλάσθη πρῶτος, ἔπειτα ἐπλάσθη ἡ Εὕα, διὰ νὰ εἶναι βοηθὸς τοῦ ἀνδρός.
14 καὶ Ἀδὰμ οὐκ ἠπατήθη, ἡ δὲ γυνὴ ἀπατηθεῖσα ἐν παραβάσει γέγονε·
Καὶ ἐπὶ πλέον ὁ Ἀδὰμ δὲν ἐξηπατήθη ἀπὸ τὸ φίδι, ἡ γυνὴ ὅμως ἐξηπατήθη ἀπὸ τὴν συμβουλὴν τοῦ φιδιοῦ καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν παράβασιν.
15 σωθήσεται δὲ διὰ τῆς τεκνογονίας, ἐὰν μείνωσιν ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ καὶ ἁγιασμῷ μετὰ σωφροσύνης.
Θὰ σωθῇ δὲ κάθε γυναῖκα μὲ τὴν γέννησιν καὶ τὴν ἀνατροφὴν τέκνων, ἄρκει νὰ τηρήσουν αἱ γυναῖκες πίστιν εἰς τοὺς ἄνδρας των καὶ ἀγάπην εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ διαφυλάξουν μὲ σωφροσύνην τὸν ἁγιασμὸν τῆς ἁγνότητος.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα