ελ
Καινή Διαθήκη
Ο Τιμόθεος κατήγετο έκ Λύστρων της Λυκαονίας, ήτο δε υίός γυναικός 'Ίουδαίας πιστής καί πατρός "Έλληνος. Είς τήν χριστιανικήν πίστιν προσειλκύσθη ύπ' αύτοϋ του Παύλου, πιθανώς κατά τήν πρώτην άποστολικήν όδοιπορίαν του καί προσελήφθη ύπ' αύτου ώς άκόλουθος καί βοηθός του κατά τήν δευτέραν άποστολικήν όδοιπορίαν. Προκειμένου δε νά διευκολύνη ό Απόστολος τήν μεταξύ τών 'Ίουδαίων δράσιν του Τιμοθέου, δέν εδίστασε νά υποβάλη αύτον είς περιτομήν, έπειδή έγνώριζον όλοι οι Ίουδαϊοι της περιχώρου εκείνης, ότι ό πατήρ τοϋ Τιμοθέου ήτο "Έλλην (Πράξ. ιστ' 1-3). Καί ώς έκ τούτου κατ' ούδένα λόγον θά δέχοντο νά άκούσουν τήν διδασκαλίαν του.
Εύθυς άπό των πρώτων ήμερών της προσλήψεως του άπό τόν Παϋλον έπέδειξεν ό Τιμόθεος στοργήν καί ύπακοήν τοιαύτην πρός αύτόν, ώστε νά μαρτυρή ό Απόστολος, ότι «ώς πατρί τέκνον σύν έμοι έδούλευσεν είς τό ευαγγέλιον», νά χαρακτηρίζη δε αύτον ώς «ίσόψυχον» (Φιλιπ. β' 20-22). Κατά δε τήν τρίτην άποστολικήν όδοιπορίαν εύρίσκομεν τόν Τιμόθεον πλησίον τού Παύλου έν Έφέσω, όπόθεν άποστέλλεται είς Μακεδονίαν (Πράξ. ιθ΄ 22), εκεϊ δε συνηντήθη πάλιν μετά τοϋ Παύλου, τόν όποϊον ήκολούθησεν είς Κόρινθον, Τρωάδα καί 'Ίεροσόλυμα (Β' Κορινθ. α' 1, Ρωμ. ιστ' 21, Πράξ. κ΄ 4-5).
Κατά τήν έν Ρώμη φυλάκισιν του Παύλου ό Τιμόθεος ευρίσκετο έκεϊ μετά τοϋ 'Άποστόλου (Φιλιπ. α' 1, Κολ. α' 1, Φιλήμ. 1). "Όταν δε ό Παϋλος άπηλευθερώθη καί επεχείρησε τήν τετάρτην αύτοϋ άποστολικήν όδοιπορίαν, ήλθε μετ' αύτοϋ είς "Έφεσον καί κατά παραγγελίαν του Άποστόλου παρέμεινεν έκεϊ. Κατά τό διάστημα τούτο τής είς Έφεσον παραμονής του Τιμοθέου έγράφη ή έπιστολή αύτη. "Ότε δέ ό Παϋλος επανελθών είς Ρώμην συνελήφθη έκ νέου και επρόκειτο νά θανατωθή, έγραψε πρός αύτόν καί τήν δευτέραν έπιστολήν, διά τής όποίας τόν εκάλει νά έλθη πρός αϋτόν (Β' Τιμόθ. δ΄ 9), φαίνεται δέ, ότι πράγματι ό Τιμόθεος έσπευσεν είς συνάντησιν τοϋ Άποστόλου. Πρβλ. Έβρ. Iγ' 23.
Κατά τάς Αποστολικάς Διαταγάς (βιβλ. Ζ' 46, 3) ό Τιμόθεος έπέστρεψε καϊ πάλιν είς τήν Έφεσον, όπου καί παρέμεινε μέχρι τών χρόνων τοϋ αυτοκράτορος Δομητιανού, έπι τού όποίου καί ύπέστη θάνατον μαρτυρικόν.
1 ΠΑΥΛΟΣ, ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ κατ' ἐπιταγὴν Θεοῦ σωτῆρος ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τῆς ἐλπίδος ἡμῶν,
Εγὼ ὁ Παῦλος, ἀπόστολός του Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ διαταγὴν τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι σωτήρ μας, καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἐλπίδα μας,
2 Τιμοθέῳ γνησίῳ τέκνῳ ἐν πίστει· χάρις, ἔλεος, εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν.
γράφω τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν εἰς τὸν Τιμόθεον, ποὺ διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸ κήρυγμά μου ἔγινε γνήσιον πνευματικόν μου τέκνον. Εἴθε νὰ σουῦ δοθῇ, ὦ Τιμόθεε, χάρις ἔλεος καὶ εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεόν πατέρα μας καὶ ἀπὸ τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν τὸν Κύριόν μας.
3 Καθὼς παρεκάλεσά σε προσμεῖναι ἐν Ἐφέσῳ, πορευόμενος εἰς Μακεδονίαν, ἵνα παραγγείλῃς τισὶ μὴ ἑτεροδιδασκαλεῖν
Καθὼς σὲ παρεκάλεσα νὰ παραμείνῃς εἰς τὴν Ἔφεσον, ὅταν ἐπήγαινα εἰς Μακεδονίαν, ἔτσι σὲ παρακαλῶ καὶ τώρα.
4 μηδὲ προσέχειν μύθοις καὶ γενεαλογίαις ἀπεράντοις, αἵτινες ζητήσεις παρέχουσι μᾶλλον ἢ οἰκονομίαν Θεοῦ τὴν ἐν πίστει·
Καὶ σὲ παρεκάλεσα τότε νὰ παραμείνῃς διὰ νὰ παραγγείλῃς εἰς μερικοὺς νὰ μὴ διδάσκουν διαφορετικὰ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Εὐαγγελίου, οὔτε νὰ προσέχουν εἰς μύθους καὶ εἰς γενεαλογίας προγόνων ἡ μυθικῶν θεῶν ἀτελειώτους, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν ἀνωφελεῖς συζητήσεις καὶ φιλονεικίας μᾶλλον παρὰ συντελοῦν εἰς τὴν διακονίαν, μὲ τὴν ὁποίαν οἰκονομεῖται ἡ διὰ τῆς πίστεως σωτηρία τῶν διδασκομένων.
5 τὸ δὲ τέλος τῆς παραγγελίας ἐστὶν ἀγάπη ἐκ καθαρᾶς καρδίας καὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς καὶ πίστεως ἀνυποκρίτου,
Τὸ συμπλήρωμα δὲ τῆς παραγγελίας μου εἶναι ἀγάπη ἀπὸ καθαρὰν καὶ ἀνιδιοτελῆ καρδίαν καὶ ἀπὸ συνείδησιν ἀγαθήν, ἐλευθέραν ἀπὸ κάθε τύψιν, καὶ ἀπὸ πίστιν εἰλικρινῆ καὶ ἀληθῆ.
6 ὧν τινες ἀστοχήσαντες ἐξετράπησαν εἰς ματαιολογίαν,
Ἀπὸ τὰς ἀρετὰς ὅμως αὐτὰς ἔπεσαν ἔξω καὶ ἀπεμακρύνθησαν μερικοὶ καὶ δι’ αὐτὸ παρεξετράπησαν εἰς ματαίους καὶ ἀνωφελεῖς λόγους καὶ διδασκαλίας.
7 θέλοντες εἶναι νομοδιδάσκαλοι, μὴ νοοῦντες μήτε ἃ λέγουσι μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦνται.
Θέλουν νὰ παρουσιάζωνται ὡς διδάσκαλοι τοῦ νόμου, καὶ δὲν καταλαβαίνουν οὔτε ἐκεῖνα ποὺ λέγουν, οὔτε ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα δίδουν αὐθεντικὰς διαβεβαιώσεις.
8 Οἴδαμεν δὲ ὅτι καλὸς ὁ νόμος, ἐάν τις αὐτῷ νομίμως χρῆται,
Ἐνῷ δὲ αὐτοὶ δὲν καταλαβαίνουν, ἠμεῖς οἰ Χριστιανοὶ ἀντιθέτως γνωρίζομεν, ὅτι ὁ νόμος εἶναι καλός, ἐὰν τὸν μεταχειρίζεται κανεὶς σύμφωνα μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου. Ὁ σκοπὸς δὲ τοῦ νόμου εἶναι νὰ ὁδηγήσῃ τὸν ἄνθρωπον εἰς τὸν Χριστόν.
9 εἰδὼς τοῦτο, ὅτι δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται, ἀνόμοις δὲ καὶ ἀνυποτάκτοις, ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς, ἀνοσίοις καὶ βεβήλοις, πατρολῴαις καὶ μητρολῴαις, ἀνδροφόνοις,
Ἂς γνωρίζῃ δὲ ὁ χρησιμοποιῶν τὸν νόμον τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ ὁ νόμος δὲν ὡρίσθη οὔτε εἶναι ἀναγκαῖος διὰ τὸν δίκαιον, διότι αὐτὸς ἔχει ὁδηγὸν τὸν ἔμφυτον ἠθικὸν νόμον, ποὺ φυσικὸ εἶναι γραμμένος εἰς τὴν καρδίαν του. Ὁ νόμος ὡρίσθη διὰ τοὺς ἀνόμους καὶ τοὺς ἀνυποτάκτους, διὰ τοὺς ἀσεβεῖς καὶ ἁμαρτωλούς, δι’ ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν ἱερὸν καὶ ὅσιον καὶ βεβηλώνουν τὰ πάντα, δι’ αὐτοὺς ποὺ κακοποιοῦν καὶ θανατώνουν τὸν πατέρα των καὶ τὴν μητέρα των, διὰ τοὺς φονεῖς,
10 πόρνοις, ἀρσενοκοίταις, ἀνδραποδισταῖς, ψεύσταις, ἐπιόρκοις, καὶ εἴ τι ἕτερον τῇ ὑγιαινούσῃ διδασκαλίᾳ ἀντίκειται,
τοὺς πόρνους, τοὺς ἀρσενοκοίτας, δι’ ἐκείνους ποὺ πωλοῦν ὡς ἀνδράποδα τοὺς ἀνθρώπους, διὰ τοὺς ψεύστας, τοὺς ἐπιόρκους καὶ ἐν γένει διὰ τοὺς ἐνόχους εἰς κάθε τι, ποὺ ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν διδασκαλίαν τὴν ἀληθῆ καὶ ἐλευθέραν ἀπὸ τὴν ἀρρώστιαν καὶ τὸ θανατηφόρον μίασμα τῆς αἱρέσεως καὶ πλάνης.
11 κατὰ τὸ εὐαγγέλιον τῆς δόξης τοῦ μακαρίου Θεοῦ, ὃ ἐπιστεύθην ἐγώ.
Καὶ διδασκαλία τέτοια εἶναι μόνη αὐτή, ποὺ συμφωνεῖ πρὸς τὸ Εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον εἶναι δόξα τοῦ μακαρίου Θεοῦ καὶ τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς ἐνεπιστεύθη εἰς ἐμέ.
12 Καὶ χάριν ἔχω τῷ ἐνδυναμώσαντί με Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ὅτι πιστόν με ἡγήσατο, θέμενος εἰς διακονίαν,
Καὶ εὐχαριστῶ τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν τὸν Κύριόν μας, ποὺ μὲ ἐνίσχυσε. Καὶ τὸν εὐχαριστῶ, διότι μὲ ἔκρινεν ἄξιον τῆς ἐμπιστοσύνης του καὶ ἔθεσεν εἰς τὴν διακονίαν τοῦ εὐαγγελίου ἐμέ,
13 τὸν πρότερον ὄντα βλάσφημον καὶ διώκτην καί ὑβριστήν· ἀλλ' ἠλεήθην, ὅτι ἀγνοῶν ἐποίησα ἐν ἀπιστίᾳ,
ποὺ ἤμην προτήτερα βλάσφημος καὶ διώκτης καὶ ὑβριστὴς τῆς Ἐκκλησίας του. Ἀλλ’ ἐλεήθην ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι ἐξ ἀγνοίας ἔκαμα ταῦτα, ὅταν ἤμην ἀκόμη ἐν τῇ ἀπιστίᾳ.
14 ὑπερεπλεόνασε δὲ ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν μετὰ πίστεως καὶ ἀγάπης τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Ἀλλ’ ἐπλεόνασε μὲ τὸ παραπάνω ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μας, ἡ ὁποία ἐγέμισε τὸ ἐσωτερικόν μου μὲ ἐκείνην τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην, αἱ ὁποία κατορθώνονται καὶ πηγάζουν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν καὶ σχέσιν μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.
15 Πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστὸς Ἰησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ·
Ὁ λόγος, ποὺ θὰ εἴπω, εἶναι ἀξιόπιστος καὶ ἄξιος νὰ τὸν δεχθοῦν μὲ τὴν ψυχήν τους ὅλοι· ὅτι δηλαδὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον νὰ σώσῃ ἁμαρτωλούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πρῶτος εἶμαι ἐγώ.
16 ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἠλεήθην, ἵνα ἐν ἐμοὶ πρώτῳ ἐνδείξηται Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν πᾶσαν μακροθυμίαν, πρὸς ὑποτύπωσιν τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ' αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον.
Ἀλλ’ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἐλεήθην, διὰ νὰ δείξῃ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς ἑμὲ περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον ὁλόκληρον τὴν μακροθυμίαν του καὶ χρησιμεύσω ὡς ὑπόδειγμα εἰς ἐκείνους, ποὺ μέλλουν νὰ πιστεύσουν εἰς αὐτὸν διὰ νὰ κληρονομήσουν τὴν αἰώνιον ζωήν.
17 Τῷ δὲ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
Εἰς δὲ τὸν βασιλέα, ποὺ εἶναι κύριος τῶν αἰώνων καὶ ὅλων τῶν κτισμάτων ὅσα ἔγιναν κατ’ αὐτούς, εἰς τὸν ἄφθαρτον, ἀόρατον, εἰς τὸν ἕνα καὶ μόνον σοφὸν Θεόν, ἂς εἶναι τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
18 Ταύτην τὴν παραγγελίαν παρατίθεμαί σοι, τέκνον Τιμόθεε, κατὰ τὰς προαγούσας ἐπὶ σὲ προφητείας, ἵνα στρατεύῃ ἐν αὐταῖς τὴν καλὴν στρατείαν,
Ταύτην τὴν παραγγελίαν σου ἐμπιστεύομαι καὶ σοῦ ἀναθέτω νὰ τὴν φυλάξῃς ἀκριβῶς, τέκνον Τιμόθεε, σύμφωνα μὲ τὰς προφητείας, ποὺ ἐλέχθησαν διὰ σὲ καὶ μὲ ὠδήγησαν νὰ σὲ ἐκλέξω συνεργάτην μου. Σοῦ παραγγέλλω δηλαδὴ τώρα παρακινούμενος ἀπὸ τὰς προφητείας αὐτὰς νὰ στρατεύεσαι τὴν καλὴν στρατείαν,
19 ἔχων πίστιν καὶ ἀγαθὴν συνείδησιν, ἥν τινες ἀπωσάμενοι περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν·
γεμᾶτος πίστιν καὶ μὲ συνείδησιν, ποὺ νὰ μαρτυρῇ ἀγαθὰ καὶ νὰ εἶναι ἐλευθέρα ἀπὸ κάθε τύψιν. Μερικοὶ ἀπώθησαν καὶ κατέπνιξαν τῆς συνειδήσεως τὰς τύψεις καὶ διαμαρτυρίας της, δι’ αὐτὸ δὲ κατέληξαν εἰς ναυάγιον τῆς πίστεώς των.
20 ὧν ἐστιν Ὑμέναιος καὶ Ἀλέξανδρος, οὓς παρέδωκα τῷ σατανᾷ, ἵνα παιδευθῶσι μὴ βλασφημεῖν.
Ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ Ὑμέναιος καὶ ὁ Ἀλέξανδρος, τοὺς ὁποίους ἀπέκοψα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τοὺς παρέδωκα εἰς τὸν σατανᾶν. Καὶ ἔλαβα τὸ μέτρον αὐτὸ διὰ νὰ σωφρονισθοῦν μὲ τὴν παιδαγωγίαν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ διδάσκουν βλάσφημα.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα