ελ
Καινή Διαθήκη
1 ΔΙΟ ἀναπολόγητος εἶ, ὦ ἄνθρωπε, πᾶς ὁ κρίνων· ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις· τὰ γὰρ αὐτὰ πράσσεις ὁ κρίνων.
Αλλὰ καὶ σὺ ὁ Ἰουδαῖος μὴ νομίσῃς ὅτι, ἐπειδὴ γνωρίζεις τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καὶ φωτίζεσαι ἀπὸ τὸν νόμον του, θὰ ξεφύγῃς τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ. Ἀκριβῶς διότι γνωρίζεις, πόσον ὀργίζεται ὁ Θεὸς κατὰ τῶν ἁμαρτωλῶν, διὰ τοῦτο εἶσαι ἀναπολόγητος, ὦ ἄνθρωπε, σὺ ποὺ γίνεσαι δικαστὴς τῶν ἄλλων, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν εἶσαι. Διότι διὰ τῆς πράξεώς σου αὐτῆς τοῦ νὰ κατακρίνῃς τὸν ἄλλον, καταδικάζεις τὸν ἑαυτόν σου. Διότι καὶ σὺ ὁ Ἰουδαῖος, ποὺ παίρνεις τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ, κάνεις τὰ ἴδια μὲ τὸν εἰδωλολάτρην, τὸν ὁποῖον κατακρίνεις.
2 οἴδαμεν δὲ ὅτι τὸ κρῖμα τοῦ Θεοῦ ἐστι κατὰ ἀλήθειαν ἐπὶ τοὺς τὰ τοιαῦτα πράσσοντας.
Γνωρίζομεν δὲ ὅλοι, ὅτι ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις τοῦ Θεοῦ ἐναντίον ἐκείνων, ποὺ πράττουν τέτοια ἄτοπα ἔργα, δὲν εἶναι φανταστική, ἀλλὰ ἀληθὴς καὶ πραγματική.
3 λογίζῃ δὲ τοῦτο, ὦ ἄνθρωπε, ὁ κρίνων τοὺς τὰ τοιαῦτα πράσσοντας καὶ ποιῶν αὐτά, ὅτι σὺ ἐκφεύξῃ τὸ κρῖμα τοῦ Θεοῦ;
Φαντάζεσαι δὲ αὐτό, ὦ ἄνθρωπε, σὺ ποὺ κατακρίνεις μὲν ἐκείνους, ποὺ κάνουν τέτοια ἄτοπα ἔργα, καὶ ὅμως πράττεις καὶ σὺ αὐτά, φαντάζεσαι λοιπόν, ὅτι σὺ προνομιακῶς θὰ ἀποφύγῃς τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν τοῦ Θεοῦ;
4 ἢ τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος αὐτοῦ καὶ τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς μακροθυμίας καταφρονεῖς, ἀγνοῶν ὅτι τὸ χρηστὸν τοῦ Θεοῦ εἰς μετάνοιάν σε ἄγει;
Ἢ καταφρονεῖς τὸν πλοῦτον τῆς εὐεργετικῆς ἀγαθότητός του καὶ τῆς ἀνεκτικότητος καὶ τῆς μακροθυμίας, ποὺ δείχνει εἰς σέ, χωρὶς νὰ λαμβάνῃς ἐνδιαφέρον νὰ μάθῃς, ὅτι τὸ νὰ σὲ εὐεργετῇ ὁ Θεός, ἀντὶ νὰ ἑξαπολύσῃ τὴν ὀργήν του κατὰ σοῦ διὰ τὰς κακὰς πράξεις σου, πρέπει νὰ σὲ παρακινῇ καὶ νὰ σὲ ὁδηγῇ εἰς μετάνοιαν;
5 κατὰ δὲ τὴν σκληρότητά σου καὶ ἀμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καὶ ἀποκαλύψεως καὶ δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ,
Σύμφωνα δὲ μὲ τὴν σκληρότητά σου καὶ τὴν ἀμετανόητον καρδίαν σου, ποὺ δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὴν τόσην καλωσύνην τοῦ Θεοῦ, μαζεύεις κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ σου θησαυροὺς ὀργῆς, ποὺ θὰ ἑξαπολυθοῦν ἐναντίον σου κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκσπάσῃ ἡ θεία ὀργὴ καὶ θὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ δικαία κρίσις τοῦ Θεοῦ,
6 ὃς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ ἔργα αὐτοῦ,
ὁ ὁποῖος θὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν καθένα σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα του·
7 τοῖς μὲν καθ᾿ ὑπομονὴν ἔργου ἀγαθοῦ δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀφθαρσίαν ζητοῦσι ζωὴν αἰώνιον,
εἰς ἐκείνους μέν, ποὺ μὲ ὑπομονὴν ἐργάζονται κάθε ἔργον ἀγαθὸν καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸν δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀφθαρσίαν, θὰ ἀποδώσῃ ζωὴν αἰώνιον·
8 τοῖς δὲ ἐξ ἐριθείας, καὶ ἀπειθοῦσι μὲν τῇ ἀληθείᾳ, πειθομένοις δὲ τῇ ἀδικίᾳ, θυμὸς καὶ ὀργή·
εἰς ἐκείνους δέ, ποὺ εἶναι κυριευμένοι ἀπὸ πνεῦμα φατριαστικὸν καὶ ἀπειθοῦν μὲν εἰς τὴν ἀλήθειαν, πείθονται δὲ εἰς τὴν ἀδικίαν καὶ δὲν ἀποφεύγουν αὐτήν, θὰ ἐπιπέσῃ θυμὸς καὶ ὀργή.
9 θλῖψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν, Ἰουδαίου τε πρῶτον καὶ Ἓλληνος·
Ναί· θλῖψις καὶ στενοχώρια θὰ ἐπιπέσῃ εἰς κάθε ἄνθρωπον, ποὺ ἐπιμένει να ἐργάζεται τὸ κακόν, τόσον εἰς τὸν Ἰουδαῖον κατὰ πρῶτον λόγον, ὅσον καὶ εἰς τὸν εἰδωλολάτρην.
10 δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἓλληνι·
Δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη θὰ ἀποδοθῇ εἰς καθένα, ποὺ ἐργάζεται τὸ ἀγαθόν, εἰς τὸν Ἰουδαῖον πρῶτον καὶ εἰς τὸν εἰδωλολάτρην Ἕλληνα.
11 οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ.
Θὰ συμβοῦν δὲ τὰ ἴδια εἰς τοὺς Ἰουδαίους καὶ εἰς τοὺς εἰδωλολάτρας, διότι δεν χαρίζεται εἰς πρόσωπα ὁ Θεός.
12 ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται.
Καὶ δι’ αὐτὸ ὅσοι ἡμάρτησαν, χωρὶς νὰ ἔχουν λάβει νόμον γραπτόν, αὐτοὶ θὰ καταδικασθοῦν εἰς ἀπώλειαν χωρὶς νὰ ἔχουν κατήγορον τὸν νόμον τοῦτον. Καὶ ὅσοι ἡμάρτησαν, ἐνῷ εἶχε δοθῇ εἰς αὐτοὺς νόμος γραπτός, αὐτοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου θὰ κριθοῦν.
13 οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται.
Διότι δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι ὄχι ὅσοι ἀκούουν ἁπλῶς τὸν θεῖον νόμον ἀναγινωσκόμενον, ἀλλ’ ὅσοι φυλάττουν τὸν νόμον, αὐτοὶ θὰ ἀναγνωρισθοῦν δίκαιοι.
14 ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος,
Διότι ὅταν θεοσεβεῖς ἄνθρωποι ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς, ποὺ δὲν τοὺς ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸν νόμος γραπτός, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὸν ἔμφυτον ἠθικὸν νόμον πράττουν ὅ,τι ὁ γραπτὸς νόμος διατάσσει, εἰς τοὺς τοιούτους ἀνθρώπους, καίτοι δὲν ἔχουν γραπτὸν νόμον, νόμος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός των, δηλαδὴ ἡ συνείδησίς των.
15 οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων~
Οἱ ἐθνικοὶ αὐτοὶ τὸ ἔργον, ποὺ κάνει ὁ νόμος νὰ διαφωτίζῃ τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸ νὰ διακρίνουν τὸ ἀγαθὸν ἀπὸ τὸ κακόν, ἀποδεικνύουν, ὅτι τὸ ἔχουν γραμμένον εἰς τὰς καρδίας των, ὅταν ἡ συνείδησίς των δίδῃ μαρτυρίαν εἰς αὐτοὺς διὰ κάθε πράξιν, καὶ οἱ ἐσωτερικοί των λογισμοὶ ἀναμεταξύ των κατηγοροῦν ἢ καὶ καμμιὰ φορὰ ἀπολογοῦνται.
16 ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Θὰ ἀνακηρυχθοῦν δὲ δίκαιοι οἱ τηρηταὶ τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἡμέραν, ποὺ θὰ κρίνῃ ὁ Θεὸς τὰς ἀποκρύφους πράξεις τῶν ἀνθρώπων σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον κηρύττω. Θὰ τὰς κρίνῃ δὲ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς ὑπερτάτου κριτοῦ.
17 Ἴδε σὺ Ἰουδαῖος ἐπονομάζῃ, καὶ ἐπαναπαύῃ τῷ νόμῳ, καὶ καυχᾶσαι ἐν Θεῷ,
Ἰδοὺ σὺ φέρεις ὑπερήφανα τὸ ὅνομα Ἰουδαῖος καὶ ἐπαναπαύεσαι ἐπάνω εἰς τὸν νόμον, σὰν νὰ κάθησαι ἐπὶ στηρίγματος ἀσφαλοῦς καὶ ἀναπαυτικοῦ, καὶ καυχᾶσαι θεωρῶν τὸν Θεὸν ὡς ἰδικόν σου.
18 καὶ γινώσκεις τὸ θέλημα, καὶ δοκιμάζεις τὰ διαφέροντα, κατηχούμενος ἐκ τοῦ νόμου,
Καὶ γνωρίζεις θεωρητικῶς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ διακρίνεις τὴν διαφορὰν μεταξὺ καλοῦ καὶ κακοῦ, διότι διδάσκεσαι ἀπὸ τὸν νόμον.
19 πέποιθάς τε σεαυτὸν ὁδηγὸν εἶναι τυφλῶν, φῶς τῶν ἐν σκότει,
Καὶ ἔχεις διὰ τὸν ἑαυτόν σου τὴν ἀλαζονικὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶσαι ὁδηγὸς τῶν τυφλῶν εἰδωλολατρῶν, φῶς ἐκείνων ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὸ σκότος τῆς ἀγνοίας καὶ τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης,
20 παιδευτὴν ἀφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, ἔχοντα τὴν μόρφωσιν τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθείας ἐν τῷ νόμῳ.
παιδαγωγὸς ἱκανὸς νὰ συνετίζῃς τοὺς ἀνοήτους, διδάσκαλος ἐκείνων ποὺ εἶναι εἰς νηπιώδη πνευματικὴν κατάστασιν, ἔχων τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν καὶ ἀλήθειαν, ποὺ εὑρίσκεται μέσα εἰς τὸν νόμον.
21 ὁ οὖν διδάσκων ἕτερον σεαυτὸν οὐ διδάσκεις; ὁ κηρύσσων μὴ κλέπτειν κλέπτεις;
Σὺ λοιπόν, ποὺ διδάσκεις τὸν ἄλλον, δὲν διδάσκεις καλύτερα τὸν ἑαυτόν σου; Σὺ, ποὺ κηρύττεις νὰ μὴ κλέπτουν οἱ ἄλλοι, κλέπτεις;
22 ὁ λέγων μὴ μοιχεύειν μοιχεύεις; ὁ βδελυσσόμενος τὰ εἴδωλα ἱεροσυλεῖς;
Σύ, ποὺ λέγεις εἰς τοὺς ἄλλους νὰ μὴ μοιχεύουν, μοιχεύεις; Σύ, ποὺ δεικνύεις βδελυγμίαν καὶ ἀποστροφὴν πρὸς τὰ εἴδωλα, κλέπτεις τὰ χρήματα τῶν εἰδωλολατρικῶν ναῶν;
23 ὃς ἐν νόμῳ καυχᾶσαι, διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις;
Σύ, ποὺ καυχᾶσαι διότι κατέχεις τὸν νόμον, διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου ἀτιμάζεις τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος σοῦ τὸν ἔδωσε;
24 τὸ γὰρ ὄνομα τοῦ Θεοῦ δι᾿ ὑμᾶς βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καθὼς γέγραπται.
Πράγματι δὲ τὸν ἀτιμάζεις, διότι ἐξ αἰτίας σας καὶ λόγῳ τῶν ἀσυστόλων παραβάσεών σας τὸ ὅνομα τοῦ Θεοῦ κακοσυσταίνεται καὶ βλασφημεῖται καὶ μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν, καθὼς εἶναι γραμμένον ἀπὸ τὸν Ἡσαΐαν.
25 περιτομὴ μὲν γὰρ ὠφελεῖ, ἐὰν νόμον πράσσῃς· ἐὰν δὲ παραβάτης νόμου ᾖς, ἡ περιτομή σου ἀκροβυστία γέγονεν.
Καὶ ἔτσι, καίτοι σὺ ἔχεις περιτμηθῇ, τίποτε δὲν σὲ ὠφελεῖ τοῦτο. Διότι ἡ περιτομὴ ὠφελεῖ μέν, ἐὰν τηρῇς τὰ προστάγματα τοῦ νόμου. Ἐὰν ὅμως εἶσαι παραβάτης τοῦ νόμου, ἡ περιτομή σου ἔχασε κάθε ἀξίαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἔγινε σὰν τὴν ἀκροβυστίαν, καὶ συνεπῶς εἶσαι καὶ σὺ ὡσὰν νὰ μὴ περιετμήθης.
26 ἐὰν οὖν ἡ ἀκροβυστία τὰ δικαιώματα τοῦ νόμου φυλάσσῃ, οὐχὶ ἡ ἀκροβυστία αὐτοῦ εἰς περιτομὴν λογισθήσεται;
Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἀπερίτμητος ἐθνικὸς τηρῇ ἐπακριβῶς τὰς ἐντολὰς τοῦ νόμου, δὲν θὰ λογαριασθῇ ἡ ἀκροβυστία του σὰν νὰ ἦτο περιτομή;
27 καὶ κρινεῖ ἡ ἐκ φύσεως ἀκροβυστία, τὸν νόμον τελοῦσα, σὲ τὸν διὰ γράμματος καὶ περιτομῆς παραβάτην νόμου.
Καὶ ὁ ἐθνικός, ποὺ ἔχει μὲν ἐκ φύσεως τὴν ἀκροβυστίαν, ἀλλὰ φυλάσσει τὰς ἠθικὰς ἐντολὰς τοῦ νόμου, θὰ καταδικάσῃ σέ, ὁ ὁποῖος, μολονότι ἔλαβες ὡς προνόμιον τὸν γραπτὸν νόμον καὶ τὴν περιτομήν, εἶσαι παραβάτης τοῦ νόμου.
28 οὐ γὰρ ὁ ἐν τῷ φανερῷ Ἰουδαῖός ἐστιν, οὐδὲ ἡ ἐν τῷ φανερῷ ἐν σαρκὶ περιτομή,
Διότι πραγματικὸς Ἰουδαῖος δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἀπ’ ἔξω φαίνεται Ἰουδαῖος, οὔτε ἡ περιτομή, ποὺ εἶναι φανερὰ μόνον εἰς τὴν σάρκα, εἶναι πραγματικὴ περιτομή.
29 ἀλλ᾿ ὁ ἐν τῷ κρυπτῷ Ἰουδαῖος, καὶ περιτομὴ καρδίας ἐν πνεύματι, οὐ γράμματι, οὗ ὁ ἔπαινος οὐκ ἐξ ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλὰ πραγματικὸς Ἰουδαῖος εἶναι ὁ ἀφωσιωμένος εἰς τὸν Θεὸν μὲ τὸ ἐσωτερικόν του, ποὺ εἶναι ἀπόκρυφον, καὶ εἰς μόνον τὸν Θεὸν φανερόν. Καὶ ἀληθινὴ περιτομὴ εἶναι ἡ περιτομὴ τῆς καρδίας, ποὺ γίνεται διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὄχι διὰ τοῦ γράμματος τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ μεταβάλῃ τὴν καρδίαν. Τοῦ γνησίου δὲ αὐτοῦ Ἰουδαίου ὁ ἔπαινος δὲν προέρχεται ἀπὸ ἀνθρώπους, ποὺ ὑποκινεῖται εἰς πλάνην, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν Θεόν.
Ερμηνεία Π. Τρεμπέλα